Πέμπτη, 29 Οκτωβρίου 2020

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ -- η δομή της ποιητικής σύνθεσης του Ελύτη

 

ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ     «ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ»

 

Το Άξιον Εστί του Ελύτη, είναι ένα μεγάλο ποίημα με εξαιρετικά περίπλοκη αρχιτεκτονική, στο οποίο ο ποιητής συνόψισε όλα τα αισθήματα της ωριμότητάς του. "Άξιον Εστί" είναι μια φράση που τη συναντά κανείς στον επιτάφιο θρήνο της Μ. Παρασκευής. "Άξιον Εστί μεγαλύνειν σε τον Ζωοδότην...".

Ολόκληρη η σύνθεση διαιρείται σε τρία μέρη: "Γένεσις", "Πάθη", "Δοξαστικόν".

Το δεύτερο μέρος, "Τα Πάθη", αποτελείται από τρεις κατηγορίες:

  • τους ψαλμούς, που έχουν για πρότυπο τα βυζαντινά τροπάρια και τους Ψαλμούς του Δαβίδ. Είναι γραμμένοι σε ελεύθερο στίχο και κατά ζεύγη.
  • τα άσματα, που περιβάλλουν τα αναγνώσματα έχουν μια αυστηρή στιχουργική μορφή. Γενικό χαρακτηριστικό των ασμάτων είναι η διαίρεσή τους σε οριζόντια ημιστίχια με ένα κόσμημα (ρόδακα) στο σημείο του χωρισμού, που συνήθως αποτελεί και ένδειξη μετρικής τομής.
  • τα αναγνώσματα, που αποτελούν τη σπονδυλική στήλη των Παθών, είναι γραμμένα στο ύφος των απομνημονευμάτων του Μακρυγιάννη και των περικοπών του Ευαγγελίου. Το περιεχόμενό τους αποτελεί μια ρεαλιστική απεικόνιση της εμπειρίας που είχε ο ποιητής σαν ανθυπολοχαγός στο Αλβανικό μέτωπο και σαν αυτόπτης μάρτυρας της Κατοχής και του εμφυλίου πολέμου.

Αποτελούν τρεις ενότητες και εναλλάσσονται με μαθηματική τάξη. Κάθε ενότητα αποτελείται από έξι ψαλμούς, τέσσερα άσματα και δύο αναγνώσματα. Έχουμε δηλαδή στα "Πάθη" συνολικά, 18 Ψαλμούς, 12 άσματα και 6 αναγνώσματα.
Από θεματική άποψη, η πρώτη ενότητα αναφέρεται στη Συνείδηση μέσα στην Παράδοση, η δεύτερη στη Συνείδηση μέσα στον Κίνδυνο και η τρίτη στη Συνείδηση μέσα στην υπέρβαση του Κινδύνου.


(Από το βιβλίο: ΚΙΜΩΝ ΦΡΑΪΕΡ, ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ ΤΟ ΤΙΜΗΜΑ, Εισαγωγή στην ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη, Κέδρος 1978).

 

Τρίτη, 20 Οκτωβρίου 2020

Μάχη με το χρόνο

 Ήπια όλες τις δόσεις της νιότης μου νωρίς

Και τώρα ο πανδαμάτωρ χρόνος

Σμιλεύει στη μορφή μου την επέλασή του

  

Κάνει κατά μέτωπον επίθεση στη φάλαγγα των κυττάρων μου

Που ανήμπορα διασκορπίζονται σε μικρές αυλακιές

Κάτω και πλάι από την αίσθηση της όρασης

 

 Ποιο δρόμο άραγε θα διαλέγουν τώρα τα δάκρυα;

 

Τα πιο γενναία απομακρύνονται περισσότερο

 Και κατηφορίζουν βιαστικά τους λόφους των ζυγωματικών

 Κάνοντας επιτακτικά αισθητή τη συσσώρευσή τους

 Πάνω και πλάι στο έρκος οδόντων

  

 

Τόσο βαθιά η χαράδρα του χαμόγελου!

Ποια υποψία χαράς σε τόσο βάθος;

 

Η νιότη μας παλιώνει…

Όμορφα άραγε;