Παρασκευή 13 Δεκεμβρίου 2019

Η εκπαιδευτική αξία της μπάμιας

ΤΟΥ ΤΑΚΗ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΥ
Καθημερινή 6-12-19
 
«Σήμερα στο μεσημεριανό έχουνε μπάμιες. Δεν του αρέσανε ποτέ...». Είναι οι δύο πρώτες φράσεις από το κείμενο «Μπάμιες» που προσφέρεται στους μαθητές της Γ΄ Λυκείου, στο μάθημα των Νέων Ελληνικών. Θα μου πείτε και «Η αναζήτηση» του Προυστ ξεκινάει με μια φράση αντιστοίχου ασημαντότητας. «Για χρόνια πλάγιαζα νωρίς». Επεται η ανάπτυξη του δράματος γύρω από το οικογενειακό τραπέζι, με αφορμή τις μπάμιες που δεν χωνεύει ο πρωταγωνιστής: «Μέσα σαρδόνια οδοντοστοιχία σαν τη γκριμάτσα της συνάθροισης γύρω από το τραπέζι...». Το κείμενο το υπογράφει η Θεώνη Κοτίνη και κατατάσσεται στο είδος «μπονσάι» – συντομότατα διηγήματα. Δεν θα κρίνω το κείμενο. Το πρόβλημα εντοπίζεται στην επιλογή του και στον οδηγό ανάγνωσης που το συνοδεύει και θυμίζει φυλλάδιο με οδηγίες χρήσης ηλεκτρικής συσκευής. Αγοράζεις αφυγραντήρα. Το πρώτο πράγμα που σου λέει το φυλλάδιο είναι ότι η συσκευή που αγόρασες χρησιμεύει για να μειώσει την υγρασία στην ατμόσφαιρα. Μην προσπαθήσεις να φτιάξεις καφέ φίλτρου, διότι θα αποτύχεις. Αντιστοίχως, το εγχειρίδιο σου εξηγεί ότι το θέμα του κειμένου δεν είναι οι μπάμιες με το κοτόπουλο, αλλά «τα προβλήματα που ταλανίζουν μια οικογένεια». Κυρίως δε τον έφηβο γιο, ο οποίος «αισθάνεται πως το ενδιαφέρον που του δείχνουν απαιτεί για αντάλλαγμα την δική του υποταγή». Ακολουθεί ανθολόγηση «εκφραστικών μέσων», όπως η «γλίτσα της στοργής», το «σάλιο της υποταγής» και πάει λέγοντας. Συμπέρασμα, πάντα κατά τις οδηγίες χρήσης: ο συγγραφέας καταφέρνει να «αισθητοποιήσει» αφηρημένες έννοιες και αισθήματα.

Υποθέτω ότι ο μαθητής, πριν φτάσει στις μπάμιες, έχει ασκήσει το αισθητήριό του ως αναγνώστη. Εχει διαβάσει τους κλασικούς, όχι μόνον τους Ελληνες, έχει διδαχθεί ποίηση, παίζει στα δάχτυλα τους διηγηματογράφους μας και έχει συγκρουσθεί με τη δοκιμιακή γραφή. Κοινώς έχει γίνει ένας επαρκής αναγνώστης και του μένουν μόνον οι «Μπάμιες». Κακώς βέβαια τα υποθέτω όλ’ αυτά, προσπαθώ όμως κι εγώ να «αισθητοποιήσω» την αισιοδοξία μου.

Δεν υπάρχει νομίζω καλύτερη απάντηση σε όσους αναρωτιούνται γιατί οι Ελληνες υστερούν στην κατανόηση κειμένου από το δείγμα γραφής που παρέθεσα. Πώς δεν μαθαίνεις να διαβάζεις; Πρώτον, όταν σου λένε τι είναι αυτό που διαβάζεις και δεν σου επιτρέπουν να το ανακαλύψεις μόνος σου. Δεύτερον, όταν δεν έχεις κριτήριο για να αποτιμήσεις την αξία αυτού που διαβάζεις. Το κριτήριο το αποκτάς όταν έχεις κάποια ιδέα για το τι είναι κλασικό, τι έχει αντέξει στον χρόνο και για ποιους λόγους. Φαντάζομαι όμως ότι η αντίληψη του κλασικού θεωρείται συντηρητική από τους προοδευτικούς εκπαιδευτικούς μας. Θα αλλάξουν τα βιβλία; Θα αξιολογηθούν οι εκπαιδευτικοί; Πάντως κάτι πρέπει να αλλάξει, γιατί σε λίγο θα συνεννοούμαστε με νοήματα και γροθιές.

Τετάρτη 4 Δεκεμβρίου 2019

Κριτήριο (χωρίς λογοτεχνικό κείμενο) για ΕΠΙΣΤΗΜΗ-ΗΘΙΚΗ- ΚΛΩΝΟΠΟΙΗΣΗ-ΜΕΤΑΛΛΑΓΜΕΝΑ ΤΡΟΦΙΜΑ


 ΚΕΙΜΕΝΟ  1

«Τρέμω την καταστροφή που προκαλεί ο άνθρωπος»

