Κυριακή, 26 Ιουνίου 2016

Νέες προτάσεις για... αρχαίες αμαρτίες

'Οχι άλλα υποκριτικά δάκρυα για τα Αρχαία Ελληνικά!

αναπληρωτής καθηγητής στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο, διευθυντής του περιοδικού «Νέα Παιδεία»
Πριν από περίπου 40 χρόνια η Επιστημονική Ενωση και το περιοδικό «Νέα Παιδεία» τόλμησαν ενάντια σ’ έναν «προοδευτικό» λαϊκισμό και σε έναν προγονοπληκτικό συντηρητισμό να ταχθούν υπέρ της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης του 1976 σε αντίθεση με πολλούς γλωσσαμύντορες που την υπονόμευσαν και τη χλευάζουν ακόμα και σήμερα.
Ιδιαίτερα η «Νέα Παιδεία» υποστήριξε τη θεσμική αλλαγή της διδασκαλίας των Αρχαίων Ελληνικών από δόκιμες μεταφράσεις στο Γυμνάσιο και την ανάγκη ριζικής αναθεώρησης της διδασκαλίας της αρχαίας ελληνικής γλώσσας στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση.
Σήμερα, η κατάσταση με τη διδασκαλία της αρχαίας ελληνικής γλώσσας μετά την ένταξή της από το πρωτότυπο στο Γυμνάσιο το 1993 έχει περιέλθει σε βαθύ τέλμα.
Η διδασκαλία παραμένει σε μηχανιστικό διαχειριστικό επίπεδο, τα σχολικά αναλυτικά προγράμματα και τα διδακτικά εγχειρίδια απωθούν τους μαθητές από την ουσιαστική γνωριμία με τις ιδέες και τη σκέψη της αρχαιότητας, ενώ δεν έχει εμφανιστεί την τελευταία δεκαετία στους περιβόητους «Εθνικούς Διαλόγους» για την Παιδεία -για τους οποίους επαίρονται προκλητικά ορισμένοι- ούτε μια στοιχειώδης πρόταση για την αλλαγή της επαφής των μαθητών και του σχολείου με την αρχαία γλώσσα και σκέψη.
Το περιοδικό «Νέα Παιδεία» έθεσε το ζήτημα τον Φεβρουάριο με το πανελλήνιο συνέδριο που διοργάνωσε στην Αθήνα.
Αυτές τις ημέρες ακολούθησε η διακήρυξη των 56 πανεπιστημιακών για την αύξηση των ωρών της Νεοελληνικής Γλώσσας στο Γυμνάσιο.
Από τότε παρακολουθούμε μια προσπάθεια δημιουργίας διαχωριστικών γραμμών, κάτι που βιώσαμε τόσο στη μεταρρύθμιση του 1976 όσο και αργότερα.
Αυτή η υποκριτική στάση καλό είναι να σταματήσει γιατί οφείλουμε όλοι να παραδεχτούμε:
1. Το σημαντικότερο πρόβλημα είναι η συνολική πολιτική και κοινωνική πορεία της χώρας και όχι οι αρχικοί χρόνοι των ρημάτων!
2. Το κυριότερο ζήτημα είναι η συνολική βελτίωση και αλλαγή του εκπαιδευτικού συστήματος και όχι η επιμέρους βελτίωση της διδασκαλίας ενός μαθήματος!
3. Το πρόβλημα της τελματωμένης και παρωχημένης διδασκαλίας των Αρχαίων Ελληνικών όπως και άλλων μαθημάτων αποτυπώνει την ευρύτερη γνωστική, ιδεολογική, ηθική και διδακτική τελμάτωση του εκπαιδευτικού μας συστήματος.
4. Αρα το ζήτημα της διδασκαλίας της αρχαίας γλώσσας και σκέψης δεν είναι μόνο εκπαιδευτικό αλλά και πολιτικό, καθώς συνδέεται με την αδυναμία του νέου πολίτη να κατανοήσει και να συνομιλήσει με τις ιδέες και αξίες του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού πέρα από συνθηματικές παραδοχές περί εθνικής κληρονομιάς και διάδοσης των φώτων του πολιτισμού στην ανθρωπότητα κτλ.
5. Αυτή η σχέση αποστροφής που καλλιεργεί μέχρι σήμερα το σχολείο για την αρχαία γλώσσα και σκέψη δεν είναι τυχαίο γεγονός αλλά συνειδητή ιδεολογική επιλογή αποκλεισμού των νέων πολιτών από τη γόνιμη κριτική ανάγνωση των ιδεών του αρχαίου ελληνικού (και φυσικά του ρωμαϊκού) πολιτισμού.
