Τετάρτη, 10 Αυγούστου 2016

Γ. Σουρή - Ανθολογία της οικονομίας

Αν και γραμμένοι έναν αιώνα πριν, αποδεικνύουν πως η ιδιοσυγκρασία του Έλληνα δύσκολα αλλάζει. Απολαύστε τους!

Ποιος είδε κράτος λιγοστό
σ’ όλη τη γη μοναδικό,
εκατό να εξοδεύει
και πενήντα να μαζεύει;

Να τρέφει όλους τους αργούς,
νά ’χει επτά Πρωθυπουργούς,
ταμείο δίχως χρήματα
και δόξης τόσα μνήματα;

Νά ’χει κλητήρες για φρουρά
και να σε κλέβουν φανερά,
κι ενώ αυτοί σε κλέβουνε
τον κλέφτη να γυρεύουνε;



Όλα σ’ αυτή τη γη μασκαρευτήκαν
ονείρατα, ελπίδες και σκοποί,
οι μούρες μας μουτσούνες1 εγινήκαν
δεν ξέρομε τι λέγεται ντροπή.

Σπαθί αντίληψη, μυαλό ξεφτέρι,
κάτι μισόμαθε κι όλα τα ξέρει.
Κι από προσπάππου κι από παππού
συγχρόνως μπούφος2 και αλεπού.

Θέλει ακόμα –κι αυτό είναι ωραίο–
να παριστάνει τον ευρωπαίο.
Στα δυο φορώντας τα πόδια πού ’χει
στό ’να λουστρίνι, στ’ άλλο τσαρούχι.

Σουλούπι, μπόι, μικρομεσαίο,
ύφος του γόη, ψευτομοιραίο.
Λίγο κατσούφης, λίγο γκρινιάρης,
λίγο μαγκούφης3, λίγο μουρντάρης4.

Και ψωμοτύρι και για καφέ
το «δε βαρυέσαι» κι «ωχ αδερφέ».
Ωσάν πολίτης, σκυφτός ραγιάς
σαν πιάσει πόστο: δερβέναγάς.5

Δυστυχία σου, Ελλάς,
με τα τέκνα που γεννάς!
Ω Ελλάς, ηρώων χώρα,
τι γαϊδάρους βγάζεις τώρα;

1μουτσούνες: μάσκες· 2μπούφος: εδώ
μεταφ. αδαής, ανόητος· 3μαγκούφης:
μοναχός και κακομοίρης· 4μουρντάρης:
αυτός που βάζει τα χέρια του σε ξένα
πράγματα, (συνήθως) ο γυναικάς·
5δερβέναγάς: ενν. τύραννος, καταπιεστικός


Δευτέρα, 1 Αυγούστου 2016

Σχολή γονέων από το Χαλίλ Γκιμπράν

Τα παιδιά δε χρειάζονται χαλινάρι αλλά σωστή καθοδήγηση και οι γονείς θα πρέπει να έχουν τη δύναμη να αναγνωρίζουν και να επιβραβεύουν την πρόοδο των παιδιών τους. Δε υπάρχει εξάλλου καλύτερη αφορμή για περηφάνια σε ένα γονιό από το να μπορέσει το παιδί του να γίνει καλύτερο από τον ίδιο, να τον ξεπεράσει.

Σε ένα εγωιστή και αλαζόνα πατέρα που ποτέ δεν τόλμησε να ξεστομίσει πόσο αξίζει ο γιος του.

ΧΑΛΙΛ ΓΚΙΜΠΡΑΝ

Ο Προφήτης

Μωρό κρατώντας στην αγκάλη μια γυναίκα ζήτησε.
Μίλησέ μας για τα Παιδιά.
Κι εκείνος αποκρίθηκε.
Δεν είναι παιδιά σας τα παιδιά.
Γιοι και κόρες είναι της λαχτάρας της Ζωής για τη Ζωή.
Τα βοηθάτε νά ’ρθουν στη ζωή, αλλά δεν έρχονται από εσάς.
Ζουν μαζί σας, αλλά δε σας ανήκουν.
Δώστε τους την αγάπη σας, όχι τις ιδέες σας.
Τις δικές τους ιδέες έχουν.
Στεγάστε το σώμα τους, όχι την ψυχή τους.
Η ψυχή τους ενοικεί στον οίκο του μέλλοντος,
εκεί που δεν μπορείτε να πάτε μήτε στα όνειρά σας.
Προσπαθήστε να τους μοιάσετε, μη θελήσετε να σας μοιάσουν.
Η ζωή πίσω δεν τραβά, δε σταματά στο χθες.
Εσείς είστε τα τόξα. Από σας θα πετάξουν μπροστά τα παιδιά σας
σαν βέλη ζωντανά.
Ο Τοξευτής κοιτάζει το στόχο πάνω στο μονοπάτι του άπειρου.
Σας λυγίζει δυνατά, για να φύγουν γοργά και μακριά τα βέλη του.
Δεχτείτε χαρούμενα το λύγισμα στο χέρι του Τοξευτή.
Εκείνος αγαπά τα βέλη που τοξεύονται,
αγαπά όμως και το δυνατό το τόξο.