Λαμπρινή Σταμάτη 24-9-2002 ΤΑ ΝΕΑ
Η ρήση «αν θέλεις ειρήνη, προετοιμάσου για πόλεμο» ήταν το μεγαλύτερο ψέμα που μας είπε η ιστορία, λέει στα ΝΕΑ ο παλιός φίλος του Αϊνστάιν, 94χρονος σήμερα, Joseph Rotblat.  «Η πυρηνική απειλή είναι ακόμα υπαρκτή. Μπορούμε όμως να μειώσουμε την πόλωση που κάνει τα όπλα μαζικής καταστροφής ακόμα πιο επικίνδυνα»
Είναι ο τελευταίος επιζών από τους έντεκα διακεκριμένους επιστήμονες που, στις 9 Ιουλίου του 1955, υπέγραφαν το «Μανιφέστο Ράσελ - Αϊνστάιν», αποκηρύσσοντας τα πυρηνικά και τα όπλα μαζικής καταστροφής. Σαράντα επτά χρόνια πριν, ο σερ Τζόζεφ Ρότμπλατ, μαζί με τους υπολοίπους, έφερνε το μαχαίρι στο κόκαλο: «Το πρόβλημα που σας παρουσιάζουμε είναι ξεκάθαρο, τρομακτικό, αναπόφευκτο: θα υπογράψουμε το τέλος της ανθρώπινης φυλής ή θα πρέπει η ανθρωπότητα να  αποκηρύξει τον πόλεμο;».
Σήμερα, σε ηλικία 94 ετών, μιλάει στα «ΝΕΑ» με το ίδιο πάθος, εξακολουθεί να βλέπει την αλήθεια γυμνή. «Είναι υποχρέωσή μου - ίσως η αποστολή μου τελικά - να επαναφέρω ξανά και ξανά το ίδιο ερώτημα. Η πυρηνική απειλή μπορεί να μην είναι τόσο έντονη πλέον, όμως δεν έχει εξαφανισθεί - το απέδειξε η πρόσφατη κρίση στο Κασμίρ. Τα πυρηνικά οπλοστάσια μπορεί να έχουν μειωθεί, όμως υπάρχουν αρκετές κεφαλές παντού γύρω μας. Το αν θα τις χρησιμοποιήσουμε, το αν θα απελευθερώσουμε την καταστροφική τους δύναμη εξαρτάται μόνο από ευαίσθητους χειρισμούς και από πολύ λεπτές ισορροπίες».
«Όλοι έχουμε πολλά να μάθουμε από τα λάθη του παρελθόντος», λέει ο Τζόζεφ Ρότμπλατ. «Κι ακόμη περισσότερα, οι επιστήμονες - γιατί ό,τι κάνουν έχει τη δύναμη να επηρεάσει θετικά ή πολύ αρνητικά την ανθρωπότητα. Δυστυχώς, είναι πολλοί εκείνοι που ακόμη δεν έχουν διδαχθεί από τα παθήματα του χθες, που δεν συνειδητοποιούν πως έξω από τα σύνορα των εργαστηρίων, οι προτάσεις και οι ιδέες τους μπορεί να έχουν και καταστροφικές εφαρμογές».
Είναι πολύ προσεκτικός όταν μιλάει για τα όρια της επιστημονικής έρευνας, για το σημείο όπου η περιπέτεια της επιστήμης (της όποιας επιστήμης) οφείλει να «παγώσει» για λίγο, κι όλοι οι εμπλεκόμενοι να σταθούν, να συνυπολογίσουν το ρίσκο, να εκτιμήσουν το τελικό ισοζύγιο. «Είναι στη φύση των ανθρώπων να αναζητούν την αλήθεια», λέει, «κι αυτό σημαίνει πως η επιστήμη δεν μπορεί να έχει πινακίδες με stop. Δεν μπορεί όμως και η έρευνα να είναι ανεξέλεγκτη. Παλιότερα, ο διαχωρισμός μεταξύ θεωρητικών επιστημόνων και εκείνων που αναζητούσαν τρόπους εφαρμογής της επιστημονικής γνώσης, κρατούσε κάποια ισορροπία.
Ωστόσο, οι συσχετισμοί άλλαξαν άρδην. Στην περίπτωση της ατομικής βόμβας ήταν οι θεωρητικοί επιστήμονες εκείνοι που εργάστηκαν για την κατασκευή της. Σήμερα θεωρία και εφαρμογή είναι δυσδιάκριτα, γιατί όλα γίνονται με πολύ μεγάλες ταχύτητες. Άρα, ένα είδος ελέγχου, κάποιας μορφής περιορισμοί είναι απαραίτητοι. Δεν μπορείς να ζητάς από την κοινή γνώμη να συνειδητοποιήσει τους πιθανούς κινδύνους. Τότε θα είναι πολύ αργά».
Ο Τζόζεφ Ρότμπλατ θα ήθελε να υπάρξει μία ομάδα ελέγχου, αποτελούμενη από πολλούς επιστήμονες, η οποία να μπορεί να διακρίνει τις λάθος από τις σωστές επιστημονικές εφαρμογές, το τι είναι επιθυμητό και τι ανεπιθύμητο, τι θετικό και τι αρνητικό. «Όπως στα νοσοκομεία υπάρχουν επιτροπές ηθικής, έτσι θα πρέπει να υπάρχουν και σε όλες τις επιστήμες. Για να διασφαλίζουν ότι οι όποιες αποφάσεις δεν θα λαμβάνονται από μεμονωμένα άτομα, αλλά θα είναι συλλογικές και άρα, πιθανότερα, για το κοινό καλό». Δεν θα ήθελε ωστόσο οι περιορισμοί και οι απαγορεύσεις (σχετικά με την πυρηνική ενέργεια, τα γενετικά μεταλλαγμένα φυτά, την κλωνοποίηση, τις εφαρμογές της γενετικής κ.ά.) να είναι διά νόμου. «Τουλάχιστον όχι σε αυτή τη φάση. Θα προτιμούσα να είναι οι ίδιοι οι επιστήμονες που θα θέτουν τα όρια στις έρευνές τους. Αν δεν μπορεί να συμβεί αυτό, ναι, θα χρειαστεί κυβερνητική παρέμβαση, νομοθεσία. Όμως, στην πραγματικότητα είναι ο κώδικας ηθικών αξιών που θα πρέπει να τηρηθεί κι όχι η όποια νομοθεσία»...

