Τρίτη, 30 Ιανουαρίου 2018

SURVIVOR-αγώνας επιβίωσης από τον καναπέ

της Ευγενίας Σαρηγιαννίδη  –

 https://slpress.gr/koinonia/survivor-agwnas-epiviosis-apo-ton-kanape/

Είναι να αναρωτιέται κανείς πως μια κοινωνία που χάνει μέρα με τη μέρα, σε όλα τα επίπεδα (οικονομικό, πολιτικό, κοινωνικό, καθημερινότητας) τη δυνατότητα να επιβιώσει, συνεχίζει να παρακολουθεί μετά μανίας και τον δεύτερο κύκλο του τηλεπαιχνιδιού Survivor (επιβίωση). Ποια είναι τα στοιχεία εκείνα που καθιστούν ένα τέτοιο παιχνίδι τόσο δημοφιλές (σε απόλυτους αριθμούς), στην ελληνική κοινωνία;

Ένα τέτοιου είδους παιχνίδι παίζει θεατρικά με τα κοινωνικά τους συμπλέγματα. Αφενός με τίτλο αρκετά προκλητικό για την σημερινή ιστορική περίοδο, αφετέρου με μια εσωτερική-συμβολική οργάνωση που ακουμπά τα βαθύτερα συναισθήματα των Ελλήνων τηλεθεατών. Το εν λόγω reality αντανακλά περισσότερο την συνειδησιακή κατάσταση και τους τρόπους σκέψεις των τηλεθεατών του, παρά τους διαμορφώνει, όπως θα έλεγε μια παραδοσιακή επιχειρηματολογία για την σχέση των ΜΜΕ με την προπαγάνδα και την επιρροή.

Πέραν της περιγραφής των επιμέρους γεγονότων και συμβάντων, που συνδέονται άμεσα ή έμμεσα με την πολύπλευρη κρίση από την οποία διέρχεται η ελληνική κοινωνία, πρέπει να εξετάσουμε πιο προσεκτικά και τις εσωτερικές διασυνδέσεις μεταξύ των διάφορων αυτών πτυχών της κρίσης: Πως περνάμε επί παραδείγματι, από τα Big Brother στα Survivor.
Εικονική ανακούφιση

Για να ξαναέρθουμε στην επικαιρότητα του Survivor, τι είναι αυτό που μοιάζει να συν-κινεί τους τηλεθεατές μαζικά, ώστε να καθηλώνονται κάθε βράδυ στον πολυαγαπημένο καναπέ μπροστά στην τηλεόραση; Μήπως βλέποντας τα ψυχολογικά προβλήματα που δημιουργούν οι δύσκολες συνθήκες διαβίωσης στους συμμετέχοντες στο τηλεοπτικό Survivor, ανακουφίζονται σκεπτόμενοι πως υπάρχουν και χειρότερα; Άλλωστε, στο δικό τους καθημερινό survivor υπάρχει και ένας καναπές, υπάρχει και μια τηλεόραση και όλο και κάτι βρίσκεται ακόμα να τσιμπήσει κανείς, παρακολουθώντας την εκπομπή…

Μήπως, όπως ακούσαμε κάποιους να λένε, το Survivor ενώνει οικογένειες, αφού πλέον, όχι μόνον όλοι μαζί παρακολουθούν το ίδιο τηλεοπτικό πρόγραμμα, αλλά συζητούν και τα καθημερινά προβλήματα των παικτών; Μήπως ακόμα γιατί οι τηλεθεατές αρέσκονται στη φαντασίωση ότι ζουν ένα δράμα επιβίωσης δια των αντιπροσώπων τους παικτών, την ώρα που οι ίδιοι αδρανείς και παθητικοποιημένοι έχουν συνηθίσει προ πολλού το δικό τους survivor;



Ένα επιτυχημένο κοινωνιογράφημα

Μήπως, όμως, η επιτυχία του συγκεκριμένου παιχνιδιού έγκειται περισσότερο στην οργάνωση των ομάδων και την επιλογή των μελών που συμμετέχουν σε αυτές; Από το πρώτο Survivor το όνομα των ομάδων δημιουργούσε συνειρμούς: Οι «Μαχητές» και οι «Διάσημοι»! Χοντροκομμένος και μπακαλίστικος διαχωρισμός της ελληνικής κοινωνίας, που δεν παύει, όμως, να αποτελεί εξαιρετικά επιτυχημένο κοινωνιογράφημα.