6. Τον αποκλεισμό αυτό επιβάλλουν αναλυτικά προγράμματα και εγχειρίδια που φαντάζουν σύγχρονα αλλά στην ουσία είναι παιδαγωγικά απαράδεκτα, γι’ αυτό και διατηρούνται επί δεκαετίες ή αναπαράγονται από πρόσωπα και μηχανισμούς που σήμερα κόπτονται για τα Αρχαία Ελληνικά, ενώ τα ίδια ευθύνονται για τη δραματική υποβάθμιση του μαθήματος, αφού επί τόσα χρόνια δεν παρουσίασαν ένα ενδιαφέρον διδακτικό υλικό ή μια στοιχειώδη σύγχρονη διδακτική πρόταση. Ολοι γνωρίζουμε ποιοι είναι αυτοί, έχουν ονοματεπώνυμο και συνεχίζουν να προβάλλονται ως ειδικοί για τη σωτηρία της γλώσσας και της εθνικής πορείας!
Υπάρχει λοιπόν κάποια πρόταση ή θα συνεχίσουμε να αλληλοκατηγορούμαστε και να ζητάμε να μείνουν όλα όπως είναι ή απλά να αλλάξουν οι ώρες;
Δίκαια απαιτεί κάτι παραπάνω από αυτά ο καλόπιστος αναγνώστης, ο μαθητής, ο εκπαιδευτικός της πράξης!
Η πρότασή μας παρουσιάζεται για να αποτελέσει αντικείμενο προβληματισμού και διαλόγου και έχει τους παρακάτω άξονες:
 Οι τρεις ώρες των Αρχαίων Ελληνικών από το πρωτότυπο στο Γυμνάσιο διατίθενται ως εξής:
► μία ώρα για την άνετη και ουσιαστική παραγωγή λόγου στην τάξη στη νεοελληνική γλώσσα
► μία ώρα για την ένταξη της ρητορικής και της δημιουργικής γραφής στο Γυμνάσιο, με ποικιλία γραπτών και προφορικών δραστηριοτήτων και
► μία ώρα για τη διδασκαλία του λεξιλογίου μέσα από λέξεις και μικρά κείμενα των παλαιότερων μορφών της γλώσσας ώστε ο μαθητής να παρακολουθεί τη γέννηση, την πορεία, την εξέλιξη και τη χρήση των λέξεων.
Οι αλλαγές αυτές προϋποθέτουν την παραγωγή νέου διδακτικού υλικού και φυσικά την ουσιαστική επιμόρφωση των εκπαιδευτικών.
 Ανανεώνεται το μάθημα της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας σύμφωνα με την εξαιρετική πρόταση του καθηγητή Φάνη Κακριδή την οποία προσυπογράφουμε.
 Δημιουργούνται πειραματικά κλασικά Λύκεια με σύγχρονα προγράμματα κατά τα πρότυπα π.χ. των αντίστοιχων ιταλικών Λυκείων ή άλλων ευρωπαϊκών σχολείων τα οποία απευθύνονται σε όλους τους μαθητές του Λυκείου και παρέχουν γνώση που συνδέεται με όλες τις επιστήμες και τέχνες και όχι μόνο με τη γλώσσα. Στους μαθητές αυτών των σχολείων δίνονται ποικίλα κίνητρα επιβράβευσης της επιλογής τους (υποτροφίες, αυξημένα μόρια για εισαγωγή σε σχολές των ΑΕΙ κτλ).
 Ιδρύεται στην Αθήνα (με παραρτήματα σε όλες τις περιφέρειες της χώρας) Διεθνές Ινστιτούτο Κλασικών Σπουδών ως πρότυπο ερευνητικό κέντρο μελέτης και προβολής του αρχαίου ελληνικού και ρωμαϊκού πολιτισμού.
Αυτές είναι οι πρώτες ταπεινές προτάσεις μας για μια διαφορετική επαφή των σημερινών νέων με την αρχαία γλώσσα και σκέψη.
Σίγουρα υπάρχουν και άλλες πολύ πιο πρωτότυπες και ενδιαφέρουσες από αυτές.
Μία στάση μόνο δεν δικαιολογείται: η ένοχη σιωπή και οι άναρθρες κραυγές να μείνουν όλα όπως είναι γιατί έτσι μας βολεύει, αδιαφορώντας για τις συνέπειες στους μαθητές, ή το πιο δυσάρεστο: να συνεχιστούν οι θρήνοι και ολολυγμοί ότι απειλούνται πάλι η γλώσσα μας και η εθνική μας ταυτότητα από ποικίλες δυνάμεις.
Ελεος πια! Μας το επαναλαμβάνει μονότονα τόσα χρόνια ο Κ.Π. Καβάφης:
«Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας, τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις,
αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου, αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου»
Από την εφημερίδα των συντακτών