ΚΕΙΜΕΝΟ  2

Είμαστε ό,τι τρώμε…

Λοιπόν, για σήμερα το μενού περιλαμβάνει μοσχαρίσιο κρέας εμπλου­τισμένο με γονίδια σκόρδου, πατάτες εμβολιασμένες με γονίδια σκύλου, μεταλλαγμένη σόγια και γενετικά τροποποιημένη ντομάτα. Μήπως σας φαίνονται περίεργα όλα αυτά; Και όμως αρκετοί ανάμεσά μας έχουν δοκιμάσει ανάλογες λιχουδιές και σύντομα θα τις δοκιμάσουν και οι υπόλοιποι. Το σενάριο μοιάζει εφιαλτικό, αλλά εδώ που τα λέμε δεν είναι και λίγοι οι εφιάλτες με τους οποίους έχουμε συνηθίσει να ζούμε.
Μέχρι τώρα ο κύριος διατροφικός κίνδυνος προερχόταν απ’ τη χημική μόλυνση των τροφών: με φυτοφάρμακα, λιπάσματα, ορμόνες, κρεατά­λευ­ρα κτλ. ντοπάραμε τα φυτικά και ζωικά είδη, με σκοπό να αυξήσουμε την παραγόμενη ποσότητα τροφής και στο τέλος καταφέραμε να κάνουμε κάθε τροφή ύ­ποπτη για λιγότερο ή περισσότερο σοβαρές ασθένειες. Από εδώ και πέρα, η κύρια απειλή θα προέρχεται απ’ τη γενετική μόλυνση: γενετικά υλικά αναμιγνύονται, γονίδια μεταφέρονται απ’ το ένα είδος στο άλλο, γενετικοί κώδικες τροποποιούνται.
Και όλα αυτά για την εξυπηρέτηση των αυξημένων ανθρώπινων ανα­γκών. Ο πληθυσμός της γης πληθαίνει, οι ανάγκες σε τροφή πολλαπλασιάζονται, οι φυσικές αντοχές μειώνονται, άρα κάτι πρέπει να γίνει. Τουλάχιστον έτσι λένε. Στα αλήθεια όμως υπάρχει κανείς που πιστεύει πως οι εταιρείες βιοτεχνολογίας μοχθούν νύχτα-μέρα, για να ταΐσουν τον υποσιτισμένο Αφρικανό; Υποσιτισμένος ήταν και υποσιτισμένος θα μείνει, τη στιγμή μάλιστα που ο αναπτυγμένος κόσμος αναζητεί στα ινστιτούτα αισθητικής την καλλίγραμμη σιλουέτα που η πολυφαγία τού στέρησε. Τροφή υπάρχει, και μάλιστα μπόλικη. πρόθεση να διατεθεί δίκαια δεν υπάρχει. Άρα, τα περί κάλυψης των αναγκών δε πείθουν. Κάπου αλλού βρίσκονται οι αληθινές αιτίες.
Στην πραγματικότητα η παραγωγή μεταλλαγμένων τροφίμων είναι μια εξαιρετικά κερδοφόρα δραστηριότητα. Οι εταιρίες βιοτεχνολογίας κατα­σκευάζουν ένα εξελιγμένο φυτικό ή ζωικό είδος, που με μικρότερο κόστος αποδίδει μεγαλύτερη ποσότητα. Με την εμπορική προώθησή του φτάνει στο γεωργό ή στον κτηνοτρόφο που δε δυσκο­λεύεται να καταλάβει πως η μεταλλαγμένη ντομάτα ή το μεταλλαγμένο κουνέλι συμφέρουν περισσό­τερο στην καλλιέργεια ή στην εκτροφή. Το κράτος που βλέπει την αγροτική και την κτηνοτροφική παραγωγή να αυξάνεται αναγκάζεται με ή χωρίς επιφυλάξεις να συγκατανεύσει και ο καταναλωτής που βρίσκει τα μεταλλαγμένα είδη σε οικονομικότερη τιμή υποχρεώνεται να τα αγοράσει. Μέσα απ’ την αθώα αυτή διαδικασία, το συμφέρον της πολυεθνικής ταυτίζεται με το συμφέρον του παραγωγού, του κράτους και του καταναλωτή και απ’ τη διαπλοκή των συμφερόντων τους εξασφαλίζεται ένα μπλοκ δυνάμεων που προωθούν ή ανέχονται την προώθηση των γενετικά τροποποιημένων φυτικών και ζωικών ειδών.
Μ’ αυτά και μ’ αυτά, εισβάλλουν τα μεταλλαγμένα στο πιάτο μας. Ποιος στ’ αλήθεια, είναι πλέον βέβαιος ότι αυτό που τρώει δεν περιέχει γενετικά τροποποιημένα στοιχεία, όταν ένα πλήθος από μεταλλαγμένα είδη διακινούνται στην αγορά κρυμμένα στα ψιλά γράμματα των συσκευα­σιών; Γιατί, πράγματι, απ’ τις τυποποιημένες τροφές των σούπερ μάρκετ ως τα φρέσκα λαχανικά της λαϊκής και το κρέας του χασάπη της γειτονιάς, ο κίνδυνος καιροφυλα­κτεί εκεί που δεν τον περιμένεις, φέρνο­ντας μαζί του πρώτα κάποιες εκπτώσεις στη γεύση, ύστερα κά­ποιες ελαφρότερες ή σο­βαρότερες ασθένειες και στο τέλος μπορεί και γενετικές μεταλλάξεις.
Παρ’ όλα αυτά, δεν πιστεύουμε πως θα ήταν φρόνιμο να εμποδιστούν οι έρευνες της γενετικής και οι εφαρμογές της βιοτεχνολογίας, αφού με συνετή χρήση θα μπορούσαν να αποβούν πολλαπλά ωφέλιμες για την ανθρωπότητα. Αυτό που δεν μπορούμε να καταλάβουμε είναι πώς απ’ την επιστημονική έρευνα περάσαμε με τέτοια ευκολία στη μαζική εμπο­ρι­κή παραγωγή και εκμετάλλευση των μεταλλαγμένων ειδών, δίχως ακόμη να έχει υπολογιστεί επιστημονικά ο ενδεχόμενος κίνδυνος. Ακριβέστερα, αυτό που δεν μπορούμε να καταλάβουμε είναι πώς αφήνονται οι πολυεθνικές εταιρίες έτσι ασύδοτες να πειραματίζονται και να αυτοσχε­διάζουν πάνω στους μηχανισμούς της ζωής, άρα πάνω στην ισορροπία του φυσικού περιβάλλοντος και στην υγεία όλης της ανθρωπότητας.

 

 

ΚΕΙΜΕΝΟ  3

Τι θα γνωρίζουν για μας τα αντίγραφα μας;
Κική Δημουλά, περιοδικό  «Μετρό»
Θαυμαστά τα έργα της επιστήμης. Ανεπαρκής να τα συλλάβει η αντίληψη μου. Αποστηθίζει μόνον τους φωτεινούς κύκλους. Γι' αυτό και η γλώσσα μου, ως αμαθής, προσέχει και ποτέ δεν πατάει το πόδι της σε τέτοια σκοτεινά εδάφη. Το να σχολιάζω μιαν ανακάλυψη μου φαίνεται πιο υπερφίαλο απ' το να επιχειρήσω να πιάσω τ' άστρα. Και αν τώρα παραβαίνω τη σοβαρότητά μου, είναι γιατί με παρέσυρε ένα τρελό τηλεφώνημα φίλης φανατικής οικολόγου, τόσο που αρνείται να πατήσει σε γκαζόν επειδή αντιγράφει προσβλητικά το θείο, φυσικό γρασίδι.
Η φωνή της ήταν οργισμένη, αντί καλημέρας με περιέλουσε με ψόγους που «κάθομαι αραχτή μέσα στη νοικοκυρίστικη καταθλιψούλα μου αντί να ξεσηκωθώ εναντίον των τρομοκρατών που τοποθέτησαν νέα βόμβα στα θεμέλια της ύπαρξής μας  και, πάει, όπου να 'ναι θα τιναχτεί στον αέρα η ατομικότητά μας, αυτό το μεγαλοειδές δώρο που έδωσε στον καθένα μας η φύση». Ένας καταιγισμός μαύρων οιωνών και σιγά σιγά ξεκαθάρισα ότι τρομοκράτες χαρακτήριζε τους Άγγλους ερευνητές και βόμβα την ανακάλυψή τους, την κλωνοποίηση. Περιέγραψε εν τω μεταξύ με αξιοζήλευτη άνεση τις περίπλοκες κινήσεις του πειράματος σαν να ήταν η ίδια ερευνητής. Πάλευα να καταλάβω από πού έφευγαν κύτταρα, πώς μπαινόβγαιναν στην κατάψυξη, πώς μεταφέρονταν οι ομοιότητες σε ωάριο αδειασμένο από τον αρχικό του ρόλο, τι σπέρμα ήταν αυτό που δεν ήταν σπέρμα αλλά κομμάτι από το αυτί ή την αχίλλειo πτέρνα -πελάγωσα. Και πού να τολμήσω βέβαια να υπερασπίσω την «καταθλιψούλα» μου, ότι είναι το ιστορικό πολλών και διαφόρων ξεσηκωμών μου εναντίον πολλών και διαφόρων βομβών που τοποθέτησαν τα ανεπιθύμητα στα θεμέλια των επιθυμητών. Βόμβες, που, παρά τους ξεσηκωμούς εξερράγησαν.
Ωστόσο, συνωστίζομαι τώρα κι εγώ έξω από το θόρυβο και τη μεγάλη ανησυχία που ξεσήκωσε το επίτευγμα. Το διαφημίζει, νόστιμη, ήρεμη η Ντόλι, ανυποψίαστη ότι είναι το ορεκτικό ώσπου να φτάσουμε στο κύριο γεύμα. Τον άνθρωπο.
Να ληφθούν μέτρα, ξεφώνιζε η οικολόγος φίλη. Ποια μέτρα, αλήθεια; Η μοίρα της ανθρωπότητας είναι σαν τη Λερναία Ύδρα. Κόβεις το κεφάλι της φυματίωσης και φυτρώνει στη θέση του ο καρκίνος, κόβεις τη σχιζοφρένεια και πετάγεται το κεφάλι των πυρηνικών όπλων, μισοκόβεις το Έιτζ και φυτρώνει το κεφάλι της κλωνοποίησης. Ποια μέτρα, αλήθεια; Ο μοιραίος γενετικός τύπος που ασφαλής πια φυλάσσεται στα άδυτα της μνήμης των ηλεκτρονικών υπολογιστών και ασφαλέστερος στις κρυψώνες της εργοδότριας σκοπιμότητας που χρηματοδοτούσε και την έρευνα - αναρωτιέμαι αν στοιχίζει φθηνότερα η παραγωγή ύπαρξης, απ' όσο το χαπάκι για τη θεραπεία του καρκίνου.
Και καλά να αυγατίσουν τα πρόβατα, τα πλάσματα των δασών και η παρέα της μοναχικής ατμόσφαιρας: τα πετούμενα. Και επάρκεια σφαγής θα έχουμε και χω¬ρίς δεσμεύσεις πια θα μπορούν οι κυνηγοί να αξιοποιούν τα βόλια τους σημαδεύοντας τη μοναδική δυνατότητα των φτερών. Μόλις μας τελειώσουν τα πουλιά, θα γονιμοποιούμε τα αντίγραφά τους.
Αλλά ο άνθρωπος; Σωστά διατυπώνω το ενδεχόμενο ν' αναπαράγεται κατ' εικόνα και ομοίωσή του σε όσα αντίγραφα θέλει; Και αν δε θέλει, πόσο σεβαστό θα είναι, πώς θα επανδρωθούν τα ακραία οράματα με επιστρατευμένα «Ρόμποκοπ»;
Μου είναι αδιανόητο ότι ανθρώπινο πλάσμα θα γεννιέται από ένα κύτταρο άμοιρο μάλλον μητρικού φίλτρου. Ένα πλάσμα ορφανό, εντέλει. Πώς να προβλέψεις με τι ασυνήθιστα, δικά του ένστικτα θα διεκδικήσει την επιβίωσή του, ποια εκδικητικότης θα λανθάνει για τη μυστηριώδη ορφάνια του. Καθόλου παράξενο κάποια στιγμή να γυρίσουν τ' αντίγραφα και να τρώνε το πρωτότυπο. Ό,τι παραλλαγμένα κάπως συμβαίνει και στους εμφύλιους πολέμους.
Ένα θλιβερό υποκατάστατο αθανασίας. Μια ακόμα ελπίδα για μετά θάνατον ζωή. Τι θα γνωρίζουν για μας τα αντίγραφά μας; Πόσο πιστά θα ξέρουν να διαχειρίζονται όσα μας πόνεσαν, μας απέλπισαν, όσα αγαπώντας τα διασώσαμε; Θα αναπαραχθεί επομένως και ο ψυχισμός μας; Μα, Θεέ μου, η ψυχή δεν αντιγράφεται με καμιά ανακάλυψη. Ψυχραιμία. Ας περιμένουμε να εκδηλώσει τη δυσφορία του ο θεός. Γιατί καθόλου βέβαια δε θα του αρέσει να του επιβληθεί, με το έτσι θέλω, να γίνει συνέταιρος στη δημιουργία μας. 'Ο, τι και να ισχυρίζονται οι πίθηκοι, εμείς τον Θεό διαλέξαμε για πλάστη μας. Επειδή ως αόρατος είναι όμορφος, ως αόρατος είναι ανεξακρίβωτα φταίχτης και, προπάντων, γιατί αόρατος ευκολότερο υπάρχει. Ψυχραιμία. Άλλωστε εμείς οι μεγάλοι, όταν θα ενσαρκωθεί η απειλή, θα βλέπουμε την κλωνοποίηση από τη ρίζα μόνον.
Ας φοράνε λοιπόν οι νέοι φυλαχτό την ευχή μου: ποτέ να μην δεχτoύν να προέλθει ο άνθρωπος από άλλη μέθοδο, παρά μόνον από κείνην που εφαρμόζει η έλξη, μόνον από τη μεθυστική πειθώ που ασκεί ο έρωτας, μόνον από την αβίαστη ευτυχισμένη συναίνεση των σωμάτων, τη γοργή έστω, τη χιμαιρική έστω, αλλά κάθε φoρά σαν καινούργια κοσμογονική ανακάλυψη.          