Και οι δυο ομάδες μάχονται για τη νίκη: οι «Διάσημοι» που ήταν άσημοι, ώστε να μην δικαιούνται αυτομάτως τον τίτλο τους και οι «Μαχητές» (πρώην ανώνυμοι), που έγιναν επώνυμοι, δημοφιλείς και διάσημοι κατά τη διάρκεια του «αγώνα τους για την επιβίωση».

Οι «Διάσημοι-άσημοι» και οι «Μαχητές-επώνυμοι» συνιστούν, λοιπόν, τηλεοπτικές κατασκευές. Προσφέρονται στους Έλληνες τηλεθεατές για να εκτονώσουν το μένος, τη ζήλεια και την εμπάθεια τους προς εκείνους που κατάφεραν να «γίνουν κάτι» (ομάδα «Διασήμων»), όσο οι ίδιοι αισθάνονταν ότι παρέμεναν ένα «τίποτα». Ταυτοχρόνως, να εκδηλώσουν την συμπάθεια, την οικειότητα και την προτίμησή τους για τους ανθρώπους της διπλανής πόρτας που δίνουν σαν μαχητές τη μάχη τους, μπας και κερδίσουν κάποια χρήματα μαζί με πρόσκαιρη και σύντομη διασημότητα.

Πρόκειται συνεπώς για μια ακόμα τηλεοπτική εκδοχή του «άρτος και θεάματα», όχι πλέον της ρωμαϊκής, αλλά της δικής μας, μεταμοντέρνας εποχής. Εδώ, οι παίκτες, σαν σύγχρονοι μονομάχοι, αγωνίζονται «μέχρι θανάτου» για τη νίκη, ενώ ο τηλεοπτικός «όχλος» των «πληβείων» τους θαυμάζει και τους επευφημεί, όχι πια στις αρένες, αλλά μέσα από τα σαλόνια και τα κοινωνικά δίκτυα.

Όπως χαρακτηριστικά είχε αναφέρει ο δημοσιογράφος κ. Δανίκας στην εφημερίδα Πρώτο Θέμα: «Ο θεατής ταυτίζει την κατάστασή του με εκείνη των πρωταγωνιστών σ’ αυτό το reality show. Αισθάνεται δηλαδή ότι με νύχια και δόντια προσπαθεί να επιβιώσει σε συνθήκες ζούγκλας. Σαν να έχει «φυτευτεί» σε κάποια αχαρτογράφητη περιοχή. Όπου κανένας νόμος. Κανένας θεσμός. Καμία σύμβαση. Κανένα οργανωμένο κράτος. Κανείς μα κανείς δεν πρόκειται να σπεύσει να τον προστατεύσει. Μόνος εναντίον όλων. Μόνος ανάμεσα σε άγρια θηρία. Ο σώζων εαυτόν σωθήτω!»

Και συνεχίζει: «Όπως κάθε πρωτόγονου η κατάσταση, έτσι και η σημερινή. Κάτι να φάω. Κάτι να «πηδήξω». Κάπου να προφυλαχτώ. Και την οικογένειά μου να προστατέψω. Όλοι οι άλλοι εχθροί. Να με κλέψουν, να με «γδάρουν», να με καταστρέψουν, να με εξαφανίσουν. Ο νόμος της ζούγκλας. Σε όλο το μεγαλείο του!».

Η ναυτία ενός κόσμου που πολλαπλασιάζεται

Για να εκνευρίσουμε τους συνήθεις «αντιλαϊκιστές», θα πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι η πολιτική και κοινωνική ευθύνη για την επιλογή της ποιότητας των πολιτιστικών δράσεων, με τις οποίες διασκεδάζει, ξεκουράζεται, «επιμορφώνεται» ή ακόμα χειραγωγείται ιδεολογικά η ευρύτερη κοινή γνώμη, ανήκει αποκλειστικά στις εκάστοτε ελίτ. Ή στους εμπειρογνώμονες που επιλέγουν το περιεχόμενο και την αισθητική των παραπάνω δράσεων, σύμφωνα με τα δικά τους κριτήρια περί της εμπορικότητας, αλλά και περί του «χυδαίου χαρακτήρα» της λαϊκής αισθητικής.

