Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΛΩΣΣΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΛΩΣΣΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 13 Οκτωβρίου 2024

ΓΛΩΣΣΟΜΑΘΕΙΑ

 

Η σημασία κι η χρησιμότητα της γλωσσομάθειας

Η σημασία που έχει η γλωσσομάθεια, το να έχη μάθει κανείς και να ξέρη πλάι στη δική του μια ή περισσότερες ξένες γλώσσες, και η ανάγκη να γίνη αυτό, στα χρόνια προπάντων που ετοιμάζεται για τη ζωή, είναι τόσο μεγάλη, σχεδόν αυτονόητη – ιδίως στην εποχή μας με την τόσο στενή και έντονη διεθνική συγκοινωνία και επικοινωνία (ταξίδια, αεροπλάνα, ραδιόφωνα, κινηματογράφοι) – που δε χρειάζεται να γίνη διεξοδικός λόγος.

 Οι λόγοι που μας σπρώχνουν στη γλωσσομάθεια είναι πολλοί. Πρώτα πραχτικοί: χρειαζόμαστε την ξένη γλώσσα για τη ζωή, για να συνεννοούμαστε με τους αλλόγλωσσους άμα ταξιδεύομε στην πατρίδα. τους, ή και στον τόπο μας, ιδίως όμως για το επάγγελμα που ενδεχομένως θα διαλέξωμε (λ.χ. έμπορος υπάλληλος, δαχτυλογράφος, διπλωμάτης κτλ). Μας χρειάζεται έπειτα η ξένη γλώσσα αν ετοιμαζόμαστε για στάδιο επιστημονικό, αφού με αυτή, και μάλιστα με αυτές, θα καταρτιστούμε αρτιότερα και θα μπορούμε να καταφύγωμε στην ξενόγλωσση βιβλιογραφία. Τέλος με την ξένη γλώσσα ερχόμαστε σε επικοινωνία, επιπόλαιη ή βαθύτερη, με τις ξενόγλωσσες λογοτεχνίες και με τον ευρωπαϊκό πολιτισμό

 

Γιατί η γνώση μιας ξένης γλώσσας που μαθαίνομε δε μας αποκαλύπτει μόνο, από τις άμεσες πηγές, τους θησαυρούς της σοφίας ενός ξένου λαού, τόσο απαραίτητες για μας· αν προσέξωμε την ιδιοτυπία της ξένης γλώσσας και μελετήσωμε την εθνική της λογοτεχνία, μας φέρνει σ’ επαφή με τη σκέψη και την ιδιοφυΐα του λαού της· μας μεταφέρνει από τον ορισμένο και πάντα περιορισμένο ορίζοντα της μητρικής γλώσσας – που σα δική μας και γνώριμη από τη βρεφική ηλικία δε μας αφήνει συνήθως να πάρωμε απόσταση – σε ιδίωμα διαφορετικό. Μας πάει στην ψυχολογία και στη νοοτροπία άλλου λαού, διαφορετική από τη δική μας. Μας ανοίγει ένα νέο κόσμο και σα να μας χαρίζη μια καινούρια ψυχή· μας κάνει ακόμη, με τη σύγκριση, να νιώσωμε καλύτερα τη δική μας εθνική γλώσσα και την ιδιοτυπία του έθνους μας. Γι’ αυτό είπε ένας Γερμανός ποιητής, ο Rückert, πως με κάθε γλώσσα που μαθαίνεις παραπάνω, ελευθερώνεις μέσα σου ένα πνεύμα δεμένο ως τότε. Εκτός από το περιεχόμενο αυτό της ξένης γλώσσας, ας προστεθή ακόμη και ότι με αυτή και με την προσπάθεια να την καταλαβαίνωμε κάνει το μυαλό μας ιδιαίτερη άσκηση.

 Αν τέτοια είναι γενικά η σημασία της γλωσσομάθειας, αυτή γίνεται ακόμη μεγαλύτερη για λαό καθώς εμείς οι Έλληνες, που είμαστε λίγοι αριθμητικά πλάι στους μεγάλους ευρωπαϊκούς, που ταξιδεύομε πολύ στο εξωτερικό και σε τόπους που δεν ξέρουν τη γλώσσα μας και που δεν μπορούμε να καταρτιστούμε επιστημονικά χωρίς ξένη γλώσσα.

 Γνώρισα και εγώ από νωρίς σχετικά ξένες γλώσσες και φιλολογίες· ταξίδεψα και κατοίκησα στο εξωτερικό, όπου έκαμα και μέρος των σπουδών μου· έχω συγγράψει και μιλήσει δημόσια σε ξένες γλώσσες και είχα έτσι συχνότατα ευκαιρίες να διαπιστώσω και πραχτικά τι αξίζει να κατέχη κανείς ξένες γλώσσες και τα πολλαπλά πλεονεχτήματα που μπορεί να μας εξασφάλιση η γνώση τους. Γι’ αυτό όχι μόνο δεν έχω κατ’ αρχήν αντίρρηση, αλλά και θα συμβούλευα εκείνον που μπορεί και το θέλει, να καταγίνει με μια, με δυο ή και με τρεις ακόμη ξένες γλώσσες. Το ζήτημα είναι: πότε, πώς και ως ποιο σημείο θα επιδίωξη αυτό.

 Γι’ αυτό δεν είμαι σύμφωνος και με κάθε προσπάθεια που γίνεται από καιρό στον τόπο μας σχετικά με τις ξένες γλώσσες και δε θα μπορούσα να επιδοκιμάσω πάντα τον τρόπο και το βαθμό που γίνεται η προσπάθεια αυτή. Όπως συμβαίνει και με τόσα άλλα πράματα στη ζωή, το ζήτημα της γλωσσομάθειας δεν είναι τόσο απλό όσο φαίνεται στην αρχή και παρουσιάζει πολλαπλές δυσκολίες, όπως κάθε αντινομία. Γιατί όσο απαιτητική και αν είναι η ανάγκη των ξένων γλωσσών για μικρούς λαούς, έχομε από το άλλο μέρος το ζήτημα: ως ποιο σημείο μπορούμε να πραγματώσουμε αυτό χωρίς ζημία μας.

Για ποιους λόγους μαθαίνουν οι άνθρωποι ξένες γλώσσες και γατί συμβαίνει αυτό ιδιαιτέρως με τους Έλληνες; 


Έννοια και βαθμοί της γλωσσομάθειας

 Τι εννοούμε λέγοντας «ξέρω μια ξένη γλώσσα»;

 Είναι αυτό κάτι που χρειάζεται να ξεκαθαριστή, επειδή το περιεχόμενο της έννοιας «γλωσσομάθεια» παρουσιάζει μεγάλη ποικιλία κατά το είδος της γλώσσας, κατά τις ανάγκες ή τις βλέψεις του διδασκόμενου και κατά τις ποικίλες περιπτώσεις που τυχαίνουν στη ζωή.

 Λέγοντας για κάποιον πως ξέρει καλά, πως κατέχει μια γλώσσα, εννοούμε εδώ στην Ελλάδα πως τη μιλεί καλά, πως εκφράζεται σ’ αυτήν καλά, σα να ήταν η μητρική του περίπου, με την προφορά των ξενογλώσσων και με τη γραμματική της, με τους ιδιωτισμούς της και με την ορθογραφία της. Τέτοιος ορισμός θα φανεί ίσως υπερβολικός με το απόλυτό του, είναι όμως ο μόνος που δίνει με το ιδανικό του κάτι ορισμένο και που δεν μπορεί ν’ αμφισβητηθεί.

 Στην πράξη της ζωής πάλι παρουσιάζονται διάφοροι βαθμοί γλωσσομάθειας ανάλογα με το σκοπό που επιδιώκομε μαθαίνοντας μια ξένη γλώσσα ή και με το σημείο που μπορέσαμε να φτάσουμε σπουδάζοντάς την. Ανάλογα με το κίνητρο λοιπόν αυτό η εκμάθηση της ξένης γλώσσας μπορεί να είναι σκοπός ή μέσο.

 Σκοπός είναι όταν επιζητούμε να είμαστε ικανοί να τη χρησιμοποιούμε προφορικά ή γραπτά. Μέσο είναι όταν τη σπουδάζουμε για να γνωρίσουμε τη λογοτεχνία της, τα επιστημονικά βιβλία, τον κόσμο γενικά που αντιπροσωπεύει· αυτό γίνεται κανονικά με τις λεγόμενες νεκρές γλώσσες, αλλά όχι σπάνια και με τις σημερινές, απ’ όσους ενδιαφέρονται προπάντων ή κυρίως να γνωρίσουν μια λογοτεχνία, να διαβάζουν ορισμένη βιβλιογραφία ή να επικοινωνούν γραπτά για τις επαγγελματικές τους δουλειές…

 Ποια είναι τα κριτήρια που καθορίζουν πόσο καλά ξέρουμε μια ξένη γλώσσα;

Αποσπάσματα από το  έργο του Μ. Τριανταφυλλίδης Οι ξένες γλώσσες και η αγωγή, Άπαντα, Θεσσ., 1965, σελ. 409-411.

Τετάρτη 16 Νοεμβρίου 2022

ΠΡΟΦΟΡΙΚΟΣ ΚΑΙ ΓΡΑΠΤΟΣ ΛΟΓΟΣ (σχεδιάγραμμα)

ΓΡΑΠΤΟΣ ΛΟΓΟΣ

πλεονεκτήματα

≈ Ο ανώτερος πολιτισμός ανακαλύφθηκε με την ανακάλυψη της γραφής.
≈ Τα γραπτά κείμενα γίνονται αθάνατα και αποθηκεύουν γνώσεις προηγούμενων γενιών.
≈ Ο γραπτός λόγος χαρακτηρίζεται από σαφήνεια και ακρίβεια στην έκφραση, από μεστότητα. Είναι επιμελημένος, με φροντισμένη σύνταξη και πλούσιο λεξιλόγιο.
≈ Είναι σαφής γιατί προηγείται σκέψη, μελέτη, προσχεδιασμός. Δεν επιδέχεται αοριστολογίες και σπάνια δέχεται διορθώσεις.
≈ Έχει κύρος και δύσκολα παρερμηνεύεται. Έχει χαρακτήρα επίσημο και μακροβιότητα.
≈ Οι τυχόν αμφιβολίες εκλείπουν με τη βοήθεια των συμφραζομένων και με την προσεκτική μελέτη και εμβάθυνση.
≈ Μπορεί να νικά τη φθορά του χρόνου και τις αδυναμίες της μνήμης.

μειονεκτήματα

≈ Είναι περισσότερο ψυχρός, απρόσωπος, τυπικός.
≈ Είναι ανέκφραστος όσον αφορά τα συναισθήματα του πομπού – γράφοντα γιατί χρησιμοποιεί έναν κώδικα συγκεκριμένο, αυτοματοποιημένο. Δεν έχει την αμεσότητα έστω και αν έπεται απάντηση.
≈ Δεν είναι προσιτός στο μέσο άνθρωπο.
≈ Ο χρόνος που μεσολαβεί φθείρει τα νοήματα, τα αποστεώνει από την επικαιρότητά τους. Δε δίνει τη δυνατότητα άμεσης απόκρισης.

ΠΡΟΦΟΡΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ

πλεονεκτήματα

• Προηγήθηκε ιστορικά του γραπτού λόγου, καθώς εμφανίζεται με τη δημιουργία των πρώτων κοινωνιών.
• Η προφορική ομιλία υπερέχει ποσοτικά, αφού οι άνθρωποι περισσότερο γράφουν παρά μιλούν.
• Ο προφορικός λόγος διαθέτει παραγλωσσικά (επιτονισμός) και εξωγλωσσικά γνωρίσματα (χειρονομίες, έκφραση προσώπου) και έτσι ο πομπός και ο δέκτης φανερώνουν τη σκέψη, τη στάση, τα συναισθήματα τους.
• Είναι λόγος αυθόρμητος και ανεπιτήδευτος.
• Εκφράζει άμεσα τον συναισθηματικό κόσμο του ανθρώπου. Επιδέχεται επεξηγήσεις, διευκρινίσεις, αντίλογο, αντίθεση. Αντανακλά την όλη ψυχική κατάσταση του ανθρώπου και αποκαλύπτει τον εσωτερικό του κόσμο, γιατί σε συνδυασμό με τις κινήσεις και την όλη έκφραση εξωτερικεύει την κατάσταση της ψυχής. Επειδή είναι απροσχεδίαστος είναι και ειλικρινής. Ευνοεί τον διάλογο.
• Διαθέτει αμεσότητα, καθώς η επικοινωνία συντελείται στον ίδιο χώρο και την ίδια στιγμή.
• Υπερέχει σε περιπτώσεις πολυσημίας, γιατί ο ακροατής μπορεί να ζητήσει διευκρινίσεις από τον ομιλητή.
• Προφορικά οι άνθρωποι επικοινωνούν ακόμα κι αν είναι αναλφάβητοι.
• Στον προφορικό λόγο η γλώσσα εξελίσσεται με ταχύτερους ρυθμούς.

μειονεκτήματα

• Είναι λιγότερο επιμελημένος, απροσχεδίαστος και μπορεί να οδηγήσει σε παρερμηνείες.
• Δεν ευνοεί τον απαίδευτο, μιας και μπορεί να τον ρίξει σε παγίδες που ο ίδιος ακούσια δημιούργησε.
• Τα λόγια λησμονούνται εύκολα, η μνήμη δύσκολα αποτυπώνει την ακρίβεια των λόγων, με αποτέλεσμα καθετί σημαντικό να χάνεται.
• Οι λέξεις έχουν πολυσημία και ειδικά ο προφορικός λόγος επιδέχεται πολυάριθμες προεκτάσεις, δεν είναι σαφής και δημιουργεί προβλήματα επικοινωνίας.

 ΠΗΓΗ: schooltime

 

Σάββατο 21 Ιανουαρίου 2017

Γεώργιος Μπαμπινιώτης "Εμπλούτισε το λεξιλόγιό σου – Λεξικό των πιο απαιτητικών λέξεων της Νέας Ελληνικής"

Άλλοι το χαρακτήρισαν ως ένα ακόμη τρόπο να βγάλει χρήματα, άλλοι το εκθείασαν, άλλοι απλά το προσπέρασαν αδιάφορα. Ας μην αποζητούμε μόνο το εύκολο και το εύπεπτο. Χρειάζεται που και που να δουλεύει το μυαλό πιο εντατικά.

Από την εφημερίδα ¨ΤΟ ΒΗΜΑ"

Η αρχή έγινε με το πολυσυζητημένο Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας το 1998. Από τότε ο Γεώργιος Μπαμπινιώτης, καθηγητής Γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, κυκλοφόρησε από το Κέντρο Λεξικολογίας αρκετά εξειδικευμένα λεξικά, για την ετυμολογία και τα συνώνυμα, για τις δυσκολίες και τα λάθη στη χρήση της ελληνικής, για χρήση στο σχολείο και στο γραφείο. Το νέο, όγδοο κατά σειράν, λεξικό του είναι το Λεξικό των πιο απαιτητικών λέξεων της Νέας Ελληνικής (2015).