ΘΕΜΑ 1
Σε μια συζήτηση στρογγυλής τραπέζης σε μια μαθητική διημερίδα με θέμα «Επιστήμη και ηθική» ετοιμάζετε μία σύντομη παρουσίαση του κειμένου 1 (80-100 λέξεις) στους συνομιλητές σας ως εισαγωγή στη συζήτηση που θα ακολουθήσει.

ΘΕΜΑ 2 (περισσότερες ερωτήσεις)

1. Να χαρακτηρίσετε τις ακόλουθες προτάσεις ως σωστές ή λανθασμένες με βάση το κείμενο 2
  • Τα φυτοφάρμακα και τα λιπάσματα είναι υπεύθυνα για τη γενετική μόλυνση των τροφώ
  • Τα γενετικά τροποποιημένα τρόφιμα δημιουργούνται για να καλύψουν τις αυξημένες ανθρώπινες    ανάγκες για τροφή
  • Ο καταναλωτής που βρίσκει τα μεταλλαγμένα είδη σε χαμηλότερη τιμή
  • Η κατανάλωση μεταλλαγμένων τροφίμων μπορεί να οδηγήσει στην εκδήλωση ασθενειών
  • Θα έπρεπε  να εμποδιστούν οι έρευνες της γενετικής και οι εφαρμογές της βιοτεχνολογίας για να πάψουμε να καταναλώνουμε μεταλλαγμένες τροφές
2.Πρόθεση της συγγραφέως στο κείμενο 3 είναι να εκφράσει τους φόβους της σχετικά με την κλωνοποίηση, και ιδίως αυτή των ανθρώπων. Είναι εύστοχο το κειμενικό είδος που επιλέγει; Λειτουργούν αποτελεσματικά οι τρόποι και τα μέσα που μετέρχεται για να πετύχει το σκοπό της;

3.Στο κείμενο 2 ποιες είναι οι νοηματικές σχέσεις που συνδέουν τις παραγράφους μεταξύ τους;

4. Στο κείμενο 3 να αποδώσετε με κυριολεκτικό λόγο τις παρακάτω μεταφορικές φράσεις: «τοποθέτησαν νέα βόμβα στα θεμέλια της ύπαρξής μας», «... συνωστίζομαι τώρα κι εγώ έξω από το θόρυβο και τη μεγάλη ανησυχία που ξεσήκωσε το επίτευγμα», «Κόβεις το κεφάλι της φυματίωσης και φυτρώνει στη θέση του ο καρκίνος», «Ας φοράνε οι νέοι φυλαχτό την ευχή μου»: 

5. Στο κείμενο 2 ποια είναι η δομή και ο τρόπος ανάπτυξης της 3ης παραγράφου;

6. Στο κείμενο 3  αναφέρεται πως παρ' όλη τη φανερή ομοιότητα, ο κλώνος δεν μπορεί να είναι ταυτόσημος με το γονέα του. Πού έγκειται η μεταξύ τους διαφορά σύμφωνα με τη συντάκτρια του κειμένου;

7. Στο κείμενο 1 ο Ρότμπλατ επισημαίνει πως τα όρια της ηθικής στην επιστήμη πρέπει να τα βάλει ο άνθρωπος. Στο κείμενο 2 υπάρχουν τέτοια όρια στην παραγωγή μεταλλαγμένων προϊόντων; Τι πιστεύει η συντάκτρια του κειμένου 3 αναφορικά με την αναγκαιότητα λήψης μέτρων για τις εφαρμογές της κλωνοποίησης;

ΘΕΜΑ 4
Στους μαθητικούς αγώνες επιχειρηματολογίας η ομάδα σας καλείται να υποστηρίξει τη θέση πως η πρόοδος της βιογενετικής και η παραγωγή μεταλλαγμένων και γενετικά τροποποιημένων ειδών μπορεί να αποβεί ωφέλιμη για την ανθρωπότητα. Γράψτε ένα κείμενο 300-400 λέξεων που θα εκφωνήσετε ως εκπρόσωπος της ομάδας του λόγου.
 