Η εκ των υστέρων απαξίωση αυτών ακριβώς των προτιμήσεων και γενικότερα του λαϊκού γούστου από ορισμένους αφ’ υψηλού δημοσιογραφούντες συνήθως υποκρύπτει την εμπλοκή αυτών ακριβώς των κύκλων στην προηγούμενη σταδιακή απαξίωση των πιο παραδοσιακών λαϊκών αντιστάσεων. Απαξίωση που συνετελέσθη μέσω χυδαίων πολιτιστικών εξαμερικανισμών. Οι δήθεν ελίτ σήμερα ειρωνεύονται (δικαίως ίσως), το τηλεοπτικό κοινό των διάφορων survivor. Έχουν, όμως, ενεργό συμμετοχή στην ιστορική διαμόρφωση των παραπάνω προτιμήσεων του κοινού των τηλεσκουπιδιών.

Κλείνοντας, σχετικά με αυτό το υπερτροφικό κενό του σύγχρονου κόσμου του μαζικού θεάματος, που αποδομεί κάθε δυνατότητα σκέψης των πολιτών (κατά μείζονα λόγω κριτικής σκέψης), θα άξιζε να αναφέρουμε την άποψη του Baudrillard (1996) για όλες αυτές τις φούσκες που παράγουν αέρα κοπανιστό και αδράνεια.

Διαβάζουμε στο βιβλίο του «Η Διαφάνεια του Κακού» (εκδόσεις Εξάντας σ. 42): «Υπάρχει μια ιδιάζουσα ναυτία μέσα σε αυτήν την τεράστια ανωφέλεια. Η ναυτία ενός κόσμου που πολλαπλασιάζεται, γίνεται υπερτροφικός, αλλά δεν καταφέρνει να γεννήσει. Όλες αυτές οι μνήμες, όλα αυτά τα αρχεία, όλα αυτά τα συγκεντρωμένα τεκμήρια δεν καταφέρνουν να γεννήσουν μια ιδέα»…

Κυριακή, 21 Ιανουαρίου 2018

Ελευθερία και κατανάλωση

ΚΡΙΤΗΡΙΟ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ
Η Διαλεκτική της Ελευθερίας ~ Άγγελος Τερζάκης

