Τρίτη, 18 Αυγούστου 2015

Στην ουρά...

Ένα διήγημα γραμμένο με αφορμή τα πρόσφατα γεγονότα της πολιτικής επικαιρότητας

ΣΤΗΝ ΟΥΡΑ
της Αγγελικής Τανίδου

-Δεν έχει άλλα εικοσάευρα. Μόνο πενηντάρικα βγάζει το μηχάνημα.
-Ας είναι… είπαν μερικοί χαμογελώντας.
Κοίτα που φτάσαμε, σκέφτηκε. Να είμαστε κι ευχαριστημένοι που θα πάρουμε πενήντα ευρώ. Από τα χρήματά μας!
Και περίμενε υπομονετικά τη σειρά του.


Ο Νίκος, πατημένα ογδόντα πια, ξυπνούσε κάθε μέρα κατά τις πέντε. Που να του κολλήσει ύπνος, μόλις έβλεπε την πρώτη αχτίδα του ήλιου.  Το χειμώνα βέβαια χουζούρευε λίγο παραπάνω αλλά το καλοκαίρι ήταν όρθιος μαζί με τα κοκόρια. Δυσεύρετο είδος στην πόλη τα κοκόρια.  Σηκωνόταν λοιπόν, πλενόταν με κρύο νερό να καθαρίσει  το κεφάλι από τα όνειρα και τις έγνοιες της νύχτας και έφτιαχνε το καφεδάκι του. Καθόταν στη βεράντα τα καλοκαίρια, και το απολάμβανε στη πρωινή ησυχία.
Η κατάσταση στη χώρα ήταν δύσκολη. Οικονομική κρίση, προβλήματα ρευστότητας, έλεγχος από τη Ευρώπη, επανειλημμένες διασκέψεις για να βρεθεί  λύση  με το χρέος. Είπε να ανοίξει την τηλεόραση να δει τις ενημερωτικές εκπομπές.  Όμως το δημοψήφισμα δεν το περίμενε. Κόντεψε να του φύγει το φλιτζάνι από το χέρι. Να αποφασίσει λέει ο λαός για το μέλλον μας στην Ευρώπη.
 Είχε κοιμηθεί νωρίς το προηγούμενο βράδυ και δεν πρόλαβε το διάγγελμα του πρωθυπουργού. Θυμήθηκε το  δημοψήφισμα του 1974, όταν θα αποφάσιζαν για το  βασιλιά.
Ο πατέρας του, βασιλικός μέχρι κόκαλο,  του ζάλιζε κάθε μέρα το κεφάλι μην πάει και κάνει καμιά κουτουράδα και ψηφίσει αβασίλευτη δημοκρατία. Με αυτά τα φιλελεύθερα  που του αράδιαζε δεν ήταν και πολύ σίγουρος για το γιο του. Τη μάνα, της είχε δώσει ήδη το ψηφοδέλτιο έτοιμο στο φακελάκι. Της είπε και το ανέκδοτο,  μη μπερδευτεί και το φυλάξει. Αυτό το ανέκδοτο- τι ανέκδοτο, πραγματικό γεγονός ήταν- μας το έλεγε κάθε φορά που είχαμε εκλογές.
Ο παππούς του έκανε αγώνα τότε στις εκλογές με την Ένωση Κέντρου, για να μαζέψει ψήφους το κόμμα. Είχε δώσει λοιπόν σε μια γειτόνισσα το σταυρωμένο ψηφοδέλτιο και της είπε να το φυλάξει μην το χάσει ως την Κυριακή. Όταν την είδε το πρωί της Δευτέρας στο δρόμο και τη ρώτησε αν το έριξε στην κάλπη, εκείνη με περισσή αφέλεια του απάντησε:
-Τι λες, κυρ Γιώργο; Εδώ στον κόρφο το ’χω. Δε μου είπες να το φυλάξω;
 Άρχισε να κάνει ζάπινγκ ανήσυχος. Συγκεχυμένες πληροφορίες ερχόταν από παντού. Δε θα πληρωθούν οι μισθοί και οι συντάξεις, θα γίνει κούρεμα καταθέσεων, δε θα ανοίξουν οι τράπεζες τη Δευτέρα… . Κι αυτοί οι δημοσιογράφοι τα παραφουσκώνουν λίγο τα πράματα, σκέφτηκε.
Άλλαξε κανάλι. Κι εκεί τα ίδια. Η κατάσταση ήταν σοβαρή. Ήπιε δυο γουλιές καφέ. Αν είχε τσιγάρο, σίγουρα θα άναβε ένα, κι ας του το ΄χε απαγορέψει ο γιατρός. Έκλεισε την τηλεόραση εκνευρισμένος.
Ντύθηκε βιαστικά και πήρε τα κλειδιά της εξώπορτας. Η γυναίκα του, μόλις είχε ξυπνήσει.
-Την άλλη Κυριακή έχουμε δημοψήφισμα της είπε κι έκλεισε πίσω του την πόρτα, αφήνοντας την μετέωρη.
Κάλεσε το ασανσέρ από τον 4ο και μόλις βγήκε από την πολυκατοικία πήρε μια βαθειά ανάσα. Περπατούσε προσεκτικά. Το χειμώνα είχε γλιστρήσει στο πεζοδρόμιο και ταλαιπωρήθηκε τρεις μήνες με ένα σπασμένο χέρι, μέχρι να συνέλθει. Τάχυνε λίγο το βήμα του και μόλις έστριψε στη γωνία είδε γύρω στο είκοσι άτομα να περιμένουν στο ΑΤΜ,  για να βγάλουν χρήματα.