Υλικό για τα σχετικά θέματα μπορείτε να βρείτε εδώ

επιμέλεια θεμάτων : Aγγελική Τανίδου

Παρασκευή 22 Νοεμβρίου 2019

ΤΟ ΕΙΚΟΣΑΡΙΚΟ


Της Αγγελικής Τανίδου
Κατέβαινα τρέχοντας σχεδόν την κατηφόρα που οδηγούσε από την πόρτα του σχολείου στη δημοσιά. Κόντευε να τελειώσει κι ο Οκτώβρης και το κρύο διαπερνούσε για τα καλά τη χιλιοφορεμένη πλεκτή ζακέτα που είχε κάνει η μάνα μου με μαλλί από τα πρόβατα του παππού. Είχε αρχίσει να λιώνει στους αγκώνες - τη φόρεσαν βλέπεις άλλοι δυο κι έβγαλαν το γυμνάσιο-  και οι κουμπότρυπες ξεχείλωσαν τόσο από το άνοιξε – κλείσε που τα κουμπιά γλιστρούσαν με την παραμικρή κίνηση γυρεύοντας να ξεφύγουν το χρόνιο εναγκαλισμό της. Έτσι, ήμουν αναγκασμένος να κρατώ μπροστά στο στήθος μου το μοναδικό τετράδιο,  το αναγνωστικό και το βιβλίο της αριθμητικής,  για να προφυλάγομαι λίγο από τον αέρα.
Δευτέρα σήμερα και είχε παζάρι. Συνήθως κατέβαινε ο πατέρας από το χωριό για τα ψώνια της εβδομάδας. Κατευθύνθηκα προς το ραφείο του κυρ-Αποστόλη. Εκεί άφηνε, αν δεν τον προλάβαινα, το καλάθι που μου ετοίμαζε η μάνα και δυο δραχμές για να περάσω τη βδομάδα. Κοντοστάθηκα λαχανιασμένος στο κεφαλόσκαλο του μαγαζιού. Ο κυρ- Αποστόλης ήταν αφοσιωμένος στο φοδράρισμα ενός σακακιού. Διάσημος ράφτης στην περιοχή. Τον εμπιστεύονταν και ο γιατρός και ο πρόεδρος που μπορούσαν να αγοράσουν κοστούμι κι από την πόλη. Αλλά αυτοί ούτε να ακούσουν δεν ήθελαν για τα «ετοιματζίδικα». Έτσι αποκαλούσαν τα ρούχα που πουλούσαν τα μαγαζιά. Μάλλον η αναπνοή μου ήταν τόσο δυνατή από την τρεχάλα που ο ράφτης σήκωσε το κεφάλι του -παρόλη την προσήλωσή του στο φοδράρισμα-  και με κοίταξε απορημένος.
-Γιατί τρέχεις έτσι μωρέ Θωμά; Ποιος σε κυνηγάει;
-Η πείνα κυρ-Απόστολε και το κρύο, είπα γελώντας.
Η αλήθεια είναι πως ήταν τρεις μέρες που μου ‘χε σωθεί το ψωμί και δεν είχα τίποτα στο ντουλάπι. Ούτε ελιές, ούτε τυρί, ούτε πίτα της μάνας. Σήμερα έπιασα το στομάχι μου να ερωτοτροπεί με το μπισκοτολούκουμο που έτρωγε με ευχαρίστηση ο Θανάσης, ο συμμαθητής μου. Είχα πάνω από έξι μήνες να φάω μπισκοτολούκουμο. Τέτοια πολυτέλεια μόνο σε κανένα πανηγύρι!
Ο κυρ- Αποστόλης με κοίταξε πάνω από τα γυαλιά του απογοητευμένος.
-Λυπάμαι, αγόρι μου, αλλά ο πατέρας σου δε φάνηκε σήμερα. Ίσως του έτυχε καμιά αβαρία με τα ζωντανά. Ίσως… προσπάθησε να τον δικαιολογήσει.
Δεν χρειαζόμουν όμως καμιά δικαιολογία! Είχα τρεις μέρες νηστικός και περίμενα πως και πώς να έρθει η Δευτέρα. Ούτε μπορούσα συνέχεια να πηγαίνω στο μπακάλη και να αγοράζω βερεσέ. Ήταν φίλοι με τον πατέρα μου ,δε λέω, αλλά εγώ ντρεπόμουν να ψωνίζω χωρίς χρήματα. Κι αν ήταν ειδικά και κάποιος άλλος στο μαγαζί η ντροπή μου γινόταν διπλή, γιατί δεν ήθελα να με σχολιάζουν οι κουτσομπόληδες της γειτονιάς που δεν είχα δεκάρα.
Έφυγα σχεδόν βουρκωμένος από το ραφτάδικο χωρίς να έχω καμιά όρεξη να ακούσω κι άλλες δικαιολογίες για την αργοπορία δήθεν του πατέρα μου, ούτε βέβαια να με προλάβει η κυρία Κατερίνα, η γυναίκα του ράφτη, και να αρχίσει τα «έλα να σε φιλέψω που έχω ζεστή σπανακόπιτα» και να αρχίσει να παλεύει η πείνα με την περηφάνια μου με έπαθλο ένα κομμάτι πίτα.
Με βαριά βήματα και με τρύπια παπούτσια πήρα το δρόμο για το σπίτι. Ποιο σπίτι δηλαδή; Το δωμάτιο που μου νοίκιαζε ο πατέρας δίπλα σε μια αποθήκη με στάρι που ήταν κοντά στην εκκλησία, την Αγία Κυριακή. Δεν ήμουν τότε σε θέση να καταλάβω τις δυσκολίες που μπορεί να περνούσε ο πατέρας για να έρθει από το χωριό ή το λόγο που μπορεί να μην ήρθε κι ίσως να ήταν σοβαρός. Το μόνο που σκεφτόμουν ήταν πως δε νοιαζόταν για το παιδί του που ήταν μόνο και νηστικό δεκατριών χρονών σε ένα ξένο μέρος και γυρίζοντας στο κρύο δωμάτιο θα έπρεπε να ανάψει και τη σόμπα και να πέσει για ύπνο νηστικό. Σκεφτόμουν και το Θανάση που θα γύριζε στο ζεστό του σπίτι, με τη μάνα του να τον περιμένει στην πόρτα, το τραπέζι στρωμένο με το κοκκινιστό που κορδωνόταν στο διάλειμμα ότι θα τον περίμενε μαζί με εκείνο το ωραίο ρύζι, το άσπρο και σπυρωτό και τα μάτια μου γέμιζαν περισσότερα δάκρυα, καθώς έκανα το σταυρό μου περνώντας έξω από την αυλόπορτα της εκκλησίας και παρακαλώντας την Παναγία να κάνει κανένα θαύμα για να γεμίσω το άδειο στομάχι μου.