Πέμπτη, 9 Ιουνίου 2016

Αποφυλάκιση


Ξημέρωσε επιτέλους. Μετά από είκοσι χρόνια στη φυλακή ήρθε η μέρα της ελευθερίας. Μερικά πράγματα, όταν τα ΄χεις τα θεωρείς δεδομένα, όταν τα χάσεις όμως αντιλαμβάνεσαι πόσο σημαντικό είναι να μπορείς να πας ΜΟΝΟΣ ΣΟΥ, ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΣΕ ΕΜΠΟΔΙΖΕΙ ΚΑΝΕΙΣ  για την πρωινή εφημερίδα και τα τσιγάρα σου.
Μπήκε μέσα για μια υπόθεση κατάχρησης πολλών εκατομμυρίων που ποτέ δεν έκανε. Του τη φορτώσανε και βγήκαν οι άλλοι λάδι. Σε δημόσια υπηρεσία. Μέχρι να γίνουν τα δικαστήρια και να ξεκαθαρίσει το τοπίο πέρασαν δυο τρία χρόνια και τα υπόλοιπα κάθειρξη, πιάσαμε κοντά στα είκοσι. Λίγο μετά τα 40 του και τώρα με τα μαλλιά άσπρα, εξηντάρης πια, περίμενε το αποφυλακιστήριο.
Όπως τότε που περίμενα με αγωνία να ξημερώσει, εκείνο το πρωινό του Ιούνη, για να πάω να πάρω το απολυτήριο του Δημοτικού. Ήθελα τόσο να πάω στο Γυμνάσιο αλλά ήταν κοντά μια ώρα δρόμο από το χωριό. Ο πατέρας μου είπε πως, αν το έπαιρνα με 10, θα μου νοίκιαζε σπίτι στην πόλη, αν και από μέσα του ευχόταν να μη συμβεί κάτι τέτοιο, για να με κρατήσει κοντά του στα χωράφια. Σηκώθηκα αξημέρωτα εκείνο το πρωί, πλύθηκα, έβαλα το καρό πουκάμισο που μου ετοίμασε η μάνα αποβραδίς και το γκρι μου παντελόνι. Η περίσταση απαιτούσε επισημότητα. Κοτζάμ απολυτήριο θα έπαιρνα! Έτρεξα με λαχτάρα στο σχολείο. Η δασκάλα μόλις είχε πάει:
-Πρωί, πρωί βλέπω Παυλή! Τόση αγωνία;
Άνοιξε ένα μπλε φάκελο που έγραφε απ’ έξω με ωραία καλλιγραφικά γράμματα «Απολυτήρια Έκτης Δημοτικού» κι έψαξε  το δικό μου.
-Συγχαρητήρια, παιδί μου. Καθαρό δεκάρι. Θα είναι κρίμα να μη συνεχίσει τις σπουδές του στο Γυμνάσιο ένα τέτοιο μυαλό.
Και τις συνέχισε. Ο πατέρας του δε μπορούσε να κάνει αλλιώς. Το έταξε και το τάξιμο θέλει δόσιμο, που λέει και η παροιμία. Και στο εξατάξιο τότε Γυμνάσιο και στο Πανεπιστήμιο. Οικονομικά σπούδασε. Πήγε και στην Αγγλία με υποτροφία για μεταπτυχιακό. Μόλις γύρισε, στρατό και δουλειά. Στο υπουργείο… προϊστάμενος… καλά λεφτά.
Ο φρουρός ήρθε κατά τις δέκα. Αιώνας του φάνηκε από τις πέντε το πρωί, που είχε ξυπνήσει. Τον οδήγησε στο διευθυντή των φυλακών, με το οποίο είχε πολύ καλή σχέση, αφού ποτέ δε δημιουργούσε καυγάδες. Του ευχήθηκε, πήρε το χαρτί, διέσχισε για τελευταία φορά το στενόμακρο διάδρομο με τα κελιά και βγήκε στο πλατύσκαλο. Δεν τον περίμενε κανείς. Ούτε η γυναίκα, ούτε οι κόρες του. Τον πήρε το παράπονο.
Κανείς δε με περίμενε και τότε στο σπίτι, όταν γύρισα με το απολυτήριο στο χέρι μες τη χαρά για το δεκάρι. Ο πατέρας είχε πάει στο στάβλο για τα ζωντανά και η μάνα… Που ήταν η μάνα; Έψαξα στο μαγειριό, στο φούρνο, στη βρύση, στην αποθήκη. Πουθενά. Γύρισα στο σπίτι απελπισμένος. Κανείς δεν ήταν εκεί να μοιραστεί τη χαρά μου.