Δεν έδωσε και πολύ σημασία. Σιγά μη στεκόταν στην ουρά. Εξάλλου πάντοτε φρόντιζε να έχει λίγα χρήματα στο σπίτι για ώρα ανάγκης. Μεγάλοι άνθρωποι ήταν κι αυτός και η γυναίκα του. Ένιωθε ασφάλεια μ΄ ένα κομπόδεμα.
Στο φούρνο δεν είχε πολύ κόσμο. Ήταν πρωί ακόμα. Πήρε το ψωμί και δυο κουλούρια. Μπήκε και στο σούπερ-μάρκετ για το γάλα και τα γιαουρτάκια της κυρίας Ευδοκίας. Πρόσεξε την ημερομηνία λήξης, τα έβαλε στο καλάθι και κατευθύνθηκε στο ταμείο. Δυο κυρίες περίμεναν με τα καρότσια τους  να ξεχειλίζουν τρόφιμα. Ζυμαρικά, όσπρια, κονσέρβες, σάλτσες, αλεύρι…
-          Τι έγινε κορίτσια; Πόλεμο έχουμε;
-          Τηλεόραση δε βλέπετε; πετάχτηκε η μια.
-          Από βδομάδα θα μας δίνουν χρήματα με το σταγονόμετρο, συμπλήρωσε η άλλη.
Έμεινε προβληματισμένος. Πανικός με το παραμικρό! Αυτή η νέα γενιά, στην ιδέα και μόνο ότι μπορεί να δυσκολευτεί, τρομάζει. Που να ζούσε πολέμους, πείνα, εμφύλιο, σκέφτηκε ο Νίκος. Πλήρωσε τα ψώνια του και ξεκίνησε για το σπίτι. Η ουρά στην τράπεζα είχε φτάσει μέχρι την επόμενη γωνία. Προσπέρασε πάλι και κατευθύνθηκε προς το σπίτι.
Δεν πρόλαβε να βάλει τα κλειδιά στην πόρτα και άκουσε τη γυναίκα του να μιλάει μεγαλόφωνα στο τηλέφωνο. Το έκλεισε βιαστικά.
                -Τα παιδιά ανησυχούν αν έχουμε χρήματα στο σπίτι. Να πάμε λέει να πάρουμε τα φάρμακά μας για ένα μήνα τουλάχιστον. Και κάναμε βλακεία, είπαν, που δε βγάλαμε μια κάρτα και τώρα θα στήνεσαι στην ουρά για τη σύνταξη. Και τις οικονομίες μας, θα μας τις φάνε οι τράπεζες… Ούτε για τις κηδείες μας δε θα έχουμε…
                -Τελείωσες κυρία Ευδοκία με το λογύδριο; Άσε με τώρα λιγάκι στην ησυχία μου και κλείσε και την τηλεόραση που την έχεις στη διαπασών.
Πήγε στην κουζίνα κι έψησε ένα δεύτερο καφέ. Έβγαλε τα τσιγάρα που αγόρασε από το περίπτερο κι άναψε ένα. Αν η Ευδοκία τολμούσε να του πει καμιά κουβέντα, θα της τα έφερνε στο κεφάλι.  Εκείνη, για μεγάλη του έκπληξη, μόλις τον είδε με το τσιγάρο στο χέρι, πήγε στο σαλόνι να φέρει ένα τασάκι. Από τα καλά της. Δεν είπε λέξη. Μετά από τόσα χρόνια συνύπαρξης ζυμώνονται οι άνθρωποι και δε  χρειάζεται να λένε πολλά. Επικοινωνούν με τα μάτια, με το νου, με την καρδιά. Τον άφησε πάλι μόνο του, όπως της το ζήτησε.
Στην ουρά για εξήντα ευρώ, σκέφτηκε. Έτσι όπως τα καταφέραμε… Μετά την κατοχή είχαν την ΟΥΝΡΑ, που έστελνε βοήθεια στους εξαθλιωμένους Έλληνες.  Στην αυλή του σχολείου με τα ξυπόλητα πιτσιρίκια να περιμένουν με τα τενεκεδένια σουπιεράκια τους στη σειρά να πάρουν από μια κουταλιά κρέμα ή γάλα κακάο που το έφτιαχναν με σκόνη λέει , όχι με αληθινό γάλα.
 -Σα μπουγαδόνερο, έλεγε ο παππούς.
Και πόσες ιστορίες ακόμα δεν άκουσε από τη γιαγιά του, όταν ήρθαν πρόσφυγες από τη Μικρασία  μετά την καταστροφή. Στη σειρά για να μπούνε στα πλοία, στη σειρά για μια θέση στους καταυλισμούς προσφύγων, στη σειρά για να πάρουν ρούχα και κουβέρτες από τον Ερυθρό Σταυρό. Κι αργότερα στη σειρά για την προσευχή στο σχολείο και για το συσσίτιο στο στρατό… Μόνο στον άλλο κόσμο πας κατά προτεραιότητα και με τη διαδικασία του κατεπείγοντος.
-Τόσες φορές  στη σειρά και σε σειρά ακόμα δε μπήκαμε, σκέφτηκε μελαγχολικά ο Νίκος.

Παράτησε και το δεύτερο καφέ μισοτελειωμένο και  πήγε να σταθεί για μια φορά ακόμα στην ουρά…