Σε ποιους απευθύνεται το Λεξικό των πιο απαιτητικών λέξεων της Νέας Ελληνικής;
«Είναι ένα λεξικό το οποίο θα χαρακτήριζα πρωτότυπο και συγχρόνως ιδιαίτερο έως ιδιόμορφο, με την έννοια ότι έχει μια επιλογή λέξεων που χρησιμοποιούνται σε έναν πιο απαιτητικό λόγο. Απευθύνεται σε ανθρώπους που ήδη έχουν έναν οπλισμό στη γλώσσα και θέλουν να τον βελτιώσουν, επειδή κάτι δεν τους είναι σαφές ή επειδή ψάχνουν μια άλλη χρήση κάποιας λέξης ή επειδή θέλουν να μάθουν μια λέξη που δεν ήξεραν. Υπάρχει, για παράδειγμα, στο λεξικό η λέξη "αρχολίπαρος", η οποία σημαίνει το πρόσωπο που επιθυμεί και επιδιώκει πάρα πολύ τα αξιώματα. Μαζί με αυτό θα βρει ο χρήστης και τα συνώνυμα "αρχομανής", "σπουδάρχης", "σπουδαρχίδης", "φίλαρχος", "θεσιθήρας". Επομένως, κινείται σε ένα επίπεδο με διάφορες επιλογές. Πρόκειται για λέξεις που κουβαλούν επάνω τους μια ιστορικότητα στη χρήση τους και μια ετυμολογική σύνδεση με οικογένειες λέξεων και έχουν επίσης το στοιχείο της έκπληξης. Αυτό το ξάφνιασμα, που λέει ο Ελύτης ότι γίνεται όταν βάλεις δυο λέξεις μαζί που βγάζουν έναν σπινθήρα στην ποίηση που δεν τον βγάζουν αλλού, αυτό το ξάφνιασμα είναι κάτι που επαναλαμβάνεται και σε ένα τέτοιο απαιτητικό λεξιλόγιο. Θα πεις "χαστούκι", θα πεις "σκαμπίλι", αλλά το "ράπισμα" είναι κάτι άλλο».

  Αναφέρετε στην εισαγωγή σας ότι πρόκειται για λέξεις που χρησιμοποιούνται σε έναν προσεγμένο ποιοτικό λόγο. Ποιος είναι αυτός;
«Ο προσεγμένος ποιοτικός λόγος είναι ο λόγος που θηρεύει την αρμόζουσα λέξη, την πιο πρόσφορη για ένα συγκεκριμένο περιβάλλον, αναζητεί τη σημασία σε όλο της το χρωματικό φάσμα, αναζητεί τις συνάψεις των λέξεων και των φράσεων, τη γραμματική τους δήλωση και το όλο ύφος του κειμένου. Ο ίδιος άνθρωπος έχει μια σειρά από μορφές επικοινωνίας και με ένα "κλικ" αλλάζει τον κώδικα και περνά από την απλή συζήτηση που κάνουμε δυο άνθρωποι οι οποίοι έχουμε οικειότητα μεταξύ μας σε ένα άλλο επίπεδο λόγου.

Για να σας δώσω ένα παράδειγμα, μιλάμε συνήθως για τη γλώσσα των νέων που έχει σχέση με τον κώδικα που χρησιμοποιούν οι νέοι στη γλώσσα της παρέας. Η γλώσσα της παρέας είναι μια άλλη μορφή επικοινωνίας που χρησιμοποιεί το ίδιο άτομο που θα καθίσει να γράψει έκθεση για τις εισαγωγικές εξετάσεις του στο πανεπιστήμιο. Εκεί θα βάλει τα καλά του, θα χρησιμοποιήσει τις καλύτερες λέξεις που γνωρίζει, θα προσέξει τον λόγο του. Βέβαια, δεν είναι μόνο το λεξιλόγιο, με την έννοια της σημασίας, που είναι καίριο - εξίσου καίριες είναι η σύνταξη και η γραμματική, διότι λόγος χωρίς σύνταξη και γραμματική δεν υπάρχει».

Ποιο επίπεδο της γλώσσας αφορά αυτό το λεξικό;
«Το λεξικό αυτό είναι για το επίπεδο του λεξιλογίου και επιλεγμένων σημασιών. Εχει σημασία επίσης η σύνταξη εδώ, και η σύνταξη φαίνεται μέσα από τα παραδείγματα, από το πώς συντάσσεται μια λέξη, από το περιβάλλον της, από το πώς χρησιμοποιείται. Εχουμε να κάνουμε με την περίφημη usus, τη χρήση, την προέκταση και την αλληλοτροφοδότηση της σημασίας. Ο Βιτγκενστάιν έχει πει "Πες μου τη χρήση μιας λέξης να σου πω τι σημαίνει". Επιμένω λοιπόν πάρα πολύ στη χρήση δίνοντας σε πρώτο πλάνο κάποιες λέξεις που πάνε μαζί, κατά κάποιον τρόπο επανερχόμενες, και κυρίως τα παραδείγματα, που κυμαίνονται από πέντε έως δύο σε κάθε σημασία, ανάλογα με τη δυσκολία της.

Πρέπει να τονίσω ότι δεν εξαντλώ τις σημασίες που έχει μια λέξη, δεν με ενδιαφέρει αυτό. Ξεχωρίζω τη σημασία που εμφανίζει μια άλλη βαρύτητα, ένα άλλο κύρος, ένα άλλο χρώμα, μικρότερη συχνότητα - υπό κάποιαν έννοια - και γι' αυτό μεγαλύτερη δυσκολία. Οσο πιο περιορισμένη είναι η συχνότητα μιας λέξης τόσο μεγαλύτερη είναι η δυσκολία της».

Βρίσκω στο λεξικό σας λέξεις οικείες, όπως «λατομείο» και «στρατηλάτης», λέξεις και φράσεις ανοίκειες όπως «τέναγος» και «όμφακες εισί», και λέξεις που τοποθετούνται μεταξύ αυτών των δύο στον άξονα οικείο - ανοίκειο, όπως «νεότευκτος», «εκατέρωθεν», «αέναος». Πώς έγινε η επιλογή των 4.000 λημμάτων;
«Δεν υπάρχουν απόλυτοι κανόνες. Ο λεξικογράφος αφήνει την πείρα του, τη διαίσθησή του, την επαφή του με τον λόγο, με τα κείμενα, να λειτουργήσει. Και επειδή έχω ασχοληθεί πάρα πολύ με τα κείμενα και την κειμενολογία, είναι ένας χώρος που μου είναι οικείος. Τι επιλέγει λοιπόν ο λεξικογράφος; Επιλέγει λέξεις που ξέρει ότι έχουν ένα άλλο άκουσμα, ένα άλλο κύρος, μια δυσκολία μεγαλύτερη, μια απαίτηση μεγαλύτερη στη χρήση τους ώστε να χρησιμοποιηθούν σε ένα απαιτητικό κείμενο. Να σας δώσω ένα παράδειγμα, μπορώ να χρησιμοποιήσω τη λέξη "ανοησίες", "σαχλαμάρες", "μπούρδες" κ.τ.λ. Οταν πω "φληναφήματα", αυτομάτως βρίσκομαι σε ένα άλλο επίπεδο επικοινωνίας. Οταν θέλω να πω ότι κάτι "είναι γεμάτο από...". Δεν θα πω "είναι φίσκα ή τίγκα", θα πω "βρίθει", "γέμει". Θέλω να πω τον δραστήριο, τον ενεργητικό, με διευκολύνει εδώ το "ρέκτης". Ξέρετε, αυτές οι λέξεις έχουν συχνά μια ιδιαιτερότητα και ακουστικά».

Ποια είναι η προέλευση αυτών των λέξεων, από πού τις αλιεύετε;
«Από παντού. Σε μια γλώσσα η οποία έχει δημιουργηθεί από δύο ποτάμια, από τη δημώδη προφορική παράδοση και από τη λόγια γραπτή παράδοση, είναι αναμενόμενο να έχουμε μια σύνθεση στοιχείων λεξιλογικών, σημασιών, που προέρχονται και από τα δύο ποτάμια. Eχω και το "αχλύς", έχω και το "καταχνιά", έχω και το "πούσι". Επομένως, μπορώ να αντλήσω λέξεις και από το ένα και από το άλλο ποτάμι, αλλά δεν θα πάρω μια λέξη που τη θεωρώ καθημερινή, γνωστή.

"Βάρδος", "κοσμοκαλόγερος", "εμπατή". Είναι λέξεις που έχουν μια δυσκολία, για τον έναν ή τον άλλον λόγο, ακόμη και το "προσώρας", που είναι καθαρά δημοτικό, ή το "φετφάς". Η επιλογή αφορά το σημασιολογικό φορτίο της λέξης ασχέτως από πού προέρχεται η λέξη. Δεν συμπεριλαμβάνω στο λεξικό εγκυκλοπαιδικά λήμματα για πράγματα που δεν γνωρίζουμε, δεν είναι αυτός ο σκοπός του λεξικού. Αναρωτιόμουν κάθε φορά: Θα τη χρησιμοποιήσω στην επικοινωνία μου αυτή τη λέξη; Θα χρησιμοποιήσω τη λέξη "κορβανάς"; Λέμε "δημόσιος κορβανάς", που είναι άλλο από το "προϋπολογισμός", άρα τη λέξη τη χρησιμοποιούμε, και επομένως την έβαλα στο λεξικό».

Πολλές είναι λέξεις αρχαιοπρεπείς. Είναι λέξεις ακόμη ενεργές;
«Βέβαια! Αλλο αρχαιοπρεπής και άλλο απαρχαιωμένος. Ο απαρχαιωμένος είναι ο καταργημένος, ο αρχαιοπρεπής είναι αυτός που έχει την πατίνα του χρόνου. Την πατίνα του χρόνου τη χρειαζόμαστε. Υπάρχει στο λεξικό η ωραία λέξη "αρχαιοπινής", που προέρχεται από το "αρχαίος + πίνος". "Πίνος" είναι η σκουριά. Οι αρχαιοπρεπείς λέξεις είναι λοιπόν οι λέξεις που έχουν τη σκουριά του παλιού, τη σκουριά του χρόνου, τη σκουριά της ιστορικότητας που έχουν άλλωστε όλες οι λέξεις.

Εχουμε στην Ελλάδα μια αμβλυμμένη αίσθηση της ιστορικότητας των λέξεων. Λέμε "ουρανός", "γυναίκα", "θάλασσα" και ξεχνούμε ότι είναι αρχαίες λέξεις. Επειδή έχουμε βιώσει την ιστορικότητα των λέξεων μέσα από τη συνέχεια της γλώσσας μας, δεν έχουμε αίσθηση αυτής της ιστορικότητας παρά μόνο με λέξεις αρχαιοπρεπείς, που κατά κάποιον τρόπο "φωνάζουν" την ιστορικότητά τους. Η λέξη "αργυρώνητος" δίνει μια αίσθηση ιστορικότητας που δεν δίνει μια άλλη λέξη του λεξιλογίου μας που μπορεί να είναι παλαιότερη από αυτήν.

Αυτό το λεξικό ήταν κάτι καινούργιο για μένα. Το έφτιαξα με πολύ μεράκι, με επιθυμία κάποιες λέξεις να τις γνωρίσουμε περισσότερο, να τις διασώσουμε, να τις αναδείξουμε, να τις αγαπήσουμε, γιατί τελικά θα μας βοηθήσουν να αποκτήσουμε μια άλλη ποιότητα λόγου».

Δίνετε αρκετά παραδείγματα χρήσης σε κάθε λήμμα. Από πού προέρχονται αυτά;
«Το λεξικό περιλαμβάνει 15.000 παραδείγματα, διότι δεν μπορεί να κατανοήσει κάποιος μια σημασία αν δεν έχει το λεγόμενο διδασκαλικόν παράδειγμα, το οποίο είναι το επιτυχημένο παράδειγμα. Συνήθως τα παραδείγματα αυτά είναι επινοημένα. Εδώ, προέρχονται από Ηλεκτρονικά Σώματα Κειμένων, από τα οποία επιλέγησαν τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα.

Αυτές οι ηλεκτρονικές τράπεζες κειμένων περιλαμβάνουν κείμενα από εφημερίδες, περιοδικά, από τη λογοτεχνία, από επιστημονικά βιβλία, από όλες τις μορφές του λόγου. Γι' αυτό συναντά κάποιος τα πλέον διαφορετικά κείμενα, από έναν λόγο βιωματικό, συναισθηματικό, μέχρι έναν λόγο ξύλινο, έναν λόγο συντεταγμένο αυστηρά, επιστημονικό ή έναν λόγο λογοτεχνικό. Από τα παραδείγματα, 1.100 παραθέματα έχουν επιλεγεί από τη λογοτεχνία. Είναι ένα τεράστιο υλικό που έχει ένα χαρακτηριστικό: είναι αυθεντικό».

Το λεξικό περιλαμβάνει βεβαίως σχόλια αλλά και ετυμολογικές πληροφορίες. Ηταν απαραίτητες οι τελευταίες; Χρειάζεται να ξέρω την ετυμολογία μιας λέξης για να τη χρησιμοποιήσω σωστά;
«Δεν θα μπορούσα να μην έχω σχόλια, είμαι ο εισαγαγών τα σχόλια στη λεξικογραφία! Σε ό,τι αφορά την ετυμολογία, αυτή αποτελεί για μένα τη βάση για να θυμάμαι, τις περισσότερες φορές, τη βασική σημασία της λέξης. Δεν αντικαθίσταται με τίποτε, γι' αυτό επιμένω στην ετυμολογία. Δεν δίνω όμως όλη την ετυμολογική πληροφορία που υπάρχει στο Ετυμολογικό Λεξικό, δίνω μόνο την καίρια πληροφορία για τη σημασία που μας αφορά εδώ».

Πώς συνιστάτε να χρησιμοποιήσουμε μια απαιτητική λέξη που ξεσηκώσαμε από το λεξικό;
«Με προσοχή και όταν υπάρχει το κατάλληλο ύφος. Δεν μπορεί να μιλάμε σε ύφος ενός ορισμένου τύπου και να πετάξουμε μια ελληνικούρα. Το περιβάλλον είναι δεσμευτικό για τον ομιλητή - λέγοντα ή γράφοντα - διότι δεν ταιριάζει οτιδήποτε οπουδήποτε. Γι' αυτό αναφέρομαι σε λόγο προσεγμένο, ο οποίος "σηκώνει" λέξεις όπως "αχλύς" και "άλως". Διαφορετικά, οι λέξεις αυτές είναι παράταιρες και καταλήγουν στοιχείο εντυπωσιασμού, λέξεις που τις εκθέτουμε αντί να τις αναδεικνύουμε. Υποθέτουμε ότι εκείνος που κάνει αυτή την προσπάθεια να εμπλουτίσει το λεξιλόγιό του έχει και αίσθηση ορίων και αίσθηση του γλωσσικού περιβάλλοντος».

Σε τι διαφέρει το λεξικό αυτό από τα προηγούμενα λεξικά σας και ειδικά από το μεγάλο Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας;
«Θέλω κάθε λεξικό μου να έχει τη φυσιογνωμία του και ετούτο δεν μοιάζει με τα προηγούμενα. Οι 4.000 απαιτητικές λέξεις του λεξικού δεν είναι αποσπάσματα και τραβήγματα από το μεγάλο λεξικό - είναι εκ νέου σύνταξη. Το ερμηνευτικό λεξικό έχει ένα εύρος, προσπαθεί σε έκταση να καλύψει όλο το υλικό, όλες τις σημασίες μιας λέξης. Εδώ παίρνω από τις σημασίες που έχει η λέξη αυτές - κυρίως μεταφορικές - που είναι οι πιο δύσκολες, που θα τις χρησιμοποιήσω σε ειδική μορφή επικοινωνίας. Εχει γίνει μια επιλογή και μια επεξεργασία του υλικού διαφορετική από αυτήν που έγινε για το ερμηνευτικό λεξικό».