Κι όπως προχωρούσε σκυφτός και απελπισμένος είδε κάτι να γυαλίζει εκεί ανάμεσα στα χαλίκια. Στην αρχή σκούπισε τα δάκρυα με το μανίκι του, γιατί νόμισε πως ήταν κάποιος ιριδισμός μέσα στα κλάματά του. Μα όταν  βεβαιώθηκε πως δεν ήταν κι έσκυψε να πάρει το νόμισμα με χίλιες προφυλάξεις, του ήρθε να μπήξει μια τσιρίδα που να ακουστεί μέχρι την πέρα γειτονιά. Ήταν ένα ολόκληρο εικοσάδραχμο. Το έβαλε με λαχτάρα στην τσέπη του και το κρατούσε εκεί μέσα μήπως κι είχε ξηλωθεί καμιά άκρη και έχανε αναπάντεχα, όπως του ήρθε, τη μικρή του ευτυχία.
Κάθισε στα σκαλιά της εκκλησίας, έβγαλε με προσοχή από την τσέπη του το εικοσάδραχμο και το περιεργάστηκε. Στη μια πλευρά εικόνιζε τον Παύλο, τον βασιλιά των Ελλήνων και στην άλλη μια γυναίκα καβάλα σε ένα άλογο που ανάμεσα στα πόδια του βρισκόταν ένα δελφίνι. Το δάγκωσε. Είχε δει ένα παππού στο καφενείο του χωριού να το κάνει και τον ρώτησε γιατί. Δοκιμή αν είναι γνήσιο. Και το έκανε κι αυτός. Λες και ήταν σε θέση να καταλάβει τη διαφορά! Η ουσία ήταν πως είχε στα χέρια του ένα ολόκληρο εικοσάρικο και μπορούσε να το κάνει ό,τι ήθελε.
Θα πήγαινε πρώτα στο φούρνο να προλάβει πριν κλείσει και να δούμε αν θα έβρισκε ψωμί. Μετά στο μπακάλη να πάρει ελιές και ταραμά. Ναι ταραμά! Αυτή η ροζ αλοιφή που πάντα την κοίταζε σχεδόν φλερτάροντάς την, όταν έμπαινε στο μαγαζί του κυρ-Αλέκου, σαν κανένα κορίτσι που του άρεσε. Κι όταν μια φορά είχε πει στον πατέρα του να πάρουν λίγο να δοκιμάσουν, του απάντησε πως δε θα τρώνε ό,τι περισσεύει από τα βρωμόψαρα. Δεν τόλμησε πότε να ρωτήσει τι σχέση είχε ο ταραμάς με τα ψάρια μην του ΄ρθει καμιά ξανάστροφη μες το μπακάλικο και σώπαινε. Θα έπαιρνε και… και ό,τι άλλο τραβούσε η ψυχή του.
Στο φούρνο ίσα που πρόλαβε το κλείσιμο. Κι ήταν τέτοια η απελπισία του, όταν είδε πως στα ράφια δεν υπήρχε ούτε ψίχουλο. Κρατώντας το εικοσάρικο σφιχτά στο χέρι του έκανε μεταβολή να φύγει αλλά άκουσε πίσω του τη φωνή του φούρναρη.
-Θωμά, εσύ είσαι; Ήθελες ψωμί;
-Ναι, απάντησε χωρίς ενδιαφέρον.
-Είσαι τυχερός. Η κυρία Φούλα δε φάνηκε σήμερα. Και της είχα κρατημένα τρία άσπρα. Θες να σου δώσω το ένα;
Το μάτι του φωτίστηκε Άκου το ένα! Σήμερα που είχε παράδες και τα τρία θα τα έπαιρνε. Να μην του λείψουν. Έδωσε τα χρήματα στο φούρναρη. Κι εκείνος γούρλωσε τα μπλε του μάτια, όταν είδε το νόμισμα κι άρχισε την ανάκριση που τα βρήκες τόσα λεφτά και μετά την κατήχηση, δεν είναι σωστό να κλέβεις και ο πατέρας σου σε στέλνει σχολείο να μάθεις γράμματα, να προκόψεις και όχι να γίνεις κανένας αλήτης και τα τέτοια. Διαμαρτυρήθηκε πως δεν είναι κλέφτης, πήρε τα ψωμιά και τα ρέστα του –τι να κάνει κι ο φούρναρης!- τα τύλιξε στο μαντίλι του αυτή τη φορά, γιατί τα κέρματα ήταν κάμποσα, τα ΄χωσε στην τσέπη κι έφυγε για το μπακάλικο.
Ο κυρ- Παντελής καθόταν σε μια φθαρμένη ψάθινη καρέκλα έξω από την είσοδο του μαγαζιού και ήταν έτοιμος να αποκοιμηθεί , όπως τον χτυπούσε ο γλυκός φθινοπωριάτικος ήλιος που είχε ξεμυτίσει μες το καταμεσήμερο απ΄ τα σύννεφα. Μπήκε βιαστικά στο μπακάλικο με τα καρβέλια κάτω απ ΄τη μασχάλη. Πήρε ένα κιλό ελιές, απ΄ αυτές τις σταφιδιασμένες που τις φύλαγε στο τσουβάλι.  Ήταν μες το αλάτι για να συντηρούνται αλλά αυτές είχε συνηθίσει να τρώει και του άρεσαν. Πήγε στο ψυγείο και ζήτησε και λίγο ταραμά –να τον δοκιμάσει επιτέλους κι ας έλεγε ο πατέρας του- και λιμπίστηκε κι αυτή τη μορταδέλα που ‘βαζε ο Θανάσης στο ψωμί μαζί με το τυρί του και είπε να πάρει πέντε φέτες, μην το παρακάνει. Ο μπακάλης τον παρακολουθούσε παραξενεμένος.
-Έχεις μωρέ παράδες να μου τα πληρώσεις όλα αυτά ή πάλι βερεσέ;
-Αν έχω κυρ-Παντελή, έκανα με το χέρι μου και του άνοιξα το μαντίλι
-Που τους βρήκες βρε συφοριασμένο, πήρε το αυστηρό του ύφος.
-Δεν έκλεψα πάντως, τον πρόλαβα πριν με ρωτήσει. Και θέλω και ένα πακέτο μπισκότα Κτι περι  και δέκα λουκούμια για να κάμω μπισκοτολούκουμα, κολατσό για το σχολείο.
Γέλασε ο μπακάλης γιατί δεν ήξερα πως έλεγαν τα μπισκότα αλλά δε με ένοιαξε καθόλου.
-Ο πατέρας σου τα ξέρει αυτά τα καμώματά σου;
Δεν είχε διάθεση για εξηγήσεις πάλι. Του είπε να του τα τυλίξει όλα σε ένα χαρτί, πλήρωσε, του ΄βαλε ο μπακάλης τα ρέστα στο μαντίλι, το ΄χωσε στην τσέπη μου κι έφυγε. Στο δρόμο για το σπίτι έφαγε σχεδόν το ένα ψωμί μαζί με τις μισές ελιές και δυο φέτες μορταδέλα. Κι όταν έφτασε, κατέβασε μονοκοπανιά τρεις κούπες νερό, γιατί οι ελιές ήταν λύσσα. Έφτιαξε και δυο μπισκοτολούκουμα κι σαν απόφαγε, έριξε δυο τρία ξύλα στο τζάκι και τον πήρε ο πιο ευτυχισμένος ύπνος της ζωής του.
Ξύπνησε την άλλη μέρα πρωί-πρωί, ετοίμασε δυο μπισκοτολούκουμα για το σχολείο –να κεράσει και το Θανάση, έτσι για να του μπει στο μάτι- πήρε κι ένα κομμάτι ψωμί  με μια φέτα μορταδέλα, τα τύλιξε σε μια παλιά εφημερίδα και πήγε να φύγει. Θυμήθηκε όμως τα ρέστα από το εικοσάρικο, τα έκρυψε σε ασφαλές μέρος, πήρε μια δεκάρα για κερί στη χάρη της Αγίας κι έφυγε για το σχολείο. Το μεσημέρι έξω από την κάμαρά του τον περίμενε ο πατέρας του φανερά θυμωμένος. Τον έπιασε από το μαλλί κι αντί για καλησπέρα του έδωσε ένα σκαμπίλι που κόντεψε να βουλώσει το αυτί του.
-Αυτό για να μάθεις να μην κλέβεις και να μη με ρεζιλεύεις στο χωριό. Τα έμαθα τα καμώματά σου από το μπακάλη και το φούρναρη.
-Μα… εγώ δεν έκλεψα κανέναν, τόλμησα και ψέλλισα.
-Και τότε που τους βρήκες τόσους παράδες,εε;
Ήταν έτοιμος να με χαστουκίσει πάλι, μα αντέδρασα φωνάζοντας σχεδόν.
-Στο δρόμο!
-Έχεις και μεγάλη γλώσσα και περίσσιο θράσος μου φαίνεται, ούρλιαξε και κινήθηκε απειλητικά προς το μέρος  μου.
Με τον αγκώνα να μου προστατεύει το πρόσωπο του εξήγησα πως πράγματι τα βρήκα στο δρόμο μπροστά στην εκκλησία. Με κοίταξε δύσπιστα. Τα είχα ξοδέψει όλα τα λεφτά; Και βέβαια όχι. Μα δεν ήθελα να του αποκαλύψω την κρυψώνα μου, μη μου τα πάρει. Ήταν δικά μου και δεν ήθελα να τα μοιραστώ με κανένα. Η ένταση της φωνής του όμως δεν άφηνε περιθώρια. Έτσι, άδειασα όλο το μαξιλάρι μου από τα καλαμποκόφυλλα που το γέμιζαν και του έδειξα το θησαυρό μου. Έβγαλα τα ρέστα από το βάθος της μαξιλαροθήκης κι ήμουν έτοιμος να του τα δώσω. Ήταν σχεδόν 16 δραχμές και γέμιζαν τη χούφτα μου Τα έτεινα προς τη μεριά του κι αμέσως το πρόσωπο του μαλάκωσε, σχεδόν χαμογέλασε.
Μου έκλεισε με προσοχή την παλάμη και μου υπέδειξε πάλι το μαξιλάρι. Ήταν δικά μου, μόνο να τα ξόδευα με σύνεση. Πήρα συγκινημένος ένα δίφραγκο και του το έδωσα να πάρει μπισκοτολούκουμα για τα αδέλφια μου στο χωριό. Τα υπόλοιπα τα καταχώνιασα στο μαξιλάρι κι έβαλα πάλι τα καλαμποκόφυλλα μέσα.
Στο πανηγύρι της Αγίας Κυριακής από τότε πάω κάθε χρόνο –το΄χω τάμα- και ρίχνω στο φιλόπτωχο ένα εικοσάευρω πια , γιατί εικοσάρικα δεν υπάρχουν. Πάνε και πενήντα  χρόνια. Φέτος συνάντησα και το Θανάση στην περιφορά της εικόνας. Εκείνος με αναγνώρισε πρώτος. Κέρασε μετά τα τσίπουρα και τα σουβλάκια στην ταβέρνα.
Πλησίασα στο αυτοκίνητο για να φύγω, έβαλα το χέρι μου στην τσέπη να βγάλω τα κλειδιά και αντί για αυτά βρήκα ένα λουκούμι.