Αν η ιδέα της ελευθερίας περνάει τέτοια κρίση στην εποχή μας, είναι γιατί δεν θελήσαμε να καταλάβουμε κάτι απλό αλλά και δυσάρεστο ίσως: πως είναι ασκητική έννοια. Η τρυφή και η σπατάλη δεν της πάνε. Σε χρόνια όπου οι εξωτερικοί πειρασμοί ήταν λίγοι, η αξίωση της ελευθερίας μπορούσε εύκολα σχετικώς την αυτεπίγνωση, ν'αντιπατήσει και ν'αντισταθεί στις διαλυτικές επιδράσεις. Δεν γίνεται όμως να είμαι ελεύθερος καταμεσίς σ΄έναν κόσμο που κάνει τη ζωή παρανάλωμα του πιο χοντρού ευδαιμονισμού. Το βάρος τότε μετατοπίζεται από την αξίωση για ελευθερία στην αξίωση για ηδονή, ο καθένας ξεπουλιέται, γίνεται εξάρτημα των δυνάμεων που του τάζουν την τρυφή, την αφθονία. Εξάρτηση όμως και ανεξαρτησία αποτελούν αντίφαση. Ζούμε τη σύγκρουση ελευθερίας και κοινωνίας της αφθονίας ή τουλάχιστον καταναλωτικής.
[...] Δε γίνεται να είμαι εξωτερικά ελεύθερος όταν δεν είμαι κι εσωτερικά ελεύθερος. Η πλάνη του κόσμου μας σ' αυτό συνίσταται. Νομίζει πως την ελευθερία την αγοράζεις. Ένα παράδειγμα: Όλοι συμφωνούμε πως μέσα σε συνθήκες οικονομικού καταναγκασμού δεν νοείται πολιτική ελευθερία, ποιος όμως αναρωτιέται αν οποιαδήποτε αύξηση του εισοδήματος, οποιδήποτε ανέβασμα του βιοτικού επιπέδου, είναι παράγοντες ελευθερίας; Δημιουργείται η ψευδαίσθηση της ελευθερίας, επειδή ο καθένας μπορεί - με αντίτιμο όμως απροσδιόριστο - ν' αποκτήσει ό,τι του χρειάζεται. Στην ανισοζυγία ωστόσο αντιτίμου - παροχής βρίσκει καταφυγή και τρυπώνει ο δαίμονας του εξανδραποδισμού
Όταν, για να σου προκαλέσει την εντύπωση πως ικανοποιείς τις ανάγκες σου, πετυχαίνει να σου δίνει τόσα ώστε να σε διαφθείρει, με την έννοια να αποκτάς όλο και μεγαλύτερες ανάγκες, τόσο σε δένει στον αδυσώπητο μηχανισμό ενός φαύλου κύκλου. Σου έχει προκαλέσει την δίψα της απληστίας αφού πριν πέτυχε να σου τη βαφτίσει «πολιτισμό». 
Όλη η λογική της καταναλωτικής κοινωνίας σ' αυτό έγκειται. Είναι μια κατάσταση πίθου των Δαναϊδων, που πέτυχε να δημιουργήσει ορισμένη ψυχολογία και μετέβαλε την υφήλιο σε αγορά. Άνθρωποι καθώς εμείς, που έχουμε για κυρίαρχο γνώρισμα μας το να είμαστε «πελατεία», ξεγελάμε τον εαυτό μας όταν ισχυριζόμαστε πως γνοιαζόμαστε και για την ελευθερία μας. Αφού πρώτα γίναμε εξαρτήματα, σκύβουμε έπειτα με εμβρίθεια, αξιώσεις μεταφυσικής βαθύνοιας, πάνω στο πρόβλημα της «ελευθερίας». Ούτε που αναρωτιόμαστε αν προσπαθούμε να συμβιβάσουμε έτσι τα ασυμβίβαστα. Μετατοπίζουμε το θέμα στο πολιτικό επίπεδο, σάμπως τα δύο επίπεδα να ήταν άσχετα μεταξύ τους. Σάμπως να γίνοταν ποτέ ο σκλάβος στο ένα, να ήταν αφέντης στο άλλο. 
Δε βλέπουμε λοιπόν πως πρόκειται για το ίδιο και το αυτό σύστημα; Εκείνο που μας αγοράζει με τη μέθοδο της αφθονίας, το κάνει για να μας έχει πελατεία του μόνιμη, πειθήνια, στρατολογημένη αλύτρωτα. Η τεχνολογία, παραγωγικός μηχανισμός του καταναλωτισμού, οπλίζει το χέρι του αφέντη, όχι του δούλου. Τον δούλο τον φορτώνει αδιάκοπα με καινούργια εφόδια ώστε να γίνεται όλο και πιο βαρύτερος, πιο δυσκίνητος, ασήκωτος: δηλαδή όλο και πιο ακίνδυνος για τον αφέντη. Οι καλοαναθρεμμένοι υπήκοοι της Κίρκης ποτέ δεν θα της αμφισβητήσουν την εξουσία της, γιατί δε τους «συμφέρει». Δεν θα γίνουν ποτέ ελεύθεροι. Ευτυχία τους λένε την σκλαβιά τους. 
Διαγράφεται έτσι για τον άνθρωπο ένα μέλλον αινιγματικό. Άλλοτε, για να τον υποδουλώσουν, τον καταπίεζαν, τώρα τον αγοράζουν. Ο εξουσιασμός τελειοποίησε τα μέσα του, τα έκανε ακατανίκητα. Δεν απομονώνει πια, για να τις συντρίψει μια μια, τις κεφαλές τις ανταρσίας, προσεταιρίζεται το πλήθος ολόκληρο των επίδοξων οπαδών της, το κατατάσσει στη δική του παράταξη. Και, για να λειτουργούν και οι ασφαλιστικές δικλείδες, δηλαδή η ναρκωτική ψευδαίσθηση, αφήνει να συζητούν ακαδημαϊκά για μεταφυσική ελευθερία, παράλογο, άγχος, επικοινωνία, αδιέξοδο, για όλα αυτά τα συναισθήματα που έχει ρίξει η αγορά η ευνουχισμενη από τους μακελάρηδες σκέψη του αιώνα. 
[...] Έτσι φτάνουμε στο ανήκουστο δίλημμα, που γίνεται αισθητό σ' όλη την ωμότητα του μόνον όταν διατυπωθεί σχηματικά, στεγνά: Ελευθερία ή πρόοδος; Αφού ο άνθρωπος αλλοτριώνεται από την καλοπέραση όπως αλλοτριώνεται κι απ΄ την πείνα, μια μόνο λύση, θεωρητικά τουλάχιστον, απομένει: Να γίνει νοητό πως η ελευθερία είναι έννοια ασκητική. Να το πάρουμε απόφαση. Για να εξασφαλίσεις τις προϋποθέσεις της ανεξαρτησίας σου, πρέπει να έχεις όσο γίνεται λιγότερες ανάγκες. Πρότυπο δύσκολο, όχι σε όλους προσιτό, που μοιάζει οπισθοδρομικό, αλλά πως αλλιώς θα ξεφύγεις από το οργανικό δουλεμπόριο; Ας προσθέσουμε, για να έχουμε τέλεια επίγνωση της αλήθειας, ότι οι παλιοί ασκητικοί ήταν πολύ λιγότερο αυστηροί και ανυστερόβουλοι. Ο νεοασκητισμός, που τον απαιτεί η αξίωση της ελευθερίας μας, τι τάζει; 
Το αίσθημα της ελευθερίας. Ας προσθέσουμε, αν θέλουμε, και την αξιοπρέπεια, τη βαθύτερη συνδιαλλαγή με το φαινόμενο της ζωής. Πολύ άπιαστα ιδανικά όλα αυτά, το παραδέχομαι, είτε όμως μας αρέσει είτε όχι, σ' αυτό το δίλημμα θα κληθούμε αύριο να απαντήσουμε. Κι από την απάντηση που θα δώσουμε, θα φανεί αν η ιδέα της ελευθερίας ήταν αίτημα γνήσιο ή αυταπάτη. Αλήθεια ή ψευτιά.