«Με τη γλώσσα χτίζω τον κόσμο μου»

Αναφερθήκατε στην αίσθηση του γλωσσικού περιβάλλοντος ως προϋπόθεση για την προσεγμένη εκφορά λόγου. Πώς αποκτούμε αυτήν την αίσθηση;
«Η αίσθηση της γλώσσας χτίζεται, καλλιεργείται, αποκτάται με πολύ κόπο. Υπάρχει το εξής περίεργο με τη γλώσσα: τις βασικές γνώσεις τις κατακτά ο άνθρωπος μέσα σε τρία χρόνια, από την ηλικία των δύο έως πέντε ετών, και, από την άλλη, σε όλη του τη ζωή χτίζει και εμπλουτίζει τη γλώσσα του. Η γλώσσα είναι έργο ζωής, μέχρι να φύγουμε από τον κόσμο μαθαίνουμε πράγματα στη γλώσσα.

Κι όταν λέμε "εμπλουτίζω τη γλώσσα μου", σημαίνει εμπλουτίζω τη σκέψη μου, δηλαδή τον κόσμο μου. Γιατί κάθε ποιότητα γλωσσική είναι ποιότητα σκέψης και ποιότητα θέασης και αντίληψης του κόσμου. Πάντοτε στα μαθήματά μου αναφέρομαι στην υπαρξιακή και όχι θεολογική τριάδα γλώσσα - νους - κόσμος. Τίποτε δεν υπάρχει από μόνο του, ούτε ο κόσμος μας υπάρχει χωρίς το μυαλό μας, ούτε το μυαλό μας χωρίς τη γλώσσα μας. Αυτή η υπαρξιακή τριάδα καλλιεργείται, υπηρετείται μέσα από οποιαδήποτε ποιοτική σχέση μας με τη γλώσσα».

Μια και κάνατε λόγο για τους νέους και τις εισαγωγικές εξετάσεις, θυμάμαι δύο περιπτώσεις απαιτητικών λέξεων που δυσκόλεψαν τους υποψηφίους και έμειναν στην Ιστορία: την «άμιλλα» και την «αρωγή». Πού αποδίδετε, ως επιστήμονας και ως δάσκαλος, τις δυσκολίες των νέων στη γλώσσα;
«Αν επρόκειτο να εστιάσω κάπου, θα ανέφερα δύο σημεία από τα πολλά. Πρώτον, τα λίγα έως ελάχιστα διαβάσματά τους. Είναι τα παιδιά της εικόνας, του γρήγορου, βιαστικού, ανεπεξέργαστου λόγου, των greeklish κ.τ.λ. - μιλάω γενικευμένα, υπάρχουν βεβαίως εξαιρέσεις και παιδιά με πολύ συγκροτημένο λόγο. Εκτός από τα λειψά διαβάσματά τους - να που χρειάζομαι το "λειψά" εδώ! -, αιτία είναι και η περίπου μηδενική ή ελαχιστοποιημένη επαφή τους με τη γλωσσική διαχρονία. Αν δεν έχεις μια επαφή με αυτό που έλεγε ο Σεφέρης "τα παλιότερα ελληνικά μας", με τα αρχαία, τη γλώσσα του Ευαγγελίου, τη λόγια παράδοση, είτε επειδή δεν διαβάζεις κείμενα σε αυτά τα ελληνικά είτε επειδή δεν τα διδάσκεσαι, τότε έχεις χάσει ένα μεγάλο μέρος και, παθητικά, στο να καταλαβαίνεις και βεβαίως, ενεργητικά, στο να χρησιμοποιείς ένα τέτοιο απαιτητικό λεξιλόγιο. Ενας λόγος που εξέδωσα αυτό το λεξικό ήταν και για να προσφέρει κάποια ενίσχυση στους ανθρώπους που η διαχρονική επαφή τους με τη γλώσσα και τα απαιτητικά διαβάσματά τους είναι περιορισμένα».

Με το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας το 1998 βάλατε τα λεξικά στον δημόσιο λόγο. Ακολούθησαν στη συνέχεια αρκετά λεξικά, δικά σας και άλλων. Εχουμε αποκτήσει οι Ελληνες την κουλτούρα του λεξικού;
«Η προσπάθειά μου πάντοτε είναι να ελκύσω και να θέλξω τον αναγνώστη. Με απασχολεί πώς θα ξυπνήσω το ενδιαφέρον του όχι να αγοράσει, αλλά να διαβάσει το βιβλίο. Εχω την ικανοποίηση να ακούω από κόσμο απλό, όχι από τους επαγγελματίες του λόγου, ότι έχουν το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας πρόχειρο και το διαβάζουν. Νομίζω ότι ο κόσμος εξοικειώθηκε με την έννοια του λεξικού, με το λεξικό ως βιβλίο όχι για το ράφι αλλά ως βιβλίο χρήσιμο που είναι καλό να έχουν και να συμβουλεύονται συχνά, γιατί όλο και κάτι ενδιαφέρον θα βρουν μέσα».

Δευτέρα 3 Οκτωβρίου 2016

Η γλώσσα των νέων

Πρόκειται για  ερευνητική εργασία που εκπονήθηκε για τη γλώσσα των νέων από τους συναδέλφους Χρυσάφη Αθανάσιο και Στατήρη Άννα και είναι εξαιρετικά χρήσιμη για τη διδασκαλία της ενότητας για τη γλώσσα στην Α΄Λυκείου.

Δευτέρα 16 Μαΐου 2016

Διαγώνισμα έκθεση - έκφραση Α΄ Λυκείου: Γλωσσομάθεια

ΚΕΙΜΕΝΟ
Η παγκοσμιοποιημένη κουλτούρα στην οποία ζούμε είναι ένα διπρόσωπο πλάσμα, μισό άγγελος, μισό διάβολος. Προωθεί δύο είδη συμπεριφοράς στους «πολίτες του κόσμου»: να είναι περισσότερο ανοιχτοί και περίεργοι απέναντι στους άλλους ή να τρέφουν την αυτάρεσκη ψευδαίσθηση ότι ο κόσμος έρχεται προς το μέρος τους. Οι άνθρωποι της πρώτης ομάδας έχουν συνειδητοποιήσει την ανάγκη της γλωσσομάθειας γιατί καταλαβαίνουν ότι η επαφή σε βάθος με τις άλλες κουλτούρες, βασισμένη στην αμοιβαία γνώση των γλωσσών, μπορεί να προωθήσει καλύτερες οικονομικές σχέσεις, πλουσιότερες πολιτιστικές ανταλλαγές και διασφάλιση της ειρήνης. Οι δεύτεροι, που συχνά τους συναντάμε στον αγγλόφωνο κόσμο, είναι υπερήφανοι με τη μονογλωσσία τους και έχουν κλειστεί σ’ ένα φαντασιακό κόσμο όπου τους φαίνεται πως όλοι μιλούν τη δική τους γλώσσα.
[...]
Παρ’ όλες τις αποδείξεις που υπάρχουν για την κρίσιμη σημασία της γλωσσομάθειας στη σημερινή παγκόσμια (υποτίθεται) κουλτούρα, εκείνοι που ζητούν την υποχρεωτική διδασκαλία ξένων γλωσσών στα βρετανικά σχολεία αποκαλούνται σνομπ και αντιδραστικοί. Ε, λοιπόν, ας αφήσουμε τους σνομπ όλου του κόσμου να εισβάλουν στη Βρετανία και να επιβάλουν με το ζόρι στους εφήβους μια δραστική δίαιτα ισπανικών, ρωσικών, αραβικών, ιαπωνικών, κινεζικών, γερμανικών, ιταλικών, γαλλικών κ.ο.κ., μέχρις ότου τα παιδιά καταλάβουν ότι υπάρχουν διαφορετικοί τρόποι να εκφράζεις συναισθήματα, διαφορετικά φρούτα να γευτείς, άλλες ιδέες να σκεφτείς – ώσπου οι Βρετανοί έφηβοι να πουν ευχαριστώ, είμαστε ευγνώμονες που μας ελευθερώσατε από τη μιζέρια της μιας και μόνης γλώσσας. Τότε οι σνομπ επιτέλους θα ηρεμήσουν.
Προφανώς, οι αληθινοί σνομπ της ιστορίας είναι ακριβώς αυτοί που χαρακτηρίζουν την εκμάθηση ξένων γλωσσών ελιτίστικο χόμπι. [...] Σύντομα θα τους ακούσουμε να λένε ότι το να υποχρεώνουμε τους εφήβους να μελετάνε Φυσική είναι κι αυτό ελιτίστικο. Είναι πασίγνωστο ότι δίνοντας στους εφήβους τα εργαλεία για να αμφισβητούν τον κόσμο που ζούμε και το πώς ζούμε, τους δίνουμε ένα πολιτικό όπλο που στοχεύει στο κατεστημένο. Το λένε δημοκρατία. Και είναι το αντίθετο της ύπουλης ιδεολογίας που θέλει να μας κάνει όλους υπάκουους και φανατικούς καταναλωτές, ανίκανους να σκεφτόμαστε καθαρά, πρόθυμους αιχμαλώτους σ’ ένα φρούριο με χοντρούς τοίχους πάνω στους οποίους οι ξένοι ρίχνουν τρομακτικές σκιές.
Το επιχείρημα ότι η αγγλική γλώσσα κυριαρχεί πλέον στην «παγκόσμια» κουλτούρα είναι εξαιρετικά παραπλανητικό. Πρώτα πρώτα, εμπεριέχει την τυφλή πεποίθηση πως οτιδήποτε σημαντικό στον κόσμο –στην πολιτική, την τέχνη, τις επιχειρήσεις, την επιστήμη– γίνεται στα αγγλικά. Δεύτερον, για ποια αγγλικά μιλάμε; Δεν αναφερόμαστε στον Σαίξπηρ, αλλά μάλλον στη φτωχή γλώσσα των οδηγιών που βρίσκουμε στη συσκευασία του καινούριου λογισμικού. Τίποτα άξιο υπερηφάνειας, τίποτα που να δίνει ώθηση σε μια νέα παγκόσμια κουλτούρα.
Τελικά, όποιος υποστηρίζει ότι η μελέτη ξένων γλωσσών είναι περιττή είναι σαν να πυροβολεί το ίδιο το πόδι του. Όπως γνωρίζουν όλοι όσοι έχουν σώας τας φρένας, όταν μαθαίνεις τις γλώσσες των άλλων βελτιώνεις τη γνώση και τη χρήση της δικής σου γλώσσας. Οι άλλοι κρατούν έναν καθρέφτη στον οποίο μπορείς να δεις τον εαυτό σου και να καταλάβεις ποιος είσαι.
(Agnes Poirier, The Guardian)


ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ

ΕΝΟΤΗΤΑ Α΄
Α1. α) Να βρείτε ένα απόσπασμα στο κείμενο που να συμφωνεί με τη ρήση του Γκαίτε: «Όποιος δεν ξέρει ξένες γλώσσες, δεν ξέρει τίποτε από τη δική του».
(4 μονάδες)

β) Να σχολιάσετε το απόσπασμα που βρήκατε σε 6-8 σειρές.
(12 μονάδες)

Α2. α) Να βρείτε τα δομικά στοιχεία της 4ης παραγράφου («Το επιχείρημα ότι... παγκόσμια κουλτούρα»).
(3 μονάδες)

β) Να προσδιορίσετε τους τρόπους ανάπτυξης της ίδιας παραγράφου.
(6 μονάδες)

ΕΝΟΤΗΤΑ Β΄
Β1. α) Να αντικαταστήσετε τις λέξεις ξενικής προέλευσης που ακολουθούν με τις αντίστοιχες ελληνικές, χωρίς να αλλάξετε το γραμματικό τους τύπο: κουλτούρα, σνομπ, χόμπι.
(6 μονάδες)

β) Να βρείτε στο κείμενο λέξεις συνώνυμες με τις υπογραμμισμένες με τα μαύρα γράμματα.
(10 μονάδες)

γ) συναισθήματα, πασίγνωστο: να σχηματίσετε δυο ομόρριζα για κάθε λέξη, χρησιμοποιώντας το δεύτερο συνθετικό.
(4 μονάδες)

Β2. «Το επιχείρημα …εμπεριέχει την τυφλή πεποίθηση»
 «αυτοί που χαρακτηρίζουν την εκμάθηση ξένων γλωσσών ελιτίστικο χόμπι»

Στις παραπάνω προτάσεις να μετατρέψετε την ενεργητική σύνταξη σε παθητική
(5 μονάδες)

ΕΝΟΤΗΤΑ Γ΄
Γ1. Να αναπτύξετε σε μορφή άρθρου τις δικές σας απόψεις σχετικά με τη σπουδαιότητα και χρησιμότητα της γλωσσομάθειας για τους Έλληνες, καθώς και τον κίνδυνο που ελλοχεύει σε λαούς που μένουν προσκολλημένοι στη γνώση και χρήση μιας και μόνης γλώσσας. (350 - 400 λέξεις)

(50 μονάδες)