Τετάρτη 6 Νοεμβρίου 2019

Κωνσταντίνος Θεοτόκης, «Πίστομα» (η ταινία, ερωτήσεις ανάλυσης κειμένου)


Σε μια πρώτη ανάγνωση το αφαιρετικό διήγημα ανταποκρίνεται στον ορισμό της «ρεαλιστικής αγροτικής» ηθογραφίας. Ιδιαίτερα πλούσιο σε δομικά στοιχεία, θα μπορούσε κάλλιστα να αναπτυχθεί πολύ περισσότερο ως προς την έκτασή του, αλλά είναι εμφανές ότι ο συγγραφέας προτίμησε αφενός την αφαίρεση, αφετέρου τη συμπύκνωση ιδεών σε πολύ λιτές εκφράσεις πλήρεις νοημάτων. Προκειμένου, λοιπόν, να αναζητήσουμε και να κατανοήσουμε τα πιθανά νατουραλιστικά χαρακτηριστικά του, ίσως χρειάζεται να επιχειρήσουμε καταρχήν μια καταγραφή των δομικών του στοιχείων. Τα στοιχεία που δομούν το συγκεκριμένο διήγημα -αφανή και εμφανή- είναι οι χαρακτήρες του, το περιβάλλον, συγκεκριμένες αναφορές σε ήθη, η ματιά ή η στάση του συγγραφέα στα γεγονότα που αφηγείται, οι ευρύτερες κοινωνικές αλλαγές ή πιέσεις της εποχής στην οποία γράφτηκε, εν τέλει τα στοιχεία που συνθέτουν την προσωπικότητα του συγγραφέα.