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ

Α. Να συμπυκνώσετε το περιεχόμενο του κειμένου σε 100-120 λέξεις

Β1. « [...] Δε γίνεται να είμαι εξωτερικά ελεύθερος όταν δεν είμαι κι εσωτερικά ελεύθερος.» Να αναπτύξετε σε μια παράγραφο 100-120 λέξεων, διατηρώντας ως θεματική πρόταση τη ρήση του Τερζάκη, λόγους που περιορίζουν την εσωτερική ελευθερία του ανθρώπου.

Β2. Σε κάποια σημεία του κειμένου ο δοκιμιογράφος χρησιμοποιεί β΄ ενικό. Τι επιδιώκει να πετύχει;

Β3. «Αφού ο άνθρωπος αλλοτριώνεται από την καλοπέραση όπως αλλοτριώνεται κι απ΄ την πείνα, μια μόνο λύση, θεωρητικά τουλάχιστον, απομένει: Να γίνει νοητό πως η ελευθερία είναι έννοια ασκητική.» Να αναγνωρίσετε το είδος της σύνταξης που υπάρχει στο απόσπασμα και  να τη μετατρέψετε στο αντίθετό της.

Β4. Ποιος είναι ο τρόπος ανάπτυξης της 6ης παραγράφου; Να αιτιολογήσετε την απάντησή σας.

Β5. Να δώσετε συνώνυμες λέξεις για τις υπογραμμισμένες με μαύρα γράμματα λέξεις του κειμένου

Γ. ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΛΟΓΟΥ

Σε ένα άρθρο για την ιστοσελίδα του σχολείου σας να προβληματιστείτε σχετικά με την άποψη ότι το καταναλωτικό όραμα, όταν γίνεται αυτοσκοπός, μπορεί να οδηγήσει από την ανηθικότητα ως το έγκλημα και να παρουσιάσετε προτάσεις σχετικά με το πώς μπορούμε να μεταπηδήσουμε από τη μέγιστη στην άριστη κατανάλωση (500-600 λέξεις)

Σάββατο, 20 Ιανουαρίου 2018

Η άνοδος της ασημαντότητας

του Γιώργου Τζεδάκη  – 

Όταν ο Κορνήλιος Καστοριάδης έγραφε το 1995 για την “άνοδο της ασημαντότητας”, κανείς, ίσως, απ’ όσους τον διάβασαν (πιθανόν ούτε και ο ίδιος ο στοχαστής) δεν μπορούσε να φανταστεί ότι 20 χρόνια μετά, η ασημαντότητα θα γινόταν το σήμα κατατεθέν της ελληνικής κοινωνίας και της ίδιας της χώρας. Στη σημερινή Ελλάδα, οι ασημαντότητες βρίσκονται στις κορυφές του ιδιωτικού και δημόσιου βίου, αφού κάποιες άλλες ασημαντότητες φρόντισαν γι’ αυτό.