Πέμπτη 25 Φεβρουαρίου 2016

Κριτήριο αξιολόγησης για τη γλωσσομάθεια

Α. ΚΕΙΜΕΝΟ
[Ο Παλαμάς και οι ξένες γλώσσες]
Θα μου ειπήτε. «Και πώς! Μας είναι τόσο χρήσιμες, και τόσο ευεργετικές οι ξένες γλώσσες. Η γλωσσομάθεια, το ασφαλισμένον όργανο το κυριώτατο για να μας φέρη προς τον πολιτισμό, για να μας γνωρίση τη σοφία!».
Μεγάλη ανακάλυψη εκάματε! Η γλωσσομάθεια σ' εμάς, εδώ, η γλωσσομάθεια σ’ έναν Έλληνα, μπορεί να είναι κάτι ασύγκριτα πιο σημαντικό, παρ’ όσο θα είναι σ’ έναν άγγλο, σ’ ένα γερμανό. Γιατί ένας άγγλος, λ.χ. φορεί κορώνα του ασάλευτη τον πολιτισμό του έθνους του· το δικό του πολιτισμό· τον πολιτισμό που κάνει να φτάνει η δύναμη του αγγλικού λαού ως τα τετραπέρατα του κόσμου, και να ομιλήται η γλώσσα του από εκατομμύρια εκατοντάδες. Αυτός μπορεί να συλλογίζεται: «Όπου γη, πατρίδα μου. Όπου ρωτήσω, θα μου δοθή η απόκριση με τη δική μου τη φωνή. Κι αν δεν ακούσω τη δική μου τη φωνή, λίγο με μέλλει· εγώ είμ’ ο δυνατός· αυτοί με χρειάζονταν οι ξένοι ας έρθουν προς εμένα με τη γλώσσα μου».
Για ζητήματα τέτοιας λογής δε θα μπορούμ’ εμείς να σκεφτούμε και δε θα ήταν λογικό να φερθούμε σαν τους πολίτες των μεγαλοδύναμων εθνών. Τρισμεγάλη βέβαια της πατρίδας μας η ιδέα, και κανείς δε θ' άλλαζε με όποιο χάρισμα την υπέρτατη τιμή και χάρη, τη μητέρα του, ακόμα κι αν αυτή δεν είχε την ενδοξότερη του κόσμου ιστορία. Ζήτω η ιδέα. Μα θέλομε, δε θέλομε, παράπλευρα της ιδέας, στέκουν, ζωντανά κι εκείνα από τη ζωντανή ζωή, τα πράγματα. Και τα πράγματα μας δείχνουν πως είμαστε μικροί και πως είμαστε φτωχοί.
Κάποιος ενθουσιώδης ποιητής μας, άγγελος ευαγγελισμού, βροντοφώνησε μια φορά προς την τωρινήν Ελλάδα: «Πάλι θα γίνουν βάρβαροι και θα τους δώσης φώτα!». Αλλά αν είναι γραμμένο να ξανανθίση αυτό το γοητευτικότατο και το χιμαιρικώτατο πάλι, από τη
δική μας την ενέργεια και την ταπεινοσύνη και την ορθοφροσύνη και την αυταπάρνησην εξαρτάται το θαύμα. Ως την ώρα εκείνη, αδύνατο ν’ αρνηθούμε τα πράγματα. Και τα πράγματα μας λένε πως αναποδογύρισεν η Ιστορία. Απ’ αλλού τώρα μας έρχεται το φως, και αλλού σωριάζονται τα πλούτη. Εμείς δανείσαμε τους ξένους. Οι ξένοι ελεημοσύνη μας δίνουν τώρα ψίχουλ’ από τα παλιά, τα δανεικά μας.
Εμείς είμαστε τώρα οι βάρβαροι, και η Ελληνική σοφία θαυματουργεί μακριά μας. Απέξω τον εισάγομε και τον πολιτισμό. Και για να μπορούμε ευκολώτερα και ακοπώτερα και αποτελεσματικώτερα να ενεργούμε την αναγκαιότατη αυτή προμήθεια, χρειάζεται να είμαστ’ εφοδιασμένοι πάντα με κάποιον επίσημον εισιτήριον ελεύθερης παντού κυκλοφορίας· και το εισιτήριον αυτό είναι μια ξένη γλώσσα.
Ώστε παράλογος και στενοκέφαλος θα ήταν ο πόλεμος εναντίον της γλωσσογνωσίας και επομένως εναντίον εκείνων που μιλούν και μεταχειρίζονται την ξένη γλώσσα· γιατί χωρίς κάποιο μίλημα και χωρίς κάποιο μεταχείρισμα κατορθωτή δεν είναι η οποιαδήποτε γλωσσογνωσία. Με θέλεις κολυμπητή· άφησε με λοιπόν να μπω στο νερό!
Αλλά ο κόμπος δεν είναι εδώ. Κανενός από το νου δεν θα του πέρασε να καταδικάση τη γλωσσογνωσία. Καταδικάζομε μόνο το άκαιρο και το άπρεπο, το φαντασμένο και το επιπόλαιο, το εξευτελιστικό και το αντεθνικό, το ανήθικο και το γραικυλικό μεταχείρισμα της ξένης γλώσσας. Της ξένης γλώσσας που τις πιο πολλές φορές όσο μισά και αν μαθαίνεται, όσο στραβά και αν μιλιέται, άλλο τόσο επιδεικτικά και πρόχειρα προβάλλει στα χείλη μας.
Η εθνική αξιοπρέπεια, που δεν είναι παρά η πιο σοβαρή μορφή της ανθρώπινης αξίας, μας δίνει να καταλάβουμε τούτο: πως δεν μπορούμε να ζούμε, και στον ιδιωτικό μας βίο και στο δημόσιο, σαν κοσμοπολίτες μόνο· πως είμαστε πολίτες, και πως είμαστε Έλληνες, κυριότατα και σπουδαιότατα. Πως υπάρχουν περιστάσεις που το να μιλάς τη γλώσσα σου είναι το ίδιο σαν να αρνήσαι τη γλώσσα σου· και πως όταν αρνήσαι τη γλώσσα σου θα πει πως αρνήσαι την ψυχή σου και την πατρίδα σου. Και τα ζητήματα της εθνικής αξιοπρέπειας είναι σαν τα ζητήματα της δημόσιας ηθικής.
Έχε τον πολιτισμό σου και τον ευρωπαϊσμό σου· όμως να τον φορείς όπως η ωραία εκείνη δέσποινα με το μετάξι· μέσα από το φόρεμα σου, ταπεινά και αθώρητα και ανεπίδεχτα. Και να μη παραξενεύεσαι γι' αυτό.
Κ. Παλαμάς (Άπαντα, Τόμος 16)

Β. ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ
1. Ποια είναι η άποψη του Παλαμά για τη γλωσσομάθεια; Πιστεύει ότι είναι απαραίτητη στους Έλληνες;
(16 μονάδες)
2. Να αναπτυχθεί σε μία παράγραφο 80 λέξεων το νόημα της υπογραμμισμένης φράσης.
(10 μονάδες)
3. Να βρείτε ένα συνώνυμο για τις παρακάτω λέξεις του κειμένου:
ευεργετικές, άπρεπο, ασάλευτη, συλλογίζεται
(12 μονάδες)
4. Να βρείτε ένα αντώνυμο για τις παρακάτω λέξεις του κειμένου: ευεργετικές, άκαιρο, επιπόλαιο ταπεινοσύνη
(12 μονάδες)

Γ. ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΛΟΓΟΥ

Να γράψεις την ομιλία ενός καθηγητή ξένων γλωσσών στα πλαίσια μιας ημερίδας για τη γλωσσομάθεια, σχετικά με τις ωφέλειές της καθώς και τους κινδύνους που ελλοχεύουν από την άκριτη υιοθέτηση και τη  χρήση ξένων λέξεων στην ελληνική γλώσσα.(350-400 λέξεις)

Δευτέρα 25 Ιανουαρίου 2016

GREEKLISH: λόγος και αντίλογος



           Η χρήση της ψηφιακής γλώσσας από τους χρήστες του διαδικτύου και της κινητής τηλεφωνίας σε επίπεδο γραπτών μηνυμάτων έχει προκαλέσει ευρύτατες συζητήσεις αναφορικά με τη σκοπιμότητά της και τους κινδύνους που ενδεχομένως εγκυμονεί. Τα κυριότερα επιχειρήματα υπέρ και κατά της ψηφιακής γλώσσας:

Α. Επιχειρήματα υπέρ της ψηφιακής γλώσσας

•  Η ψηφιακή γλώσσα είναι συστατικό γνώρισμα της προόδου στο χώρο της ηλεκτρονικής και διαδικτυακής επικοινωνίας και έχει καθιερωθεί στη συνείδηση εκατομμυρίων ατόμων σε ολόκληρο τον κόσμο, χάρη στην ευκολία, τη χρησιμότητα και την αποτελεσματικότητά της.
• Η χρήση των greeklish είναι υποχρεωτική, όταν δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν ελληνικές γραμματοσειρές
• Τα λογισμικά προγράμματα που χρησιμοποιούνται διεθνώς είναι «γραμμένα» στην αγγλική γλώσσα. Η αρνητική κριτική κατά των greeklish, επομένως, ισοδυναμεί κατά βάθος με πράξη τεχνοφοβίας
• Η ψηφιακή γλώσσα θα μπορούσε να θεωρηθεί – με την ευρεία έννοια – μια κοινωνική γλωσσική ποικιλία που διαθέτει μία ιδιαίτερη μορφολογία και ομιλείται σε συγκεκριμένο περιβάλλον (το ψηφιακό/ διαδικτυακό), σε «ειδικές συνθήκες χρήσης», Έτσι, καταρρίπτεται και το επιχείρημα που θέλει τους χρήστες των greeklish να μην είναι εξίσου ικανοί χειριστές της (επίσημης) ελληνικής γλώσσας.

Β. Επιχειρήματα κατά της ψηφιακής γλώσσας

•  Η ψηφιακή γλώσσα αποτελεί ένα διαβρωτικό για την ελληνική γλώσσα μηχανισμό, γιατί πλήττει άμεσα ένα κεφαλαιώδες συστατικό στοιχείο της, το αλφάβητο. Η αντικατάσταση των ελληνικών χαρακτήρων με λατινικούς συνιστά μία μορφή άλωσης της ελληνικής γλώσσας από την αγγλική.
•  Η ελληνική γλώσσα είναι ένα θεμελιώδες κεφάλαιο του εθνικού μας πολιτισμού. Η ψηφιακή γλώσσα αποτελεί ένα είδος πολιτισμικού ιμπεριαλισμού των χρηστών της αγγλικής γλώσσας, με στόχο την αποδυνάμωση της «εθνογλωσσικής συνείδησης» και της ισοπέδωσης των πολιτιστικών διαφορών των λαών.
• Η επικοινωνία στο διαδίκτυο και στην κινητή τηλεφωνία μπορεί να γίνεται με ελληνικούς χαρακτήρες, αφού οι εταιρείες από την αρχή σχεδόν της εμφάνισης αυτών των τεχνολογικών επιτευγμάτων μερίμνησαν γι’ αυτό. Η εμμονή, επομένως, πολλών χρηστών να χρησιμοποιούν φανερώνει ότι χρησιμοποιούν τους τεχνικούς περιορισμούς ως πρόφαση.
• Η χρήση των greeklish επηρεάζει και την ορθή εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας. Έχει διαπιστωθεί από έρευνες ότι πολλοί μαθητές της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης που είναι εξοικειωμένοι με τη χρήση των greeklish πραγματοποιούν σωρεία λαθών στην ορθογραφία.
Έτσι, η ψηφιακή γλώσσα γίνεται το όχημα για πλημμελή εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας.
•  Τα greeklish δεν μπορούν να θεωρηθούν ιδιαίτερη γλωσσική ποικιλία. Είναι περισσότερο ένα ιδίωμα του οποίου η διαφορά με τα υπόλοιπα είναι πως πρόκειται για τεχνητή επινόηση και όχι προϊόν «φυσικής γλωσσικής επιλογής.