Ήμουν έτοιμος να βάλω τα κλάματα, όταν άκουσα τον ήχο ενός κουδουνιού. Πάλι η τρελο-κατσίκα του γείτονα άφησε το κοπάδι, σκέφτηκα. Δεν έδωσα σημασία. Σε λίγο το κουδούνισμα ακούστηκε ξανά πιο παρατεταμένο και πιο έντονο. Βγήκα στην αυλή να δω τι συμβαίνει.
Έξω σε έναν κύκλο ήταν η γιαγιά, ο παππούς, η θεία Βασίλω, τα ξαδέλφια μου, μερικοί γείτονες και η μάνα.
-Ο πατέρας; είπα στη μάνα. Ξέρω πως δε χάρηκε δα και με το δεκάρι μου. Με ήθελε στα χωράφια και τα ζωντανά.
Ξανά το κουδούνισμα. Παραμέρισαν όλοι και στη μέση του κύκλου φάνηκε ο πατέρας με ένα καινούριο, καλογυαλισμένο ποδήλατο.
-Εγώ δε χάρηκα ρε μπαγασάκο; Ορίστε και το δώρο σου!
Η αλήθεια είναι πως μια μέρα που είχανε πάει μαζί στην πόλη και ο πατέρας σταμάτησε στην τράπεζα, ο Παύλος κατέβηκε από το τρακτέρ και χάζευε στη βιτρίνα του διπλανού ποδηλατάδικου. Από τότε το είχε βάλει στο μάτι αυτό το πράσινο ποδήλατο με τη μπλε σέλα και τα κόκκινα φώτα μπρος πίσω.
Είχα μείνει άφωνος. Δεν ήξερα τι να πω. Που κατάλαβε ποιο ποδήλατο μου άρεσε. Δεν του είχα πει τίποτα. Άδικα τον είχα κατηγορήσει τον καημένο τον πατέρα. Έτρεξα και τον αγκάλισα κλαίγοντας.
Κατέβηκε τις σκάλες της φυλακής σα να του είχαν βαρίδια στα πόδια, όμοια με τους θανατοποινίτες. Ένα ταξί περίμενε στην αυλόπορτα. Μπήκε μέσα.
-Που πάμε; τον ρώτησε ο ταξιτζής.
-Όπου να ΄ναι.