Η αμάθεια, ή ακόμα χειρότερα η ημιμάθεια, η έλλειψη αξιών, αρχών και αξιοπρέπειας είναι τα “όπλα” ενός αφανούς κινήματος που έχει αναγάγει την ασημαντότητα σε διαβατήριο προσωπικής, κοινωνικής και φυσικά πολιτικής ανέλιξης. Και αν το αμερικανικό όνειρο είναι αυτό που δίνει τη δύναμη στον κάθε πολίτη να διεκδικήσει την επιτυχία στη ζωή του, ο ελληνικός εφιάλτης είναι αυτός που επιτρέπει στους ασήμαντους να ανέβουν τα σκαλοπάτια της επιτυχίας, πατώντας, όμως, επί αξιόλογων συμπολιτών τους.
Φυσικά υπάρχουν και εξαιρέσεις, που απλά επιβεβαιώνουν τον κανόνα της ασημαντότητας που διέπει την κοινωνία μας. Προ ημερών, ο Θεόδωρος Πάγκαλος είπε πως είμαστε ένας “ηλίθιος λαός” και δυστυχώς έχει δίκιο! Μόνο ένας τέτοιος λαός θα έφερνε σε ύπατα αξιώματα συμπολίτες του, όπως ο Πάγκαλος, και αναρίθμητους άλλους, οι οποίοι κόσμησαν ή κοσμούν το πάνθεον της ασημαντότητας.
Δεν έχει νόημα να αναφερθούμε ονομαστικά σε όλους αυτούς που αν εμείς δεν τους εκλέγαμε βουλευτές, πιθανόν δεν θα τους ήξερε ούτε η μάνα τους. Και δεν έχει νόημα, επειδή πολύ απλά δεν φταίνε αυτοί, αλλά εμείς, που επιλέξαμε τη δική τους ασημαντότητα για να εκπροσωπήσει τη δική μας. Και επειδή η άνοδος της ασημαντότητας συναντάται σε όλα τα κοινωνικά στρώματα και σε όλες τις επαγγελματικές τάξεις, ίσως ήρθε ο καιρός μιας άλλης επανάστασης. Της επανάστασης των τελευταίων ικανών!

Κυριακή, 14 Ιανουαρίου 2018

Η ΑΣΚΗΣΗ ΤΗΣ ΠΕΡΙΛΗΨΗΣ ΣΤΙΣ ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΕΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ


Της Αγάθης Γεωργιάδου, PhD & του Γιάννη Ι. Πασσά, MEd
            Ο συνοπτικός λόγος ή αλλιώς περίληψη, απαραίτητος σε κάθε έκφανση της ζωής μας, διδάσκεται στο σημερινό σχολείο σε όλες τις τάξεις, από το Δημοτικό ως το Λύκειο με κορυφαία του στιγμή την αξιολόγηση με το ένα τέταρτο των συνολικών μονάδων στις Πανελλαδικές Εξετάσεις. Η σπουδαιότητα της διδασκαλίας της περίληψης είναι ευρέως αποδεκτή, αλλά τα αποτελέσματα της αξιολόγησης των μαθητών στο θέμα αυτό, παρά την πολύχρονη άσκησή τους, όπως διαπιστώνουμε κάθε χρόνο στα Βαθμολογικά Κέντρα, είναι πενιχρά. Κι αυτό δεν είναι αξιοπερίεργο, γιατί η διαδικασία πύκνωσης ενός κειμένου με στόχο τη δημιουργία ενός μετακειμένου ισάξιου με το πρώτο αλλά στο ένα τρίτο περίπου της έκτασής του, δεν είναι καθόλου εύκολη, γιατί απαιτεί σύνθετη γλωσσική και διανοητική διεργασία.
            Η διδασκαλία της περίληψης ξεκινά το 1999 (ΥΑ Γ2/1088, ΦΕΚ 561/06-05-1999), όπου στο Πρόγραμμα Σπουδών του μαθήματος «Γλωσσική Διδασκαλία στο Γυμνάσιο και το Λύκειο» προβλέπεται ως διδακτικός στόχος ο μαθητής «να ασκεί την αφαιρετική του ικανότητα, εντοπίζοντας τα κύρια σημεία ενός κειμένου και να τα αξιοποιεί κατάλληλα, για να κρατήσει σημειώσεις, να οργανώσει το διάγραμμα του κειμένου, να γράψει την περίληψή του». Η δε αξιολόγηση της Περίληψης στις Προαγωγικές και Απολυτήριες Εξετάσεις του Λυκείου προβλέπεται για πρώτη φορά με το ΠΔ 246 (ΦΕΚ 183/31-7-1998) όπου αναφέρεται: «δίνεται στους μαθητές σε φωτοαντίγραφο απόσπασμα κειμένου μιας έως δύο σελίδων από βιβλίο, εφημερίδα ή περιοδικό (ή κατασκευασμένο για το σκοπό της αξιολόγησης) που αναφέρεται σε κοινωνικά, πολιτικά, πολιτιστικά, επιστημονικά ή άλλα θέματα της καθημερινής ζωής και έχει νοηματική πληρότητα. Tο κείμενο αυτό ανταποκρίνεται στην αντιληπτική ικανότητα των μαθητών και σχετίζεται άμεσα ή έμμεσα με θεματικούς κύκλους οικείους στους μαθητές από τη σχολική διδασκαλία. Οι μαθητές καλούνται να δώσουν μια σύντομη περίληψη του κειμένου αυτού, της οποίας η έκταση καθορίζεται ανάλογα με την έκταση και το νόημα του κειμένου».
            Από το επόμενο σχολικό έτος (2000-2001) η περίληψη άρχισε να εξετάζεται ως «Άσκηση Α» σε όλα τα διαγωνίσματα των Πανελλαδικών Εξετάσεων[1] βαθμολογούμενη με 25 μονάδες. Τις τρεις πρώτες χρονιές (2000 - 2002) ζητούνταν η τοποθέτησή της σε επικοινωνιακό πλαίσιο (π.χ. «Για τις ανάγκες μιας συζήτησης που πρόκειται να γίνει στην τάξη σας με θέμα την εξέλιξη της Γενετικής, μελετήσατε το παραπάνω κείμενο. Να γράψετε μια περίληψη του κειμένου αυτού σε 100 έως 120 λέξεις με την οποία θα ενημερώσετε τους συμμαθητές σας για το περιεχόμενό του - Ημερήσια Λύκεια, 2002). Έκτοτε το επικοινωνιακό πλαίσιο απουσιάζει σχεδόν παντελώς από τα διαγωνίσματα των Πανελλαδικών, παρ’ ότι στις Οδηγίες για τη Διδασκαλία της Νέας Ελληνικής στην Α’ Λυκείου (2011) αναφέρεται ρητά πως «δεν θα πρέπει να διδάσκεται ως αυτοσκοπός, αλλά να συνδέεται με συγκεκριμένου τύπου πρακτικές γραμματισμού. Η αξιοποίηση, π.χ., δύο ή περισσότερων κειμένων ως πηγών, προκειμένου να παραχθεί ένα άλλο κείμενο, προϋποθέτει ότι τα παιδιά γνωρίζουν τη διαδικασία τού να κάνουν περιλήψεις. Εστίαση στην περίληψη ως κειμενικό είδος μπορεί να γίνει, μόνο όταν συνδέεται με περιστάσεις που το απαιτούν, όπως για παράδειγμα το να γραφεί περίληψη μιας εργασίας για ένα μαθητικό συνέδριο, το οποίο μπορεί να εστιάζει σε κάποιο ενδιαφέρον για τα παιδιά ζήτημα».