διασκευή από το http://11kai.blogspot.gr/2012/09/greeklish.html



Τρίτη 15 Ιουλίου 2014

Για να μιλάμε και να γράφουμε σωστά ελληνικά


 Η ελληνική γλώσσα είναι πλούσια αλλά και δύσκολη πολλές φορές, όταν θέλουμε να τη εκφέρουμε σωστά. Όλοι μας σχεδόν στη ροή του λόγου κάνουμε λάθη. Να λοιπόν 100 επισημάνσεις, για να γίνουμε καλύτεροι στην χρήση τόσο του προφορικού όσο και του γραπτού λόγου.
1.Δὲν εἶ­ναι ζή­τη­μα ἁ­πλῶς προ­σω­πι­κό, ἀλ­λὰ μᾶς ἀ­φο­ρᾶ ὅ­λους (καὶ ὄ­χι: ἁ­πλά). Ἁ­πλῶς = μό­νο. Συμ­πε­ρι­φέ­ρε­ται ἁ­πλὰ (=μὲ ἁ­πλό, ἀ­νε­πι­τή­δευ­το τρό­πο).
2.Ἡ ὑ­πό­θε­ση δὲν τὸν ἀ­φο­ρὰ ἄ­με­σα (ἀλ­λὰ ἔμ­με­σα) (τρο­πι­κὸ ἐ­πίρ­ρη­μα). Νὰ πα­ρου­σια­στεῖ ἀ­μέ­σως (καὶ ὄ­χι: ἄ­με­σα) (χρο­νι­κὸ ἐ­πίρ­ρη­μα).
3.Πι­θα­νῶς ἢ πι­θα­νόν, προ­η­γου­μέ­νους, συγ­χρό­νως, κυ­ρί­ως, ὁ­λο­γρά­φως, ἐν­δε­χο­μέ­νως, αὐ­το­δι­καί­ως, ἑ­πο­μέ­νως (καὶ ὄ­χι σὲ-α).
4.15 Σε­πτεμ­βρί­ου ἢ 15 τοῦ Σε­πτέμ­βρη (καὶ ὄ­χι: 15 Σε­πτέμ­βρη).
5.Τὸ οὐσ. λά­θος δὲν μπο­ρεῖ νὰ χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται ὡς ἐ­πι­θε­τι­κὸς προσ­δι­ο­ρι­σμός: λαν­θα­σμέ­νη ἄ­πο­ψη (καὶ ὄ­χι: λά­θος ἄ­πο­ψη).
6.Κα­κῶς χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ται ἀ­δό­κι­μες λέ­ξεις ὅ­πως: νε­ο­λαῖ­ος, πι­σω­γύ­ρι­σμα, ἀν­τι­πα­λό­τη­τα κλπ.
7.Ἀ­πο­φεύ­γου­με κα­τά­χρη­ση δη­μι­ουρ­γί­ας οὐσ. σὲ -ποί­η­ση: ἐ­λα­χι­στο­ποί­η­ση, ἀ­νω­τα­το­ποί­η­ση κλπ.
8.Πρό­σκλη­ση σὲ συγ­κέν­τρω­ση (καὶ ὄ­χι: κά­λε­σμα σὲ μά­ζω­ξη).
9.Τὰ προ­πα­ρο­ξύ­το­να οὐδ. οὐσ. σὲ -ὁ κα­τε­βά­ζουν τὸν τό­νο στὴν πα­ρα­λή­γου­σα στὴ γέν. ἐν. καὶ πλ. (πα­νε­πι­στη­μί­ου, -ί­ων, πο­λέ­μου, θρι­άμ­βου) ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὶς λα­ϊ­κὲς λέ­ξεις (σί­δε­ρου, ἀλ­λά: σι­δή­ρου).
10. Κα­θι­ε­ρω­μέ­νες λέ­ξεις καὶ φρά­σεις στὴν κα­θα­ρεύ­ου­σα δὲ με­τα­γλωτ­τί­ζον­ται: Μι­κρὰ Ἀ­σί­α, Ἐ­ρυ­θρὰ θά­λασ­σα, Μέ­λας Δρυ­μός, ἡ Ἀ­ρι­στε­ρά, Λευ­κὸς Οἴ­κος, βα­ρὺ ὕ­δωρ, ἐκ­δο­τι­κὸς οἶ­κος, χει­με­ρί­α νάρ­κη, Μι­κρὰ Ἄρ­κτος, ἡ μά­στι­γα (τοῦ αἰ­ώ­να), ἡ πτέ­ρυ­γα (τῆς Βου­λῆς), κλά­δος (τῆς ἐ­πι­στή­μης), σι­νι­κὴ με­λά­νη, δα­μό­κλει­ος σπά­θη κλπ.
11. Δι­α­τη­ροῦ­με ἀ­ναλ­λοί­ω­τες τὶς του­λά­χι­στον 2000 ἀρ­χα­ϊ­στι­κὲς φρά­σεις καὶ λέ­ξεις ποὺ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­με στὸ γρα­πτὸ (χω­ρὶς νὰ θέ­του­με εἰ­σα­γω­γι­κὰ) καὶ προ­φο­ρι­κὸ λό­γο, ὅ­πως: ἐν πά­ση πε­ρι­πτώ­σει, σὺν τοῖς ἄλ­λοις, καὶ οὕ­τω καθ’ ἑ­ξῆς, ἐκ τοῦ σύ­νεγ­γυς, ἐν κρύ­πτω καὶ πα­ρα­βύ­στω, χάρ­μα ἰ­δέ­σθαι, ἐν τῷ με­τα­ξύ, πα­ρα­δείγ­μα­τος χά­ριν, ἐξ ἄλ­λου, ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄ­νευ, αὐ­τὸς κὰθ΄ ἑ­αυ­τόν, ἐκ προ­οι­μί­ου, τοῖς με­τρη­τοῖς, ἂφ΄ ἑ­νὸς μὲν – ἂφ΄ ἑ­τέ­ρου δέ, ὓπ΄ ὄ­ψιν, φὲρ΄ εἰ­πεῖν, ἐν γέ­νει, αὐ­θω­ρεὶ καὶ πα­ρα­χρῆ­μα, εἰ­ρή­σθω ἐν πα­ρό­δω), τύ­ποις, εἴ­θι­σται, τι­μῆς ἕ­νε­κεν, ἒφ΄ ὄ­ρου ζω­ῆς, ἐν κα­τα­κλεί­δι, ἐν μέ­ρει, ἐ­πὶ πλη­ρω­μή, λί­αν κα­λῶς, ἐν ρι­πὴ ὀ­φθαλ­μοῦ, κοι­νὴ συ­ναι­νέ­σει, ἁ­βρό­χοις πο­σίν, ἐν γνώ­σει, ἐξ αἰ­τί­ας κλπ. Ὁ­ρι­σμέ­νες φρά­σεις γρά­φον­ται στὴ δη­μο­τι­κὴ σὲ μί­α λέ­ξη: ἐ­ξαι­τί­ας, ἐ­ξάλ­λου, ἀ­φε­νός, ὑ­πό­ψιν κλπ.
12. Ἡ συ­νά­δελ­φος (καὶ ὄ­χι: συ­να­δέλ­φισ­σα).
13. Δέ­σμη μέ­τρων (καὶ ὄ­χι: πα­κέ­το), ἐκ­δο­χὴ πο­λι­τι­κῶν ἐ­ξε­λί­ξε­ων (καὶ ὄ­χι: σε­νά­ρι­ο).
14. Ἀ­πο­φεύ­γου­με ξέ­νες λέ­ξεις καὶ ἐκ­φρά­σεις, ὅ­ταν ὑ­πάρ­χουν ἀν­τί­στοι­χες ἑλ­λη­νι­κές: ρι­σκά­ρω (δι­α­κιν­δύ­νευ­α), μον­τά­ρω (συ­ναρ­μο­λο­γῶ), κα­ριέ­ρα (στα­δι­ο­δρο­μί­α), σαμ­πο­τὰζ (δο­λι­ο­φθο­ρά), ἴ­μα­τζ (εἰ­κό­να, ἐν­τύ­πω­ση), πρε­στὶζ (κύ­ρος), γκλά­μουρ (σα­γή­νη, αἴ­γλη), σνόμ­πα­ρα (πε­ρι­φρο­νῶ, ὑ­πο­τι­μῶ), μί­τινγκ (συ­νάν­τη­ση), κοὺλ (ψύ­χραι­μος), πρὲς ροὺμ (αἴ­θου­σα τύ­που), πρὲς κόν­φε­ρανς (συ­νέν­τευ­ξη τύ­που), σπόν­σο­ρας (χρη­μα­το­δό­της, χο­ρη­γός), τὶμ (ὁ­μά­δα), προ­τζε­κτ (ἔρ­γο, με­λέ­τη), ντι­ζά­ιν (σχέ­δι­ο), τά­ι­μινγκ (συγ­χρο­νι­σμὸς) κλπ.
15. Τῆς γραμ­μα­τέ­ως, τῆς για­τροῦ, τῆς γυ­μνα­σι­άρ­χου.
16. Ἀ­πο­φεύ­γου­με ἑρ­μη­νεύ­μα­τα ἀγ­γλι­κῶν λέ­ξε­ων ἑλ­λη­νι­κῆς προ­ε­λεύ­σε­ως ποὺ οἱ ἀν­τί­στοι­χές τους ἑλ­λη­νι­κὲς ἔ­χουν ἄλ­λη ση­μα­σί­α (π.χ. φαν­τα­στι­κός: ὁ τῆς φαν­τα­σί­ας, τρο­με­ρός: ὁ προ­ξε­νῶν τρό­μο, καὶ ὄ­χι κα­τα­πλη­κτι­κός, ὑ­πέ­ρο­χος, ποὺ ση­μαί­νουν οἱ ἀγ­γλι­κὲς fantastic, terrific). Ἐ­πί­σης, δὲ με­τα­φρά­ζον­ται ἀγ­γλι­σμοί: δῶ­σε μου τὸ πιά­το (καὶ ὄ­χι: πέ­ρα­σέ μου τὸ πιά­το), ἀ­πευ­θεί­ας με­τά­δο­ση (καὶ ὄ­χι: ζων­τα­νὴ με­τά­δο­ση), κά­νω λά­θος (καὶ ὄ­χι: εἶ­μαι λά­θος), θὰ σοὺ ξα­να­τη­λε­φω­νή­σω (καὶ ὄ­χι: θὰ σὲ πά­ρω πί­σω).
17. Πρὶν ἀ­πὸ τὴν ἔ­ναρ­ξη (καὶ ὄ­χι: πρὶν τὴν ἔ­ναρ­ξη).
18. Τρι­ά­μι­σι κι­λά, τρει­σή­μι­σι μέ­ρες.
19. Πτώ­σεις ἐ­πιθ. σὲ -ής/ής: ο/ἡ δι­ε­θνής, τοῦ/τῆς δι­ε­θνοῦς, τὸν/τὴ δι­ε­θνῆ, τὸ δι­ε­θνές, τὰ δι­ε­θνῆ, ο/ἡ συ­νή­θης, τοῦ/τῆς συ­νή­θους, τὸν/τὴν συ­νή­θη, τὸ σύ­νη­θες, τὰ συ­νή­θη, τῶν συ­νή­θων. Προ­σο­χὴ (μό­νο γιὰ ἀρσ.): Τοῦ εὐ­γε­νοῦς ἀ­γώ­να, ἀλ­λά: τοῦ εὐ­γε­νῆ (=ἀ­ρι­στο­κρά­τη) (ἐ­πίθ. τὸ α΄, οὐσ. τὸ (Γ). Ἐ­πι­στή­μη συγ­γε­νοῦς (ἐ­πίθ.) κλά­δου. Εἶ­ναι φί­λος ἑ­νὸς στε­νοῦ μου συγ­γε­νῆ (οὔσ.).
20. Ὁ τό­νος τῶν προ­πα­ρο­ξύ­το­νων ἐ­πιθ. σὲ -ός κα­τε­βαί­νει στὴν πα­ρα­λή­γου­σα τῆς γέν. ἐν. καὶ γέν. καὶ αἰτ. πλ., ὅ­ταν αὐ­τὰ χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ται ὡς οὐ­σι­α­στι­κά: συμ­πε­ρι­φο­ρὰ βάρ­βα­ρων ἀν­θρώ­πων, ἀλ­λά: οἱ ἐ­πι­δρο­μὲς τῶν βαρ­βά­ρων.
21. Εὐ­χα­ρι­στοῦ­με ὅ­λους ὅ­σοι μᾶς συμ­πα­ρα­στά­θη­καν (καὶ ὄ­χι: ὅ­σους, δι­ό­τι εἶ­ναι ὑ­ποκ. στὸ ρ. ποῦ ἀ­κο­λου­θεῖ), η: εὐ­χα­ρι­στοῦ­με ὅ­σους …
22. Οἱ ἀ­να­δι­πλα­σι­α­σμοὶ τῶν πάθ. μτχ. ἄλ­λο­τε δι­α­τη­ροῦν­ται καὶ ἄλ­λο­τε ὄ­χι: συγ­κα­λυμ­μέ­νος, ἀ­πο­κομ­μέ­νος, δι­α­λυ­μέ­νος, πα­ρα­ταγ­μέ­νος, συμ­φω­νη­μέ­νος, μυ­η­μέ­νος κλπ. (καὶ ὄ­χι πιά: συγ­κε­κα­λυμ­μέ­νος, ἀ­πο­κε­κομ­μέ­νος, δι­α­λε­λυ­μέ­νος, πα­ρα­τε­ταγ­μέ­νος, συμ­πε­φω­νη­μέ­νος, με­μυ­η­μέ­νος), ἀλ­λὰ μό­νο: πα­ρα­τε­τα­μέ­νος, πε­πει­ρα­μέ­νος, δι­α­κε­κρι­μέ­νος, ἐ­πι­τε­τραμ­μέ­νος(=ἀ­να­πλη­ρω­τὴς πρε­σβευ­τή), κα­τα­βε­βλη­μέ­νος, βε­βι­α­σμέ­νος, ἀ­πο­δε­δειγ­μέ­νος, δε­δη­λω­μέ­νος, τὰ πε­πραγ­μέ­να, ἡ πε­πα­τη­μέ­νη, ἀ­να­με­μιγ­μέ­νος, με­μο­νω­μέ­νος κλπ. Προ­σο­χή: θε­ω­ρῶ δε­δο­μέ­νη τὴν ἐ­κλο­γή του. Ἐ­νήρ­γη­σα βά­σει τῶν δε­δο­μέ­νων ποὺ εἶ­χα στὴ δι­ά­θε­σή μου. Ἀλ­λά: Εἶ­μαι δο­σμέ­νος στὸν ἀ­γώ­να. Μί­λη­σε μὲ τε­τριμ­μέ­νες φρά­σεις. Ἀλ­λά: Φο­ρά­ει τριμ­μέ­να ροῦ­χα κλπ.
23. Ἀ­σχο­λού­μα­στε, ἀ­σχο­λού­μα­σταν (καὶ ὄ­χι: ἀ­σχο­λι­ό­μα­στε κλπ. δι­ό­τι τὸ ρ. εἶ­ναι ἀ­σχο­λοῦ­μαι καὶ ὄ­χι ἀ­σχο­λι­έ­μαι).
24. θο­ρυ­βώ­δης, ὀγ­κώ­δης, θυ­ελ­λώ­δης, ἐν­στι­κτώ­δης κλπ. (καὶ ὄ­χι: σὲ -ώ­δι­κος).
25. Τὸ σὰν χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται γιὰ πα­ρο­μοί­ω­ση καὶ ὡς σύν­δε­σμος χρο­νι­κὸς ἢ αἰ­τι­ο­λο­γι­κός: Ψη­λὸς σὰν κυ­πα­ρίσ­σι. Σὰν ἔρ­θεις μὲ τὸ κα­λό. Ἐ­σὺ σὰν συγ­γε­νὴς ἔ­πρε­πε νὰ ἐ­πέμ­βεις. Τὸ ὡς συ­νο­δεύ­ει κα­τη­γο­ρού­με­να: Ὑ­πη­ρε­τεῖ ὡς κα­θη­γη­τής. Τὸ κα­τη­γο­ρού­με­νο μπαί­νει στὴν ἴ­δια πτώ­ση μὲ τὴ λέ­ξη στὴν ὁ­ποί­α ἀ­να­φέ­ρε­ται: Ἡ ἐ­κλο­γή του ὡς κα­θη­γη­τῆ (καὶ ὄ­χι: ὡς κα­θη­γη­τής).
26. Τὸ πά­νω καὶ τὸ κά­τω στὴ δη­μο­τι­κὴ εἶ­ναι μό­νο το­πι­κὰ ἐ­πιρρ. καὶ κα­κῶς με­τα­γλωτ­τί­ζον­ται τὰ ἐ­πὶ καὶ ὑ­πὸ τῆς κα­θα­ρεύ­ου­σας σὲ πε­ρι­πτώ­σεις ὅ­πως οἱ ἑ­ξῆς: Μί­λη­σε πά­νω στὸ θέ­μα ποὺ μᾶς ἀ­πα­σχο­λεῖ (σω­στό: γιὰ τὸ θέ­μα ἢ ἐ­πὶ τοῦ θέ­μα­τος), θὰ προ­σπα­θή­σου­με κά­τω) ἀπ΄ αὐ­τὲς τὶς συν­θῆ­κες (σω­στό: μὲ αὐ­τὲς ἢ ὑπ΄ αὐ­τές).
27. Τὸ ρ. προ­οι­ω­νί­ζο­μαι εἶ­ναι ἀ­πο­θε­τι­κό, δηλ. δὲ δι­α­θέ­τει ἐ­νερ­γη­τι­κὴ φω­νή.