Αγγελική Τανίδου

Τετάρτη, 8 Ιουνίου 2016

Προτεινόμενο διαγώνισμα στη Λογοτεχνία Α΄Λυκείου

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΓΡ. ΚΑΜΠΟΥΡΟΓΛΟΥ (1852-1942)
Ο μοναχογιός της γρια-Καλής
Όλοι εμακάριζαν την κυρα-Καλή για το μοναχογιό της.
“Να σου ζήσει, κερά. Προκομμένο παιδί!”.
“Ναι, καλός βγήκε”, έλεγε μετριοφρόνως με τα χείλη της. Με το μάτι της όμως έλεγε: “Αυτός είναι κι άλλος δεν είναι!...”.
Παστρική-παστρική και νοικοκυρεμένη πάντα η γρια-Καλή έβγαινε στην πορτίτσα της μεσημέρι και απόβραδο, για ν' αγναντέψει τον μονάκριβο που θα πρόβαινε απ' την πέραν άκρη της γωνιάς του δρόμου.
Μια μέρα ο γιος της τής είπε πως θα μπει στη δούλεψη ενός πλούσιου και σημαντικού Αγά.
Η γριά ξεροκατάπιε και δε μίλησε. Πέρασε κάμποσος καιρός και της λέει πάλι μια μέρα:
“Μάνα, να στείλεις να φέρεις σπίτι την ξαδέρφη να σου κάνει συντροφιά, γιατί εγώ θα λείψω για λίγον καιρό· θα πάω με τον Αγά στην Πόλη”.
“Αφού το θέλει το νιτερέσο1 σου, να πας, παιδί μου, με την ευχή μου. Εγώ δε θέλω συντροφιά. Είμαι γερή ακόμα κι έχω και τους γειτόνους που μ' αγαπούνε όλοι. Αν τύχει -ο Θεός να μην το δώσει- κι αρρωστήσω, τότε φωνάζω ή την ανιψιά μου, που είπες, ή καμιάν άλλη. Δε θα χαλάσει ο κόσμος!”.
“Να μη λυπηθείς, μάνα· θα γυρίσω γρήγορα”.
“Μπα, γιατί να λυπηθώ; Αφού φεύγεις για το καλό σου και με τόσην ευχαρίστηση!...”.
Μόλις ο γιος της βγήκε έξω, αυτή γονάτισε στα εικονίσματα κι έχυσε πολλά δάκρυα.
Ο καιρός περνούσε. Λάβαινε τακτικά γράμματα απ' το γιο της και χρήματα και δώρα. Μα όπως τα λάβαινε έτσι και τ' άφηνε. Τι ναν τα κάμει τα χαρίσματα σαν έλειπε κείνος;...
Στο τελευταίο του γράμμα τής έγραφε:
“Εγώ, μάνα μου, είναι καιρός τώρα που 'φυγα απ' τη δούλεψη του Αγά. Κάνω δουλειές δικές μου. Απόχτησα πολλά. Κάθομαι σε μεγάλο σπίτι· έχω δούλους και δούλες και νιώθω πως είναι ντροπή η μάνα μου να κάθεται σε μια χαμοκέλα2 καταμονάχη. Να 'ρθεις κοντά μου. Άμα τ' αποφασίσεις, να μου το γράψεις, κι εγώ θα στείλω ανθρώπους να σε πάρουν και να σε προσέχουν σαν τα μάτια τους”.
Το σκέφτηκ' έτσι, το σκέφτηκε αλλιώς η γριά... Στα τελευταία είπε:
“Ας πάω για λίγο. Έτσι ελπίζω στο Θεό πως θα τον καταφέρω να γυρίσομε μαζί. Τι ωφελεί το βιός σε ξένο μέρος!... Αν γυρίσει στον τόπο μας πλούσιος και τιμημένος, κι εγώ θα πεθάνω ευχαριστημένη κι αυτουνού θα βουίξει τ' όνομά του και θα σκάσουν οι κρυφοί οχτροί μας· γιατί στα φανερά δεν έχομε κανέναν. Προσκυνάω κιόλας και στην Αγια-Σοφιά, κι ας την έχουνε κι οι Τούρκοι...”.
Έφτασ' η γριά στην Πόλη. Ο γιος της δεν ήξερε πια τι να της πρωτοκάμει. Χωμένη σ' ένα μαλακό καναπέ, τυλιγμένη με μια πλούσια σαμουρόγουνα3, είχε και του πουλιού το γάλα. Μα τη βασάνιζε μια υποψία, μια κρυφή τρομάρα είχε στην καρδιά. Ό,τι έβλεπε γύρω της ήταν Τούρκικο... Ρωτούσε με τρόπο και όλοι έστεκαν σα μουδιασμένοι· όλο και μασούσαν τα λόγια τους. Σαν να φοβόντουσαν να πουν την αλήθεια, σα να τους είχαν πει: “προσέξτε γιατί αλίμονό σας!...”.
Το πήρε πια απόφαση. Έτρωγε, έπινε, κοιμότανε και περίμενε πότε θα 'ρθει η ώρα της να κλείσει τα μάτια της για πάντα.
“Ένα παράπονο έχω, μάνα” της λέει ο γιος της μια μέρα. Ποτέ δε σε είδα να γελάσεις”.
“Μπα, μετά χαράς σου, ακούς; Γιατί να μη γελάσω, παιδί μου, που σε βλέπω έτσι ευχαριστημένον!”. Και σούφρωσε τα μάγουλά της, τάχατες πως χαμογελούσε.
Μια μέρα της λέει καταχαρούμενος:
“Αύριο, μάνα μου, θα μου γίνει ένα μεγάλο καλό. Τι θες από μένα; Πες και θα γίνει”.
“Να πάμε στον τόπο μας· να πάμε στην Αθήνα. Καλή 'ναι κι η Πόλη, δε σου λέω, μα και το Ροδακιό, που εκεί γεννήθηκα, παντρεύτηκα, σ' ανάστησα...”.
“Καλά, καλά... Σύχασε, θα 'ρθει η μέρα που θα φύγομε. Τώρα δεν μπορώ ακόμα να ξεκάμω... Θέλεις τη ζημιά μου;”.
“Μπα, Θεός να φυλάξει. Καλά 'μαι κι εδώ”.
Ξημέρωσε κι η αυρινή. Μεγάλη φασαρία στο σπίτι. Κοντά το μεσημέρι, σαν μια βουή ακούστηκε από μακριά... Οι δούλοι μπαινοβγαίνουν τώρα, τρέχουν, πέφτει ο ένας απάνω στον άλλον απ' την πολλή την προθυμία.
Τη γριά την έζωσαν τα φίδια.
Τώρα η βουή ακούεται κάτω απ' τα παραθύρια των.
Μια σκλάβα δε βάσταξε. Τρέχει και γονατίζει μπρος στη γριά.
“Σήκω, Κερά μου, πρόβαλ' απ' το παραθύρι να ιδείς τον αφέντη, το γιο σου, που τον φέρνει κόσμος και ντουνιάς. Εγίνηκε Π α σ ά ς !...”.
Και η γριά, κουνώντας το κεφάλι της, με πικρό χαμόγελο, και σα ν' άκουσε κάτι που το περίμενε:
“Τι να σηκωθώ, καημένη, να ιδώ; Μήπως μου τον φέρνουν Δ ε σ π ό τ η;...”. Κι έκρυψε το πρόσωπό της μες στα χέρια της από ντροπή και λύπη.
(Ο τρελός της Αθήνας και άλλα διηγήματα, Αθήνα, Στιγμή, 1987)