Οι χαρακτήρες του έργου είναι τρεις. Ο Αντώνιος Βραχνός ή Κουκουλιώτης[1], η γυναίκα του και το παιδί της, καρπός άνομης ερωτικής συνεύρεσης. Ο Κουκουλιώτης είναι το κέντρο βάρους στην πυκνή αφηγηματική τεχνική του συγγραφέα. Είναι, ωστόσο, ένας από τους νιτσεϊκούς χαρακτήρες του Θεοτόκη, όπως περιγράφονται συχνά (Μπαλάσκας, 1993, σ. 115), ή απλά μια τραγική φυσιογνωμία που τη λούζει «κρύος ίδρος» και χλωμιάζει μπρος στο επερχόμενο συμβάν; Αν ένα διήγημα συμπυκνώνεται στον τίτλο του, τότε ο τίτλος αποκτά ξεχωριστό ενδιαφέρον στην αναζήτησή μας. Ο Κουκουλιώτης δεν προβαίνει ο ίδιος στην πράξη. Επιβάλλει στη γυναίκα του να το κάνει και μάλιστα τοποθετώντας το παιδί μπρούμητα. Τούτη η ταφική πρακτική έχει πανάρχαιες ρίζες και ως επί το πλείστον χαρακτηρίζεται ως πράξη τιμωρίας (Taylor, 2001, σσ. 135-138). Στην χριστιανική ταφική πρακτική το σώμα πρέπει να θάβεται με την όψη του προσώπου να ατενίζει τον ουρανό, προκειμένου να συμμετέχει εις ανάστασιν νεκρών (Α΄ προς Κορινθίους 15). Από αυτή την άποψη ενδεχομένως ο Κουκουλιώτης δίκαια χαρακτηρίζεται ως νιτσεϊκός χαρακτήρας στην λογοτεχνική ανάλυση, αν και η ίδια η έννοια του υπερανθρώπου συνεπάγεται την ιδέα της τραγικότητας.
Η προσπάθεια για ανάλυση των δομικών στοιχείων του διηγήματος οδηγεί σε διαφορετικά και βαθύτερα επίπεδα ερμηνείας, ανάμεσα στα οποία εντοπίζεται η διάσταση μεταξύ εθιμικού και κανονικού δικαίου. Το έθιμο της οικογενειακής τιμής απαιτεί να χαθεί ο παράνομος σπόρος, και από αυτή την άποψη ο Κουκουλιώτης δεν υπερβαίνει το εθιμικό δίκαιο, αλλά γίνεται θύμα του, αντιτιθέμενος τον νόμο της πολιτείας και αλλάζοντας την οπτική μας στο ρεαλιστικό πορτραίτο που χαράζει με ελληνιστική[3] μαεστρία ο Κ. Θεοτόκης. Εδώ, επίσης, βρίσκουν την έκφρασή τους οι αναζητήσεις των νατουραλιστών για την κτηνώδη φύση του ανθρώπου, που εκδηλώνεται πιθανώς κάτω από κάποιες συγκεκριμένες κοινωνικές ή βιολογικές πιέσεις. Στην προκειμένη περίπτωση οι πιέσεις είναι και κοινωνικές και βιολογικές. Η κοινωνική πίεση έρχεται από τα έθιμα που απαγορεύουν τις άνομες σχέσεις και η βιολογική πίεση από την φυσική και ψυχική άρνηση του ξένου καρπού. Αυτού του είδους οι βιολογικές επισημάνσεις από τις πρωτόγονες ήδη κοινωνίες διαμόρφωσαν ένα status άρνησης σε νόθους απόγονους μιας φυλετικής δομής που στηριζόταν στην εξ αίματος συγγένεια[4]. Η ίδια βιολογική σχέση με αντίθετο προσανατολισμό, όμως, παρατηρείται στο δεύτερο πρόσωπο, την μητέρα και σύζυγο του Κουκουλιώτη και στην σχέση της με το παιδί της. Δεν ζητά την επιείκεια για τον εαυτό της αλλά για το παιδί, και τούτος είναι ο μοναδικός λόγος για τον οποίο τολμά να αντικρούσει την οργή του συζύγου της.
Ο συγγραφέας περιγράφει, αλλά αποστασιοποιείται με τον τρόπο που αποστασιοποιούνται και παρατηρούν οι νατουραλιστές. Μένει βουβός μπρος στο δράμα που εκτυλίσσεται. Μόνον έμμεσα μπορεί να του αποσπάσει κανείς απόψεις για τα πρόσωπα της ιστορίας του. Μικρές λεπτομέρειες που κρύβουν οι ρομαντικές πινελιές στην κατά τα άλλα ρεαλιστική του αφήγηση. Ο ήλιος που χρυσώνει το πρόσωπο του παιδιού και το παιχνίδι του με τα χώματα στην ύστατη στιγμή είναι μια μεστή νοήματος απόδοση της παιδικής αθωότητας. Το πορτραίτο του Κουκουλιώτη,  επίσης, αποδίδει φυσιογνωμικά ένα χαρακτήρα που κρύβει στα μάτια του την οργισμένη βιαιότητα τονισμένη με πράσινες λάμψεις στα μάτια του και τα σμιχτά χείλη της ανθρώπινης κακίας. Ως άνθρωπος ο Κ. Θεοτόκης -ιδιαίτερα ευαισθητοποιημένος σε κοινωνικά θέματα της εποχής του εξαιτίας των σοσιαλιστικών του απόψεων (Πολίτης, 2001, σ. 258)- έχει άποψη, ως συγγραφέας όμως παρατηρεί μεθοδολογικά το συμβάν να εκτυλίσσεται δίχως εμβόλιμες παρατηρήσεις, κρατώντας ίσες αποστάσεις από τα πρόσωπα του έργου (Vitti, 1982, σσ. 311-313). Αυτό είναι ίσως το μείζον νατουραλιστικό στοιχείο στο διήγημά του, όπως και η ανθρώπινη κτηνωδία, υποκινούμενη από κοινωνικά ή ατομικά πάθη.
Η Ελλάδα της εποχής του Κ. Θεοτόκη δεν είναι η βιομηχανική κοινωνία των χωρών της Δ. Ευρώπης, αλλά είναι αστικοποιημένη στο βαθμό που η πόλη περιχαρακώνεται στα δικά της ήθη, αντιτιθέμενη συχνά στο ηθικό πλέγμα της αγροτικής κοινωνίας. Συνεπώς, η ματιά του είναι ματιά ενός αστού και το περίγραμμα του έργου του εμφανώς επηρεάζεται από το αστικό ηθικό του υπόβαθρο, αν και η νατουραλιστική φύση του έργου, τού απαγορεύει οποιουδήποτε είδους ηθική εμπλοκή (Τερζάκης, 1955, σσ. 5-7).

Πίστομα (2011) ''Face down'' from Yiorgos Fourtounis on Vimeo.




ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΘΕΟΤΟΚΗ «Πίστομα»
1.      Κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο του διηγήματος
2. Πως περιγράφεται ο Κουκουλιώτης από τον αφηγητή; Ανταποκρίνεται αυτή η περιγραφή στους χαρακτηρισμούς «κακούργος» και «ληστής» ;
3.      Ποιος ο αφηγηματικός χρόνος και τόπος του διηγήματος;
4.     Μέσα από το διάλογο του Κουκουλιώτη με τη γυναίκα του αναδεικνύεται η μεταξύ τους σχέση και η στάση της απέναντι στο παιδί της. Να εντοπίσετε τα σχετικά χωρία και να τα σχολιάσετε.
5.  Πως συμβάλλει η περιγραφή του φυσικού τοπίου στην ανάδειξη του μελαγχολικού κλίματος και των σκοτεινών συναισθημάτων που επικρατούν στο διήγημα;
6.      Ενώ ο αφηγητής δεν ανήκει στα πρόσωπα της ιστορίας, δεν είναι εντελώς αμέτοχος σε αυτήν. Να εντοπίσετε τα σημεία όπου η αφήγηση εμπλέκεται με προσωπικά του σχόλια.
7.    Τι επιτυγχάνει ο συγγραφέας με το μονολεκτικό τίτλο και την εκφραστική λιτότητα που κυριαρχεί στο διήγημα;
8.  Το διήγημα εντάσσεται στην ηθογραφία ή το νατουραλισμό; Να αιτιολογήσετε την άποψή σας.
9.   Ο Κουκουλιώτης χρησιμοποιεί την αυτοδικία για να ξεπλύνει τη ντροπή του. Ο ίδιος όμως δολοφονεί μόνο τον εραστή της γυναίκας του. Γιατί της «επιβάλλει» το φόνο του βρέφους;
10.  Το διήγημα τελειώνει αιφνιδιαστικά με μια προσταγή. Συνεχίστε το με όποιο τρόπο νομίζετε (η γυναίκα δεν αντιδρά και υπακούει, η γυναίκα αντιδρά και αντεπιτίθεται, ο Κουκουλιώτης τη ρίχνει κι αυτή στο λάκκο, η γυναίκα σκοτώνει τον άντρα της) ακολουθώντας τον τρόπο γραφής και το ύφος του Θεοτόκη.
(Επιμέλεια ερωτήσεων : Αγγελική Τανίδου)