28. Ἀ­νε­νη­μέ­ρω­τος (καὶ ὄ­χι: ἀ­νη­μέ­ρω­τος), κοι­νο­λο­γῶ (καὶ ὄ­χι: κοι­νω­νι­ο­λογῶ), δὲ θὰ προ­ε­τί­θε­σθε (καὶ ὄ­χι: προ­ε­τί­θε­σθο), τί­θεν­ται (καὶ ὄ­χι: τί­θον­ται.), κοι­νό­το­πος, κοι­νο­το­πί­α (καὶ ὄ­χι: κοι­νό­τυ­πος, κοι­νο­τυ­πί­α), με­γε­θύ­νω, με­γέ­θυν­ση (καὶ ὄ­χι: με­γεν­θύ­νω, με­γέν­θυ­ση), ἐμ­βά­θυν­ση (καὶ ὄ­χι: ἐμ­βάν­θυν­ση), ἀ­πα­θα­να­τί­ζω (καὶ ὄ­χι: ἀ­πο­θα­να­τί­ζω), ἀν­τε­πε­ξέρ­χο­μαι (καὶ ὄ­χι: ἀν­τα­πε­ξέρ­χο­μαι), με­λα­ψὸς (καὶ ὄ­χι: με­λαμ­ψός), Ὀ­κτώ­βρι­ος (καὶ ὄ­χι: Ὀ­κτώμ­βρι­ος), χει­ρουρ­γὸς (καὶ ὄ­χι: χει­ροῦρ­γος), πα­ρει­σφρέ­ω (καὶ ὄ­χι: πα­ρει­σφρύ­ω), πα­ρεμ­πι­πτόν­τως (καὶ ὄ­χι: πα­ρε­πι­πτόν­τως), ἔ­χω ἀ­παυ­δή­σει (καὶ ὄ­χι: ἔ­χω ἀ­πηυ­δή­σει), λι­πο­βα­ρὴς (καὶ ὄ­χι: ἐλ­λι­πο­βα­ρής), ὑ­πο­θάλ­πω, πε­ρι­θάλ­πω (καὶ ὄ­χι: ὑ­πο­θάλ­πτω, πε­ρι­θάλ­πτω), ἀ­κα­το­νό­μα­στος (καὶ ὄ­χι: ἀ­κα­τα­νό­μα­στος), ἀ­θυ­ρό­στο­μος (καὶ ὄ­χι: ἀν­θη­ρό­στο­μος).
29. Τὰ ρή­μα­τα τῶν προ­τά­σε­ων ποὺ ἀ­κο­λου­θοῦν συν­τάσ­σον­ται μὲ αἴτ. καὶ ὄ­χι μὲ γέν. Δὲν ἐ­πι­δέ­χε­ται ἀ­να­βο­λή. Δὲ χρει­ά­ζε­ται πε­ραι­τέ­ρω συ­στά­σεις. Δι­έ­φυ­γε τὴν προ­σο­χή μου. Στε­ροῦ­μαι τὰ ἀ­πα­ραί­τη­τα. Ἀ­πεκ­δύ­ο­μαι τὶς εὐ­θύ­νες μου.
30. Τὰ ἄρ­θρα τὸν, τὴν καὶ τὰ μό­ρι­α δέν, μὴν δι­α­τη­ροῦν τὸ ν ὅ­ταν ἀ­κο­λου­θεῖ λέ­ξη ποὺ ἀρ­χί­ζει ἀ­πὸ φω­νῆ­εν, ἀ­πὸ στιγ­μι­αῖ­ο σύμ­φω­νο (κ, π, τ, μπ, ντ, γκ, τσ, τζ) καὶ ἀ­πὸ τὰ δι­πλὰ ξ, ψ. Τὸ ἴ­διο συμ­βαί­νει καὶ μὲ τὴν πρόσ. ἀν­των. τὴν, ἐ­νῶ ἡ ἀν­των. τὸν δι­α­τη­ρεῖ τὸ ν πάν­το­τε: τὸν ἄν­θρω­πο, τὴν πό­λη, τὸ δρό­μο, δὲ φο­βᾶ­μαι, μὴν πε­ρά­σεις, τὴ βλέ­πω, τὸν βλέ­πω.
31. Οἱ τύ­ποι τῆς ἐ­ρω­τη­μα­τι­κῆς ἀν­των. ποιὸς εἶ­ναι μο­νο­σύλ­λα­βοι καὶ δὲν το­νί­ζον­ται: ποιές, ποιοί, ποιοὺς κλπ.
32. Οἱ μτχ. σὲ -ντας γρά­φον­ται μὲ ώ ὅ­ταν αὐ­τὸ το­νί­ζε­ται καὶ μὲ ο ὅ­ταν δὲν το­νί­ζε­ται: κά­νον­τας, τρα­βών­τας.
33. Γι’ αὐ­τὸ (καὶ ὄ­χι: γι­αυ­τό).
34. Ἡ ἔγ­κλι­ση τό­νου στὸ μο­νο­το­νι­κὸ δι­α­τη­ρεῖ­ται: ὁ ἄν­θρω­πός τους.
35. Πού (ἀ­ναφ. ἀν­των.), ποῦ (ἐ­ρω­τημ. ἐ­πίρρ.), πώς (εἴδ. σύνδ.), πῶς (ἐ­ρω­τημ. ἐ­πίρρ.): ρώ­τη­σα αὐ­τὸν ποὺ ἦ­ταν ὑ­πεύ­θυ­νος ποῦ μπο­ροῦ­σα νὰ σὲ βρῶ. Πῶς μπο­ροῦ­σα νὰ πῶ πώς δὲ σὲ ξέ­ρω;
36. Μί­α, μί­α (=μι­ά), δύ­ο, δύ­ο (=δυ­ό).
37. Κλη­τι­κή: κυ­ρί­α Πρό­ε­δρε (καὶ ὄ­χι: κυ­ρί­α Πρό­ε­δρος).
38. Ἡ ἀ­να­πλη­ρώ­τρι­α δι­ευ­θύν­τρι­α / ὑ­πουρ­γὸς (καὶ ὄ­χι: ἡ ἀ­να­πλη­ρω­τὴς δι­ευ­θυν­τὴς / ὑ­πουρ­γός).
39. Δί­νω, ἀλ­λά: πα­ρα­δί­δω, ἀ­να­δί­δω, ἀ­πο­δί­δω κλπ. / δεί­χνω, ἀλ­λά: ἀ­να­δει­κνύ­ω, ἐ­πι­δει­κνύ­ω, ἀ­πο­δεί­κνυ­α) κλπ. / ρί­χνω, ἀλ­λά: ἀ­πορ­ρί­πτω, κα­ταρ­ρί­πτω, ἐ­πιρ­ρί­πτω κλπ. / λύ­νω, ἀλ­λά: ἐ­πι­λύ­ω, δι­α­λύ­ω κλπ. / στέλ­νω, ἀλ­λά: ἀ­πο­στέλ­λω, δι­α­στέλ­λω κλπ. / κλεί­νω, ἀλ­λά: ἀ­πο­κλεί­ω, πε­ρι­κλεί­ω κλπ. / κό­βω, ἀλ­λά: ἀ­πο­κό­πτω, δι­α­κό­πτω κλπ.
40. Γί­νον­ται ὅ­λοι δε­κτοὶ ἀ­νε­ξαρ­τή­τως ἡ­λι­κί­ας καὶ φύ­λου (καὶ ὄ­χι: ἀ­νε­ξαρ­τή­του ἡ­λι­κί­ας …).
41. Ἀ­πο­λαύ­ει τῆς ἐμ­πι­στο­σύ­νης (καὶ ὄ­χι: ἀ­πο­λαμ­βά­νει).
42. Τῶν (πρώ­ην) τρι­τό­κλι­των θη­λυ­κῶν οὐ­σι­α­στι­κῶν νὰ προ­τι­μᾶ­ται ἡ γε­νι­κὴ σὲ -ἕ­ως ἀν­τὶ σὲ -ής με­τὰ ἀ­πὸ λό­γι­ες προ­θέ­σεις ἢ λό­γι­ες ἢ μὴ λό­γι­ες τυ­πο­ποι­η­μέ­νες φρά­σεις: πρὸ τῆς ἀ­πο­φά­σε­ως, ὑ­πὲρ τῆς λύ­σε­ως, πε­ρὶ τῆς σχέ­σε­ως, σχέ­δι­ο πό­λε­ως, πρώ­της τά­ξε­ως, ὁ­δη­γί­ες χρή­σε­ως, ἡ­με­ρο­μη­νί­α λή­ξε­ως, ὁ­μά­δα κρού­σε­ως, κρί­ση συ­νει­δή­σε­ως, χαί­ρω ἐ­κτι­μή­σε­ως, πά­σης φύ­σε­ως, πο­ρεί­α πλεύ­σε­ως, ἔ­τος ἱ­δρύ­σε­ως κλπ.
43. Δὲ χρει­ά­ζον­ται εἰ­σα­γω­γι­κὰ ὅ­ταν χρη­σι­μο­ποι­οῦ­με με­τα­φο­ρι­κὴ ση­μα­σί­α λέ­ξε­ων: ἡ ρί­ζα τοῦ προ­βλή­μα­τος, τρα­βά­ω τὴν προ­σο­χὴ (καὶ ὄ­χι: ἡ «ρί­ζα» …, «τρα­βά­ω» …) κλπ. Χρη­σι­μο­ποι­οῦ­με εἰ­σα­γω­γι­κά, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὶς γνω­στὲς πε­ρι­πτώ­σεις τῶν αὐ­το­λε­ξεὶ ἐ­πα­να­λαμ­βα­νό­με­νων, τῶν γνω­μι­κῶν καὶ τῶν τί­τλων ἔρ­γων, ὀ­νο­μά­των πλοί­ων, ἱ­δρυ­μά­των κλπ., ὅ­ταν μί­α λέ­ξη ἢ φρά­ση τὴ λέ­με εἰ­ρω­νι­κά, ἐν­νο­ών­τας τὴν ἀ­κρι­βῶς ἀν­τί­θε­τη ση­μα­σί­α, ἡ ὁ­ποί­α στὸ γρα­πτὸ λό­γο δὲν μπο­ρεῖ ἀλ­λι­ῶς νὰ ἀ­πο­δο­θεῖ, ἐ­νῶ, ἀν­τί­θε­τα, στὸν προ­φο­ρι­κὸ ἡ φω­νὴ παίρ­νει τὴν ἀ­νά­λο­γη χροι­ά: μοῦ ἐ­πι­φύ­λα­ξε «θερ­μὴ» ὑ­πο­δο­χὴ (δήλ. ψυ­χρή).
44. Ὑ­πὲρ τὸ δέ­ον (καὶ ὄ­χι: ὑ­πὲρ τοῦ δέ­ον­τος).
45. Τὰ ρ. δι­αρ­ρέ­ω καὶ λει­τουρ­γῶ εἶ­ναι ἀ­με­τά­βα­τα: δι­έρ­ρευ­σε ἀ­πὸ πο­λι­τι­κοὺς κύ­κλους ἡ πλη­ρο­φο­ρί­α ὅ­τι… η: πο­λι­τι­κοὶ κύ­κλοι φρόν­τι­σαν νὰ δι­αρ­ρεύ­σει ἡ πλη­ρο­φο­ρί­α ὅ­τι … (καὶ ὄ­χι: πο­λι­τι­κοὶ κύ­κλοι δι­έρ­ρευ­σαν τὴν πλη­ρο­φο­ρί­α ὅ­τι …). θὰ θέ­σω τὸ μη­χά­νη­μα σὲ λει­τουρ­γί­α (καὶ ὄ­χι: θὰ τὸ λει­τουρ­γή­σω).
46. Ἐ­ξε­λέ­γην, ἐ­ξε­πλά­γην, προ­ή­χθης, συ­νέ­βη, ἐ­πλή­γη, συ­νε­λή­φθη­σαν, δι­ε­ξή­χθη­σαν κλπ., κα­τὰ τοὺς πάθ. ἀ­ορ. β΄ τῆς ἀρ­χαί­ας (καὶ ὄ­χι: ἐ­κλέ­χτη­κα, ἐκ­πλά­γη­κα, προ­ά­χθη­κες, συ­νέ­βη­κε, πλή­χτη­κε, συλ­λή­φθη­καν, δι­ε­ξά­χθη­καν κλπ).
47. Αὐ­τὸς κὰθ΄ ἑ­αυ­τόν, αὐ­τοῦ κὰθ΄ ἑ­αυ­τόν, αὐ­τὸν κὰθ΄ ἑ­αυ­τόν, αὐ­τοὶ κὰθ΄ ἑ­αυ­τούς, αὐ­τῶν κὰθ΄ ἑ­αυ­τοὺς κλπ. (καὶ ὄ­χι: αὐ­τοῦ κὰθ΄ ἑ­αυ­τοῦ, αὐ­τῆς κὰθ΄ ἑ­αυ­τῆς, αὐ­τοὶ κὰθ΄ ἐ­αυ­τοὶ κλπ.).
48. Ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τὸ θέ­μα αὐ­τὸ (καὶ ὄ­χι: ὅ­σο ἀ­φο­ρᾶ στὸ θέ­μα αὐ­τό, δι­ό­τι ἀ­πο­τε­λεῖ με­τα­γλώτ­τι­ση τῆς λό­γι­ας σύν­τα­ξης: ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ εἰς τὸ θέ­μα αὐ­τό).
49. Ὅ­ταν, δύ­ο συ­νή­θως, συ­νε­χό­με­να ἐ­πί­θε­τα ἀ­πο­τε­λοῦν ἐ­πι­θε­τι­κοὺς προσ­δι­ο­ρι­σμοὺς οὐ­σι­α­στι­κοῦ ποὺ ἀ­κο­λου­θεῖ, ἀλ­λὰ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο ἀ­πο­δί­δει μί­α οὐ­σι­ώ­δη ἔν­νοι­α σ΄ αὐ­τό, δὲ χω­ρί­ζον­ται με­τα­ξύ τους μὲ κόμ­μα: ἐ­λα­φρὸ δί­τρο­χο μό­νιπ­πο, εἶ­δος ἰ­τα­λι­κοῦ ἀ­φρώ­δους κρα­σιοῦ, ὁ­λό­σω­μο γυ­ναι­κεῖ­ο μα­γιό.
50. Τὰ ἐ­πί­θε­τα σὲ -εἰ­ος / -ἰ­ὸς ποὺ προ­έρ­χον­ται ἀ­πὸ κύ­ρι­α ὀ­νό­μα­τα πραγ­μα­τι­κῶν προ­σώ­πων γρά­φον­ται μὲ εἰ (ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ος), ἐ­νῶ αὐ­τὰ ποὺ προ­έρ­χον­ται ἀ­πὸ το­πω­νύ­μι­α μὲ ἰ (με­τσό­βι­ο). Ὅ­σα προ­έρ­χον­ται ἀ­πὸ κύ­ρι­α ὀ­νό­μα­τα μυ­θι­κῶν προ­σώ­πων, μπο­ροῦν νὰ γρά­φον­ται καὶ μὲ τοὺς δύ­ο τρό­πους (ἀ­πολ­λώ­νι­ος, ἀ­πολ­λώ­νει­ος).
51. Σὲ πολ­λὰ ρή­μα­τα ἡ χρο­νι­κὴ αὔ­ξη­ση δι­α­τη­ρεῖ­ται: ἤ­λεγ­ξα, δι­ηύ­θυ­να, δι­ε­νήρ­γη­σα, ἀ­πέ­κτη­σα κλπ. (καὶ ὄ­χι: ἔ­λεγ­ξα, δι­εύ­θυ­να κλπ).
52. Εἰ­δω­λο­λα­τρί­α, πρω­το­πο­ρί­α κλπ. (καὶ ὄ­χι σὲ -εἴ­α), δι­ό­τι προ­έρ­χον­ται ἀ­πὸ οὐ­σι­α­στι­κὰ (εἰ­δω­λο­λά­τρης κλπ.) καὶ ὄ­χι ἀ­πὸ ρή­μα­τα.
53. Προ­σο­χὴ στὶς προ­στα­κτι­κὲς ἀ­ο­ρί­στων: πα­ρήγ­γει­λα ἕ­να πο­τὸ / πα­ράγ­γει­λέ μου ἕ­να πο­τό, αὐ­τὸς ἀν­τέ­γρα­ψε τὶς ση­μει­ώ­σεις / ἀν­τί­γρα­ψέ μου τὶς ση­μει­ώ­σεις, αὐ­τὸς ἀ­πέρ­ρι­ψε τὴν πρό­τα­ση τοῦ / ἐ­σὺ ἀ­πόρ­ρι­ψε τὴν πρό­τα­σή του.
54. Οἱ μέ­θο­δοι αὐ­τὲς (καὶ ὄ­χι: οἱ μέ­θο­δοι αὐ­τοί).
55. Ἡ φρά­ση «ἐξ ἁ­πα­λῶν ὀ­νύ­χων» ση­μαί­νει παι­δι­ό­θεν, ἀ­πὸ τὴν παι­δι­κὴ ἡ­λι­κί­α (καὶ ὄ­χι: ἁ­δρο­με­ρῶς, ἀ­κρο­θι­γῶς).
56. Ὁ­ποι­οσ­δή­πο­τε, ὁ­τι­δή­πο­τε (καὶ ὄ­χι: ὁ ὁ­ποι­οσ­δή­πο­τε, τὸ ὁ­τι­δή­πο­τε).
57. Τέ­ως βα­σι­λιάς: ὁ μέ­χρι πρὸ τί­νος βα­σι­λιάς. Πρώ­ην βα­σι­λιάς: ὁ πρὶν ἀ­πὸ πο­λὺ και­ρὸ βα­σι­λιάς.
58. Χι­λι­ε­τί­α: πε­ρί­ο­δος χι­λί­ων ἐ­τῶν. Χι­λι­ε­τη­ρί­δα: ἡ ἐ­πέ­τει­ος χι­λί­ων ἐ­τῶν.
59. Ὁ κύ­ρι­ος Κον­το­λέ­ων, τοῦ κ. Κον­το­λέ­ον­τος, ἡ κυ­ρί­α Κον­το­λέ­ον­τος, τῆς κ. Κον­το­λέ­ον­τος κλπ. (καὶ ὄ­χι τοῦ κ. Κον­το­λέ­ων, ἡ κ. Κον­το­λέ­ων).
60. Συμ­με­τέ­χω, πρτ. συμ­με­τεῖ­χα, μέλλ. ἑ­ξα­κολ. θὰ συμ­με­τέ­χω ὅ­λο τὸ χρό­νο στὶς ἐκ­δη­λώ­σεις, μέλλ. στίγμ. Θὰ συμ­με­τά­σχι­υ στὴν ἐκ­δή­λω­ση, ἀ­όρ. συμ­με­τέ­σχον, πρκ.-ὑ­πρσ. ἔ­χω-εἶ­χα συμ­με­τά­σχει.
61. Δὲν ἀ­πο­φά­σι­σα ἀ­κό­μη, για­τί δὲν ἔ­χω τὰ ἀ­παι­τού­με­να στοι­χεῖ­α (καὶ ὄ­χι: Δὲν ἀ­πο­φά­σι­σα ἀ­κό­μη. Καὶ αὐ­τὸ για­τί…).
62. Ἀ­νῆ­κα, ἀ­νῆ­κες, ἀ­νῆ­κε κλπ. (καὶ ὄ­χι: ἄ­νη­κα, ἄ­νη­κες, ἄ­νη­κε κλπ.)
63. Πα­ρα­τα­τι­κὸς συ­νη­ρη­μέ­νων ρη­μά­των σὲ -οῦ­μαι: Σχο­λι­κὴ γραμ­μα­τι­κὴ δη­μο­τι­κῆς: στε­ρού­μουν (!), στε­ρού­σουν (!), στε­ροῦν­ταν, στε­ρού­μα­σταν, στε­ρού­σα­σταν (!), στε­ροῦν­ταν. Γραμ­μα­τι­κὴ κα­θα­ρεύ­ου­σας: ἐ­στε­ρού­μην, ἐ­στε­ρεῖ­σο, ἐ­στε­ρεῖ­το, ἐ­στε­ρού­με­θα, ἐ­στε­ρεῖ­σθε, ἐ­στε­ροῦν­το. Προ­τει­νό­με­νη κλί­ση: (ε)στε­ρού­μην, (ε)στε­ρεῖ­σο, (ε)στε­ρεῖ­το, στε­ρού­μα­σταν, (ε)στε­ρεῖ­σθε, στε­ροῦν­ταν.
64. Ποι­οῦ­μαι τὴν νήσ­σαν (κοι­νῶς: κά­νω τὴν πά­πια) (καὶ ὄ­χι: ποι­ῶ τὴν νήσ­σαν).