1.Νιτερέσο=(λαϊκότρ.) συμφέρον
2.Χαμοκέλα= χαμηλό, άθλιο φτωχόσπιτο ή δωμάτιο. 
3.Σαμουρόγουνα=γούνα από δέρμα νυφίτσας



ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ
Α 1. Να αναφέρετε τα βασικά πρόσωπα της ιστορίας. (8 μονάδες)
Α 2. Να προσδιορίσετε τους δυο (2) τόπους στους οποίους διαδραματίζεται η ιστορία. (8 μονάδες)
Α 3.  Να περιγράψετε το σπίτι του γιου και τη ζωή της μάνας σε αυτό.
 (9 μονάδες)
ΣΥΝΟΛΟ:25 ΜΟΝΑΔΕΣ

Β 1. Να περιγράψετε σε μία παράγραφο τη σχέση της ηρωίδας με το γιο της.
(10 μονάδες)
Β 2. Γιατί, κατά τη γνώμη σας, η ηρωίδα δεν αποκαλύπτει στο γιο της τα αισθήματά της; Να απαντήσετε λαμβάνοντας υπόψη το στερεότυπο της μάνας που εκπροσωπεί η κυρά-Καλή.  (15 μονάδες)
ΣΥΝΟΛΟ: 25 ΜΟΝΑΔΕΣ

Γ. Να αφηγηθείτε το απόσπασμα «Μάνα, να στείλεις να φέρεις… πολλά δάκρυα» από την οπτική γωνία της μητέρας (το απόσπασμα είναι με πλάγια γραφή στο κείμενο).
ΣΥΝΟΛΟ: 25 ΜΟΝΑΔΕΣ

Δ 1 . Να σχολιάσετε το τελευταίο απόσπασμα του κειμένου «Σήκω, Κερά μου… από ντροπή και λύπη» (το απόσπασμα είναι με πλάγια γραφή στο κείμενο).
 ( 10 μονάδες)

Δ 2. Σε μια παράγραφο να καταγράψετε τις απόψεις σας για πώς αντιδρούν οι γονείς σήμερα, όταν διαψεύδονται οι προσδοκίες τους για το μέλλον των παιδιών τους.
(15 μονάδες)
ΣΥΝΟΛΟ: 25 ΜΟΝΑΔΕΣ


Σάββατο, 4 Ιουνίου 2016

Διδάσκεται η δημιουργική γραφή;

Απόψεις για προβληματισμό και κριτική σκέψη...
ΡΕΑ ΓΑΛΑΝΑΚΗ*
Φέτος πρώτη φορά δίδαξα μυθιστόρημα στα σεμινάρια δημιουργικής γραφής του «Ιανού», και θα μιλήσω βάσει αυτής της εξαιρετικής εμπειρίας. Τα σεμινάρια ασκούν μεγάλη έλξη, επειδή, πρώτο και κύριο, διασώζουν την προσωπική σχέση μαθητή και δασκάλου, αυτού του σπάνιου στην εποχή μας ενώπιος ενωπίω. Στα αντίστοιχα ιντερνετικά μαθήματα αυτή η πολύτιμη σχέση αλλάζει ή χάνεται. Δεν με ενδιαφέρουν.
Το ότι οι ενήλικοι μαθητές επιλέγουν τον δάσκαλό τους ανάμεσα σε όσους διδάσκουν σήμερα, συνήθως ένα συγγραφέα που εκτιμούν κι έχουν διαβάσει, είναι επίσης βασικός λόγος έλξης. Οι ενήλικοι αυτοί μαθητές σίγουρα αγαπούν τη λογοτεχνία. Από την αρχή γνωρίζουν ότι δεν «θα γίνουν συγγραφείς» με τη λήξη του σεμιναρίου, κάτι αδύνατον να συμβεί κάτι τόσο μηχανιστικό – στο δικό μου σεμινάριο πάντως τρεις είχαν ήδη εκδώσει βιβλία τους! Οι περισσότεροι έχουν κάνει δοκιμές γραφής και ξέρουν ότι στα σεμινάρια θα ασκηθούν πολύ συστηματικά στο γράψιμο, συζητώντας επί των ασκήσεων. Ολοι, ωστόσο, θέλουν να συστηματοποιήσουν τις σκόρπιες γνώσεις τους για τη λογοτεχνία, να συζητήσουν, να λύσουν απορίες τους, να αποκτήσουν ευρύτερες γνώσεις. Δεν θα παραλείψω το όφελος και τη δική μου χαρά απ’ αυτά τα σεμινάρια.

Αλλος λόγος έλξης είναι ότι, για την επιλογή των μαθητών, δεν υπάρχει απαγόρευση για το επάγγελμα, την ηλικία, ή το μορφωτικό τους επίπεδο. Αυτό έχει πολύ γόνιμα αποτελέσματα, καθώς τα μαθήματα και οι γραπτές ασκήσεις συζητιούνται μέσα στην τάξη.

Με εντυπωσιάζει με πολύ θετικό τρόπο το ότι άνθρωποι κάθε λογής διαθέτουν σήμερα ώρες από τη ζωή τους και κάποιο χρηματικό ποσόν, για να εντρυφήσουν στη λογοτεχνία, να βελτιώσουν τα δικά τους γραπτά, να ασχοληθούν με το ποιοτικό βιβλίο. Αξίζει να σημειωθεί ότι το όφελος για το ποιοτικό βιβλίο είναι τεράστιο απ’ αυτά τα σεμινάρια, αφού οι μαθητές, αν δεν είναι ήδη καλοί αναγνώστες, εξελίσσονται σε καλύτερους.

Ενας ακόμη λόγος έλξης είναι ότι τα σεμινάρια αποτελούν μια νέα μορφή εκπαίδευσης για ανθρώπους που θέλουν να εμβαθύνουν σε αυτό που τους αρέσει. Είχα τις ενστάσεις μου όταν πρωτάρχισαν, αφού εμείς, οι παλιότεροι, μόνοι μας γράψαμε, μόνοι μας διαβάσαμε.

Και οι εποχές, ωστόσο, και οτιδήποτε αφορά το βιβλίο, έχουν αλλάξει ανεπίστρεπτα. Ας διακρίνουμε και ας υποστηρίξουμε τα θετικά στοιχεία. Ας μη λησμονούμε και όσους, λίγοι ήταν, καθόρισαν επίσης τα δικά μας βήματα. Δεν ήμασταν ποτέ ολομόναχοι.

Διδάσκεται τελικά η λογοτεχνική γραφή; Υπάρχουν, θα έλεγα, κάποια κλειδιά από τη μεριά του συγγραφέα, κάποια αντικλείδια από τη μεριά του αναγνώστη, που μπορούν να διδαχθούν, φτάνει να αγαπούν και οι δυο τους τη λογοτεχνία.



ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΘΕΟΔΩΡΟΥ**
Διδάσκεται η δημιουργική γραφή; Πώς γίνεται κανείς λογοτέχνης, σε μια εποχή που η ατομική διανοητική άσκηση έχει υποκατασταθεί από τη μαζική «διά βίου εκπαίδευση»; Και μπορεί άραγε κανείς να γίνει λογοτέχνης παρακολουθώντας τα πληθωρικά «σεμινάρια», που ακμάζουν γύρω μας, με οργανωτική ευθύνη των εκδοτικών οίκων και με διδακτική προσφορά αναγνωρισμένων (και μη) συγγραφέων; Ο σπουδαίος γλωσσολόγος Ρόμαν Γιάκομπσον είχε δώσει την πιο γρήγορη, αντιρρητική και προκλητική απάντηση σε όλα αυτά τα ερωτήματα, με αφορμή την υποψηφιότητα του Ναμπόκοφ για μία «έδρα λογοτεχνίας» στο Χάρβαρντ. «Ποιο είναι το επόμενο βήμα; Να φωνάξουμε τους ελέφαντες για να διδάξουν ζωολογία;».

Αναμφισβήτητα, η διδασκαλία της δημιουργικής γραφής εξελίχτηκε σε ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα αντικείμενα της εκπαιδευτικής θεωρίας και πρακτικής, ιδίως όταν διασταυρώθηκε με τους εμπορικούς κανόνες της προσφοράς και της ζήτησης: τα νέα ακαδημαϊκά προγράμματα σπουδών, το εκδοτικό μάρκετινγκ, την εξ αποστάσεως διδασκαλία, τα νέα δίκτυα κοινωνικότητας. Αν εξετάσουμε τη διανοητική ιστορία του αντικειμένου, θα δούμε πως η ίδια η έννοια της δημιουργικής γραφής είναι ένα σχετικά πρόσφατο πολιτισμικό προϊόν. Μετράει σχεδόν 30 - 40 χρόνια ζωής. Αν θέλουμε να συνοψίσουμε την πορεία αυτή, θα λέγαμε πως ξεκίνησε ως χρήσιμο εργαλείο κατανόησης της λογοτεχνίας για να εξελιχτεί σε καλλιτεχνικό αυτοσκοπό. Με άλλα λόγια, είναι άλλο πράγμα να μαθαίνει κάποιος/κάποια να γράφει σονέτα για να επικοινωνήσει βαθύτερα με την ποίηση του Σαίξπηρ, και είναι εντελώς διαφορετικό πράγμα να νομίζει ότι θα γίνει και ο ίδιος/η ίδια ποιητής/ποιήτρια, παρακολουθώντας κάποια σεμινάρια.

Προφανώς, η σύγχρονη διαχείριση του ελεύθερου χρόνου καθώς και η συμβολική σύνδεση της «δημιουργικής γραφής» με την πιθανότητα μιας επαγγελματικής ευκαιρίας έχουν διαμορφώσει νέες ανθρωπολογικές προϋποθέσεις για την παραγωγή και την κατανάλωση λογοτεχνίας. Μέσα σε αυτή την αλυσίδα, ωστόσο, ανακαθορίζονται και οι σχέσεις ακαδημαϊκών, συγγραφέων και κοινού, σε μια ενδιαφέρουσα διαδικασία αναγνωστικής ανταπόκρισης. Η λειτουργία πολλών «κοινοτήτων γραφής και ανάγνωσης» δημιουργεί μια νέα διάχυση της λογοτεχνίας, που δεν είναι κατ’ ανάγκην ξένη από την ανθρωπιστική αποστολή της. Αυτό που προέχει, επομένως, είναι να συζητήσουμε θεσμικά για τη μέθοδο, την πιστοποίηση, το κύρος της διδασκαλίας, αλλά και για τα αποτελέσματα. Για την ώρα, πάντως, όπως έχει παρατηρηθεί, τα προγράμματα δημιουργικής γραφής παράγουν στις μέρες μας περισσότερα καινούργια προγράμματα δημιουργικής γραφής και λιγότερους νέους συγγραφείς. Ίσως είναι και αυτό ένα σύμπτωμα για τη δύναμη που έχουν οι κανόνες της αγοράς να αλλοιώνουν το υπαρξιακό αίτημα για την κατάκτηση της τέχνης.

* Η κ. Ρέα Γαλανάκη είναι συγγραφέας. Το μυθιστόρημά της «Η άκρα ταπείνωση» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη.
** Ο κ. Γιάννης Παπαθεοδώρου είναι αναπληρωτής καθηγητής Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων.

από την Καθημερινή της 17/5/15
Έντυπη