65. Τὸ ἐ­πι­χεί­ρη­μα ποὺ προ­βλή­θη­κε εἶ­ναι ὑ­πὲρ αὐ­τοῦ (καὶ ὄ­χι: ὑ­πέρ του).
66. Ἐ­πι­τα­χύ­νω / προ­ω­θῶ / ἐ­πι­σπεύ­δω τὸ θέ­μα / πρό­γραμ­μα κλπ. (καὶ ὄ­χι: τρέ­χω τὸ θέ­μα / πρό­γραμ­μα).
67. Ὁ­ρι­σμέ­να ἀ­φη­ρη­μέ­να οὐ­σι­α­στι­κά, ὅ­πως: πο­λι­τι­κή, λο­γι­κή, πρα­κτι­κή, συμ­πε­ρι­φο­ρά,ὑ­πο­δο­μὴ κλπ.δὲ χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ται στὸν πλ.: ἡ πο­λι­τι­κὴ ποὺ θὰ ἀ­κο­λου­θη­θεῖ σὲ πολ­λοὺς το­μεῖς (καὶ ὄ­χι:οἱ πο­λι­τι­κὲς ποὺ …) κλπ.
68. Δρώ­με­να= α. τε­λε­τουρ­γί­ες β. ὅ­σα πα­ρι­στά­νον­ται σὲ θε­α­τρι­κὴ σκη­νή. Τε­κται­νό­με­να= μη­χα­νορ­ρα­φί­ες.  Εἶ­ναι λαν­θα­σμέ­νο τὸ ἑρ­μή­νευ­μα: δι­α­δρα­μα­τι­ζό­με­να (π.χ. τὰ δρώ­με­να / τε­κται­νό­με­να τῆς πο­λι­τι­κῆς ζω­ῆς).
69. Ἀ­πο­τεί­νο­μαι, μέλλ. θὰ ἀ­πο­τα­θῶ (καὶ ὄ­χι: ἀ­πο­ταν­θῶ).
70. Χρό­νοι συν­θέ­των τοῦ ἄ­γω: ἐνστ. ἐ­ξά­γω, πρτ. ἐ­ξῆ­γα, μέλλ. ἐ­ξα­κολ. κά­θε χρό­νο θὰ ἐ­ξά­γω, μέλλ. στιγμ. ἡ χώ­ρα φέ­τος θὰ ἐ­ξα­γά­γει ἑ­σπε­ρι­δο­ει­δῆ, ἀ­όρ. ἐ­ξή­γα­γα, πρκ.-ὑ­πρσ. ἔ­χω-εἶ­χα ἐ­ξα­γά­γει.
71. Χρό­νοι τῶν ρη­μά­των σὲ -λλῶ: ἔνστ. ἐ­πι­βάλ­λω, πρτ. ἐ­πέ­βαλ­λα, μέλλ. ἑ­ξα­κολ. θὰ κα­τα­βάλ­λω κά­θε μή­να τὸ ἐ­νοί­κι­ο, μέλλ. στίγμ. θὰ σοὺ κα­τα­βά­λω τὸ ἀν­τί­τι­μο (ἅ­παξ), ἀ­όρ. ἐ­πέ­βα­λα, πρκ.-ὑ­πρσ. ἔ­χω-εἶ­χα ἐ­πι­βά­λει.
72. Ρή­μα­τα ποὺ στὸν ἀ­όρ. λή­γουν σὲ -ησα, -ισα, -υ­σα, -οισα στὸ β΄ πλ. πρστ. ἐ­νεργ. ἀ­όρ. δι­α­τη­ροῦν τὴν ὀρ­θο­γρα­φί­α τῆς πα­ρα­λή­γου­σας: κρα­τῆ­στε, κα­θα­ρί­στε, λύ­στε, ἀ­θροῖ­στε.
73. Ὀρ­θο­γρα­φί­α λέ­ξε­ων: βι­ο­τι­κός, βί­ω­μα, βι­ω­μα­τι­κός, βι­ώ­σι­μος / ἄ­με­σος, ἔμ­με­σος / ἐκ­με­ταλ­λεύ­ο­μαι, ἐκ­με­τάλ­λευ­ση / ὠ­φε­λῶ, (ἀ­φέ­λει­α, ὠ­φέ­λη­μα, ὠ­φέ­λι­μος, ὠ­φε­λι­μι­στής, ὀ­φεί­λω, ὀ­φει­λή, ὄ­φε­λος, ὀ­φει­λέ­της / ἐ­πιρ­ρο­ή, ἐ­πη­ρε­ά­ζω, ἐ­πή­ρει­α / διά­λειμ­μα, δι­ά­λυ­μα (χη­μι­κό), δί­λημ­μα / ἔλ­λει­ψη, ἔλ­λειμ­μα, ἐλ­λι­πὴς / ἐν­νέ­α, ἐν­νι­α­κό­σι­α, ἔ­να­τος, ἐ­νε­νήν­τα / βορ­ρᾶς, βο­ριὰς / ὑ­πε­ρη­φά­νεια, πε­ρη­φά­νια / ποι­κίλ­λω, ποι­κί­λος, ποι­κι­λί­α / γέν­νη­ση, γέ­νε­ση, γε­νέ­θλι­α / ἀλ­λι­ῶς, ἀλ­λιώ­τι­κος, ἀλ­λοι­ώ­νω, ἀλ­λοί­ω­ση / ἀ­μεί­βω, ἀ­μοι­βὴ / ἀ­λεί­φω, ἀ­λοι­φὴ / ἀ­να­στή­λω­ση, ὑ­πο­στύ­λω­ση / δυ­σφή­μη­ση, δι­α­φή­μι­ση / μέ­σω, λό­γω: τὸ ἔ­στει­λα μέ­σω τοῦ κοι­νοῦ μας φί­λου, δὲν πῆ­γα λό­γω τῆς βρο­χῆς / ποιό, πι­ό: δὲν ξέ­ρω ποιὸ εἶ­ναι πι­ὸ κα­λὸ / κα­τά­λη­ξη ρ. σὲ -τὲ (β΄ πλ. ἐ­νεργ. φ.) καὶ -ταὶ (γ΄ ἐν. πάθ. φ.): νὰ μὴ θε­ω­ρεῖ­τε ἀ­ναγ­κα­στι­κὰ σω­στὸ ὅ,­τι θε­ω­ρεῖ­ται γε­νι­κὰ ἀ­πο­δε­κτὸ / ἔ­δω­σα, θὰ δώ­σω, δό­θη­κα, θὰ δο­θῶ / σά­τι­ρα, σα­τι­ρίζθ3, σα­τι­ρι­κὸ ποί­η­μα, Σά­τυ­ρος (μύθ. ἀ­κό­λου­θος τοῦ Δι­ο­νύ­σου), σά­τυ­ρος (ἀ­σελ­γής), σα­τυ­ρι­κὸς (ὁ τοῦ Σα­τύ­ρου), σα­τυ­ρι­κὸ δρά­μα (τὸ ἀρ­χαῖ­ο λο­γο­τε­χνι­κὸ εἶ­δος) / Κέ­κροψ, Χέ­οψ / συ­νεί­δη­ση, συ­νει­δη­το­ποί­η­ση / μή­νυ­μα, μή­νυ­ση / κη­ρύσ­σω, κή­ρυγ­μα / μο­νώ­ρο­φος, δι­ώ­ρο­φος, πο­λυ­ώ­ρο­φος / πα­ρα­λή­φθη­κε σή­με­ρα τὸ ἐμ­πό­ρευ­μα (< πα­ρα­λαμ­βά­νω), πα­ρα­λεί­φθη­κε μί­α γραμ­μὴ ἂπ΄ τὸ κεί­με­νο (< πα­ρα­λεί­πω) / ἔ­λεγ­χος, ἄγ­χος, με­λαγ­χο­λί­α / ὅ­τι, ὅ,­τι: εἶ­πε ὅ­τι θὰ πά­ει, πά­ρε ὅ,­τι θέ­λεις / τυ­ραν­νί­α, ἀ­πόρ­ροι­α, εἰ­λι­κρί­νει­α, κοι­τά­ζω, συ­νεν­νο­οῦ­μαι, δει­σι­δαι­μο­νί­α, συν­δύ­α­ζα:), ἀ­να­καί­νι­ση, ἐ­λάτ­τω­μα, πλα­τει­α­σμός, συν­δαι­τυ­μό­νας, με­γα­λε­πή­βο­λος, βε­βα­ρη­μέ­νος, ἐ­πα­νει­λημ­μέ­νος, συ­νω­μο­σί­α, ὁρ­κω­μο­σί­α, φτώ­χεια, ὤ­σμω­ση, δι­α­πί­δυ­ση, Εὐ­ρι­πί­δης, Θου­κυ­δί­δης, Ἰ­ά­σο­νας, ἀ­πόρ­ριμ­μα, συ­νημ­μέ­νος, εἰ­σι­τή­ρι­ο, ἀν­ταλ­λάσ­σω, δι­α­κε­κρι­μέ­νος συγ­κε­κρι­μέ­νος, ἐγ­κε­κρι­μέ­νος, κα­τα­χώ­ρι­ση, δι­κλί­δα, δου­λειά, δω­σί­λο­γος, ἐγ­χεί­ρη­ση, δι­α­τε­θει­μέ­νος, ἐ­κτε­θει­μέ­νος, ἕλ­κη­θρο.
74. Νέ­α ὀρ­θο­γρα­φί­α λέ­ξε­ων: ἀ­βγό, ἀ­λί­μο­νο, ἀ­νι­ψιός, ἀν­τι­κρί­ζω, Ἀ­ρά­χο­βα, ἀ­φή­νω, βα­θι­ά, βε­ζί­ρης, βρε­μέ­νος, βρι­κό­λα­κας, βρό­μα, γα­βγί­ζω, γα­ρί­φα­λο, γλι­τώ­νω, γό­μα, δυ­ό­μι­σι κλπ., ζή­λια, κα­βγάς, κα­η­μέ­νος, και­νού­ριος, κα­μι­ά, κό­κα­λο, κο­λό­να, κο­πέ­λα, κρε­βά­τι, Λά­ρι­σα, λι­μέ­ρι, λιώ­νω, μα­κε­λι­ό, μα­κρι­ά, Μα­νό­λης, μαν­τί­λι, μό­λος, Μο­ρι­ᾶς, μπί­ρα, Να­βα­ρί­νο, νη­στί­σι­μος, νιώ­θω, ξί­δι, ξι­πά­ζω, πα­λι­κά­ρι, πρίγ­κι­πας, σά­κος, σβή­νω, σι­νά­φι, σιν­τρι­βά­νι, σι­ρί­τι, Σλά­βος, στά­βλος, συ­γνώ­μη, συμ­πά­θι­ο, τά­λι­ρο, τρε­λός, Τρί­κα­λα, φιν­τά­νι, φλι­τζά­νι, φτή­νια, χλο­μός, χνό­το, χρε­ο­κο­πί­α. Τὰ ξέ­να προ­ση­γο­ρι­κὰ καὶ κύ­ρι­α ὀ­νό­μα­τα γρά­φον­ται μὲ τὸν ἁ­πλού­στε­ρο τρό­πο: τρέ­νο, Σέξ­πιρ.
75. Νὰ δι­α­βά­σε­τε μέ­χρι τὴ σε­λί­δα 69 (καὶ ὄ­χι: μέ­χρι καὶ τὴ σε­λί­δα 69).
76. Λαν­θα­σμέ­νη γε­νι­κὴ ἢ λαν­θα­σμέ­νος το­νι­σμὸς ὀ­νο­μα­σι­ῶν ὁ­δῶν τῆς Ἀ­θή­νας: λε­ω­φό­ρος Κη­φι­σι­ᾶς (καὶ ὄ­χι: Κη­φι­σί­ας), ὁ­δὸς Μάρ­νη (καὶ ὄ­χι: Μάρ­νης), ὁ­δὸς Τράλ­λε­ων (καὶ ὄ­χι: Τραλ­λέ­ων), ὁ­δὸς Βα­τά­τζη (καὶ ὄ­χι: Βα­τα­τζή), ὁ­δὸς Κο­ροί­βου (καὶ ὄ­χι: Κο­ρο­ϊ­βου), ὁ­δὸς Χερ­σῶ­νος (καὶ ὄ­χι: Χέρ­σω­νος), ὁ­δὸς Χά­ρη­τος (ὁ Χά­ρης, -ἠ­τος) (καὶ ὄ­χι: Χά­ρι­τος), ὁ­δὸς Ἁλ­κυ­ο­νί­δων (καὶ ὄ­χι: Ἁλ­κυ­ο­νι­δῶν), ὁ­δὸς Ἀτ­θί­δων (καὶ ὄ­χι: Ἀτ­θι­δῶν), ὁ­δὸς Ση­μα­χι­δῶν (Ση­μα­χί­δαι: ἀρ­χαῖ­ος ἀτ­τι­κὸς δῆ­μος) (καὶ ὄ­χι: Συμ­μα­χι­δῶν).
77. Τοῦ Σι­κά­γου, τῆς Νι­κα­ρά­γου­ας, τοῦ Μι­λά­νου, τοῦ Με­ξι­κοῦ, τῆς Κα­λι­φόρ­νι­ας, τῆς Ρι­βι­έ­ρας κλπ. (καὶ ὄ­χι: τοῦ Σι­κά­γο, τῆς Νι­κα­ρά­γου­α κλπ.).
78. Ἡ λέ­ξη αὐ­τὴ ἀ­παν­τᾶ συ­χνὰ στὸν Ὅ­μη­ρο (καὶ ὄ­χι: ἀ­παν­τᾶ­ται).
79. Ὀρ­θο­γρα­φί­α με­ρι­κῶν ὁ­μό­η­χων λέ­ξε­ων: τὸ τεῖ­χος, ὁ τοῖ­χος / ἔ­χω κλί­ση στὴ μου­σι­κὴ (<κλί­νω), πῆ­ρα κλή­ση ἀ­πὸ τὸ δι­κα­στή­ρι­ο (<κα­λῶ) / σύγ­κλι­ση ἀ­πό­ψε­ων, σύγ­κλη­ση συ­νε­δρί­ου, σύγ­κλει­ση δον­τιῶν / ἑ­τε­ρό­κλι­το οὐ­σι­α­στι­κό, ἑ­τε­ρό­κλη­το πλῆ­θος / κλεί­νω τὴν πόρ­τα, κλί­νω τὸ ρῆ­μα / ἡ ἐ­ξάρ­τη­ση ἀ­πὸ τὰ ναρ­κω­τι­κὰ (<ἐ­ξαρ­τῶ), ἡ ἐ­ξάρ­τυ­ση τοῦ στρα­τι­ώ­τη (<ἑ­ξαρ­τύ­ω), ἡ ἐ­ξάρ­τι­ση τοῦ πλοί­ου (<ἑ­ξαρ­τί­ζω) / ἡ σο­ρός του θὰ ἐ­κτε­θεῖ σὲ λα­ϊ­κὸ προ­σκύ­νη­μα, ὁ σω­ρὸς ἀ­πὸ ξύ­λα / τί μέλ­λει γε­νέ­σθαι;, δὲ μὲ μέ­λει τί θὰ γί­νει / ὁ στί­χος τοῦ ποι­ή­μα­τος, νὰ πα­ρα­τα­χθεῖ­τε σὲ τρεῖς στοί­χους / φύλ­λο τοῦ δέν­τρου, τὸ ἀρ­σε­νι­κὸ φύ­λο / ψη­λὴ γυ­ναί­κα, ψι­λὴ κυ­ρι­ό­τη­τα | κλω­στὴ | φω­νὴ κλπ. / ἐ­φορ(ε)ί­α Οἰ­κο­νο­μι­κὴ Ἀρ­χαι­ο­τή­των, εὐ­φο­ρί­α τῆς γῆς | πνευ­μα­τι­κὴ | ψυ­χι­κὴ / κόλ­λη­μα χαρ­τιῶν, νο­μι­κὸ κώ­λυ­μα / πο­λι­τι­κὸ κόμ­μα, ἔ­πε­σε σὲ κῶ­μα / ἀ­πευ­θύ­νω ἔκ­κλη­ση, ἔ­κλυ­ση ἠ­θῶν / σύγ­χυ­ση νο­η­μά­των (<συγ­χέ­ω), ψυ­χι­κὴ σύγ­χι­ση (<συγ­χί­ζω) / ἰ­ω­νι­κὴ φι­λο­σο­φί­α (<Ἰ­ω­νί­α), Ἰ­ο­νι­κὴ Τρά­πε­ζα (<Ἰ­ό­νι­ο) / λι­μὸς (=πεί­να), λοι­μὸς (=λοι­μῶ­δες νό­ση­μα, πα­νώ­λης).
80. Βρέ­χει ἐ­πὶ δι­καί­ους καὶ ἀ­δί­κους (καὶ ὄ­χι: ἐ­πὶ δι­καί­ων καὶ ἀ­δί­κων).
81. Ἀ­νέ­κα­θεν (καὶ ὄ­χι: ἀ­πὸ ἀ­νέ­κα­θεν), μα­κρό­θεν (καὶ ὄ­χι: ἐκ τοῦ μα­κρό­θεν).
82. Ἐ­πὶ τού­τῳ (καὶ ὄ­χι: ἐ­πὶ τού­του).
83. Οἱ στύ­λοι τοῦ Ὀ­λυμ­πί­ου Δι­ὸς (καὶ ὄ­χι: οἱ στῆ­λες).
84. Ὀρ­θο­γρα­φί­α ἡ / καὶ ση­μα­σί­α με­ρι­κῶν πα­ρω­νύ­μων: τε­χνι­κός, τε­χνη­τὸς / ἄλ­λο­τε, ἄλ­λω­στε / πη­λή­κι­ο, πη­λί­κο / παίρ­νω δῶ­ρο, περ­νῶ τὸ δρό­μο / βρό­χος (=θη­λιά), βρόγ­χος (τῶν πνευ­μό­νων) / ἐγ­κύ­πτει στὴ με­λέ­τη τῆς φι­λο­σο­φί­ας, ἐν­σκή­πτει κα­κο­και­ρί­α / κυ­κλα­δι­κὸ εἰ­δώ­λι­ο, ἑ­δώ­λι­ο τοῦ κα­τη­γο­ρου­μέ­νου / τὸν κα­τα­τρέ­χουν οἱ ἐ­χθροί του, τὸν κα­τα­τρύ­χουν οἱ ἀρ­ρώ­στιες / κλη­ρο­δο­τῶ τὸ σπί­τι στὸ γιό μου, κλη­ρο­νο­μῶ τὸ σπί­τι ἀ­πὸ τὸν πα­τέ­ρα μου / ἡ αὐ­γὴ ὑ­πο­φώ­σκει, ὁ κίν­δυ­νος τοῦ πο­λέ­μου ὑ­πο­βό­σκει / κυ­κλο­φο­ρι­α­κὴ συμ­φό­ρη­ση σ΄ ὅ­λην τὴν πό­λη, τὸ κυ­κλο­φο­ρι­κὸ σύ­στη­μα τοῦ ἀν­θρώ­πι­νου σώ­μα­τος / τὸ μεῖγ­μα συ­νί­στα­ται ἀ­πὸ τὰ ἑ­ξῆς ὑ­λι­κά, συ­νι­στᾶ­ται ἡ ἀ­νά­παυ­ση τοῦ ἀ­σθε­νοῦς / ψυ­χι­κὴ ὀ­δύ­νη, (ὀ­δί­νες (=πό­νοι τῆς γέν­νας) / οἱ ἐμ­πει­ρί­ες ἀ­πὸ τὶς ἀ­πο­τυ­χί­ες μας μᾶς πα­ρέ­χουν πο­λύ­τι­μη πεί­ρα / οἱ κά­τοι­κοι τῆς ὑ­παί­θρου, βγῆ­κα στὸ ὕ­παι­θρο γιὰ νὰ ξε­μου­δι­ά­σω / ἀ­παι­τεῖ­ται ἡ νο­ση­λεί­α του σὲ κλι­νι­κή, ἡ ἀ­σφα­λι­στι­κή του ἐ­ται­ρί­α θὰ κα­τα­βά­λει τὰ νο­σή­λι­α.
85. Ἐ­πα­να­λαμ­βά­νω (καὶ ὄ­χι: ξα­να­ε­πα­να­λαμ­βά­νω).
86. Τὸ νο­μο­σχέ­δι­ο ψη­φί­στη­κε κὰτ΄ ἀρ­χὴν (=στὰ βα­σι­κὰ ση­μεῖ­α). Κὰτ΄ ἀρ­χὰς (=ἀρ­χι­κὰ) νό­μι­ζα πὼς ἦ­ταν σω­στό, ἀλ­λὰ με­τὰ ἄλ­λα­ξα γνώ­μη.
87. Ἁ­ψί­κο­ρος = αὐ­τὸς ποὺ χορ­ταί­νει εὔ­κο­λα (καὶ ὄ­χι: ὀ­ξύ­θυ­μος).
88. Πρέ­πει νὰ συ­νει­σφέ­ρουν ὅ­λοι στὸν ἔ­ρα­νο καὶ δὴ καὶ οἱ πλού­σι­οι (καὶ ὄ­χι: καὶ δὴ οἱ πλού­σι­οι).
89. Στὸ βι­βλί­ο τοῦ πραγ­μα­τεύ­ε­ται τὸ θέ­μα τῶν κοι­νω­νι­κῶν θε­σμῶν (καὶ ὄ­χι: δι­α­πραγ­μα­τεύ­ε­ται). Ἀλ­λά: Ὁ Ὑ­πουρ­γὸς Ἐ­ξω­τε­ρι­κῶν δι­α­πραγ­μα­τεύ­ε­ται τοὺς ὅ­ρους τῆς εἰ­ρή­νης.
90. Ὁ ἐ­πι­κε­φα­λῆς, τοῦ ἐ­πι­κε­φα­λῆς, τὸν ἐ­πι­κε­φα­λῆς, οἱ ἐ­πι­κε­φα­λῆς κλπ.
91. Κα­λύ­τε­ρος ἢ πι­ὸ κα­λὸς (καὶ ὄ­χι: πι­ὸ κα­λύ­τε­ρος).
92. Κα­μί­α ἀλ­λα­γὴ δὲν ἐ­πέ­φε­ρε ὁ νέ­ος κα­νο­νι­σμός, ἤ: οὐ­δε­μί­α ἀλ­λα­γὴ ἐ­πέ­φε­ρε ὁ νέ­ος κα­νο­νι­σμὸς (καὶ ὄ­χι: κα­μί­α ἀλ­λα­γὴ ἐ­πέ­φε­ρε ὁ …, η: οὐ­δε­μί­α ἀλ­λα­γὴ δὲν ἐ­πέ­φε­ρε ὁ …).
93. Ὁ εὐ­θύς, τοῦ εὐ­θῦ ἢ εὐ­θέ­ος (καὶ ὄ­χι σέ: -ως) κλπ.
94. Τὰ σύν­θε­τα μὲ προ­θέ­σεις ρή­μα­τα στὸν πρτ. καὶ στὸν ἀ­όρ. ἄλ­λο­τε ἔ­χουν ἐ­σω­τε­ρι­κὴ συλ­λα­βι­κὴ αὔ­ξη­ση καὶ ἄλ­λο­τε ὄ­χι: ἐ­ξέ­φρα­σα (καὶ ὄ­χι: ἔκ­φρα­σα), ἐ­ξέ­φρα­σαν (καὶ ὄ­χι: ἔκ­φρα­σαν) η: ἐκ­φρά­σα­νε, συ­νέ­θε­σα (καὶ ὄ­χι: σύν­θε­σα), συ­νέ­θε­σαν (καὶ ὄ­χι: σύν­θε­σαν) η: συν­θέ­σα­νε, εἰ­σέ­πρα­ξα (καὶ ὄ­χι: εἴ­σπρα­ξα), εἰ­σέ­πρα­ξαν (καὶ ὄ­χι: εἴ­σπρα­ξαν) η: εἰ­σπρά­ξα­νε κλπ., ἀλ­λὰ μό­νο: δι­α­χώ­ρι­σα, με­τα­βί­βα­ζα, ἐκ­φώ­νη­σα, ἐ­κλι­πά­ρη­σα κλπ.
95. Ἐ­νήρ­γη­σα στὸ πλαί­σι­ο τῶν ἁρ­μο­δι­ο­τή­των μου (καὶ ὄ­χι: στὰ πλαί­σι­α).
96. Στὴ συ­νέ­λευ­ση ζή­τη­σα τὸ λό­γο γιὰ νὰ δι­α­τυ­πώ­σω / ἐκ­φρά­σω / ἐκ­θέ­σω τὴν ἄ­πο­ψή μου (καὶ ὄ­χι: γιὰ νὰ το­πο­θε­τη­θῶ).
97. Τὰ τε­λευ­ταί­α γε­γο­νό­τα φο­βᾶ­μαι πὼς θὰ ἀ­νοί­ξουν τὸν ἀ­σκὸ τοῦ Αἰ­ό­λου (καὶ ὄ­χι: τοὺς ἀ­σκούς).
98. Τὰ ὀ­νό­μα­τα ἑλ­λη­νι­κῶν πό­λε­ων καὶ νο­μῶν πρέ­πει νὰ χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ται στὸ λό­γι­ο τύ­πο τους σὲ ὀ­νο­μα­σί­ες ἱ­δρυ­μά­των, ὀρ­γα­νι­σμῶν, κτι­ρί­ων κλπ. καὶ σὲ κα­θι­ε­ρω­μέ­νες ὀ­νο­μα­σί­ες ἀ­γρο­τι­κῶν προ­ϊ­όν­των: 1° Πει­ρα­μα­τι­κὸ Λύ­κει­ο Ἀ­θη­νῶν, Δῆ­μος Πει­ραι­ῶς, Πα­νε­πι­στή­μι­ο Πα­τρών, Σταθ­μὸς Λα­ρί­σης, νο­μὸς Πέλ­λης, Δη­μο­τι­κὴ Βι­βλι­ο­θή­κη Ἰ­ω­αν­νί­νων, Μη­τρό­πο­λη Πρε­βέ­ζης, Σχο­λὴ Ἐμ­πο­ρι­κοῦ Ναυ­τι­κοῦ Κε­φαλ­λη­νί­ας, πι­πε­ριὲς Φλω­ρί­νης, ἐ­λιὲς Ἀμ­φισ­σης, φι­στί­κια Αἰ­γί­νης κλπ.
99. Λά­θη στὴ στρα­τι­ω­τι­κὴ ὁ­ρο­λο­γί­α: ἡ πε­ρί­πο­λος (καὶ ὄ­χι οὔδ.), ὁ γε­μι­στή­ρας, ὁ τε­λα­μώ­νας, ὁ ἀ­ορ­τή­ρας, ὁ ζω­στή­ρας (καὶ ὄ­χι θήλ.), οἱ λο­χί­ες (καὶ ὄ­χι: οἱ λο­χί­οι), στρα­τι­ώ­της προ­σκε­κολ­λη­μέ­νος σὲ ἄλ­λη μο­νά­δα (καὶ ὄ­χι: προ­σκω­λυ­ό­με­νος).
100. Ὁ προ­βλή­τας τοῦ λι­μα­νιοῦ (καὶ ὄ­χι: ἡ προ­βλή­τα).
Σύν­τα­ξη: Δ. Κρα­σα­νά­κης, κα­θη­γη­τὴς 1ου Ἑ­νι­αί­ου Πει­ρα­μα­τι­κοῦ Λυ­κεί­ου Ἀ­θη­νῶν

 πηγή : filonoi.gr