            Το δε μήκος της περίληψης που ζητείται είναι κυρίως 100 έως 120 λέξεις (38 φορές), 80 έως 100 λέξεων (15 φορές), 70 έως 90 (4 φορές) και 90 έως 110 (3 φορές). Τα όρια αυτά (ειδικά τα τελευταία χρόνια που κυριαρχούν οι 100 - 120 λέξεις) φαίνεται να μη συνδέονται με την έκταση του κειμένου, η οποία σε ορισμένες περιπτώσεις αγγίζει ή και ξεπερνά τις τρεις σελίδες (π.χ. Εισαγωγικές Εξετάσεις Ομογενών 2003), ή με τον βαθμό δυσκολίας του (π.χ. Πανελλαδικές Εξετάσεις 2012).
            Η διδασκαλία της περίληψης στο Λύκειο γίνεται κυρίως στη Β’ Λυκείου, όπου στο 4ο Κεφάλαιο (Σημειώσεις - Περίληψη) του σχολικού βιβλίου (Τσολάκης κ.ά., Έκφραση - Έκθεση για το Λύκειο - Τεύχος Β’) παρουσιάζεται ένα διδακτικό μοντέλο δύο σταδίων για την περιληπτική απόδοση κειμένων:
  1. Σημείωσεις: Οι μαθητές διδάσκονται να κρατούν σημειώσεις (πλαγιότιτλους) εντοπίζοντας σε κάθε παράγραφο τα κύρια συστατικά, δηλαδή το θέμα και τις σημαντικές της λεπτομέρειες. Σε δεύτερο στάδιο τούς υποδεικνύεται να ομαδοποιούν τις νοηματικές ενότητες, ξεφεύγοντας από τους πλαγιότιτλους ανά παράγραφο, και ακολούθως να καταρτίζουν το διάγραμμα του κειμένου με τους ευρύτερους πλαγιότιτλους.
  2. Περίληψη: Στη φάση αυτή οι μαθητές μαθαίνουν να εντοπίζουν το θεματικό κέντρο του κειμένου και με τη βοήθεια των διαρθρωτικών λέξεων να δημιουργούν την περίληψή του. Στο σημείο αυτό δίνονται και κάποιες οδηγίες που αφορούν τη χρήση μεταδιατυπώσεων (ενδεικτικών ρημάτων που βοηθούν στο «ξετύλιγμα της σκέψης του συγγραφέα με λέξεις όπως: ο συγγραφέας αναφέρει, διατυπώνει την άποψη, επισημαίνει, υποστηρίζει, τονίζει, υπογραμμίζει, προσθέτει, αναλύει, συμπεραίνει») και τις παραφράσεις («Να μην προσπαθούμε να μιμηθούμε το ύφος του συγγραφέα, που ενδέχεται να είναι πολύ διαφορετικό από το δικό μας. Γενικά αποφεύγουμε να χρησιμοποιούμε αυτούσιες φράσεις του κειμένου. Στις περιπτώσεις που η περίληψη μας είναι εκτενής ή όταν το κείμενο από το οποίο προέρχεται η περίληψη περιέχει ορολογία, μπορεί να χρειαστεί να μεταφέρουμε στην περίληψη μας ορισμένες χαρακτηριστικές λέξεις / φράσεις. Εκείνο που πρέπει να προσέχουμε είναι να ενσωματωθούν οι λέξεις / φράσεις αυτές στο δικό μας κείμενο»).
            Θεωρούμε ότι ένα μεγάλο μέρος της «παθογένειας» του σχολικού συνοπτικού λόγου και της αξιολόγησής του οφείλεται στις παρανοήσεις τής παραπάνω θεωρίας και στην υπερβολή κατά την εφαρμογή της. Συγκεκριμένα,
  1. Δίνεται παράλογα υπερβολική έμφαση στην παράφραση όρων / λέξεων του αρχικού κειμένου, με αποτέλεσμα οι μαθητές να ξοδεύουν αρκετή φαιά ουσία στην ανεύρεση συνωνύμων ή στην αναδιατύπωση με σημασιολογικά ισοδύναμες εκφράσεις, διαδικασία δύσκολη, χρονοβόρα και όχι απαραίτητη σε κάθε περίπτωση. Ως εκ τούτου δεν διαθέτουν ικανοποιητικό χρόνο στην κατανόηση του κειμένου και την απόδοσή του με φράσεις πιστές όχι στη λεξιλογική του μορφή αλλά στο νόημά του και έτσι η όλη διαδικασία γίνεται μηχανιστικά και καταλήγει ανεπαρκής.
  2. Η επιμονή στην κατά κόρον χρήση μεταγλωσσικών στοιχείων οδηγεί α) σε επίμονο και ανεπίτρεπτο σχολιασμό του αρχικού κειμένου και β) σε διαμόρφωση μιας επιτηδευμένης «χρονολογικής» οργάνωσης της δομής του μετακειμένου με λέξεις κλισέ, όπως «αρχικά ο συγγραφέας»… «στη συνέχεια προσθέτει…» και «τέλος διαπιστώνει…».
  3. Το σημαντικότερο είναι ότι οι μαθητές ωθούνται σε μια τυποποιημένη προσέγγιση του κειμένου με οδηγίες μηχανικές, όπως δημιουργία πλαγιότιτλων σε κάθε παράγραφο ή ευρύτερη ενότητα και σε σύνθεσή τους με κοινότοπες διαρθρωτικές λέξεις. Έτσι, συνήθως δεν εμβαθύνουν στη σκέψη του συγγραφέα και τον σκοπό για τον οποίο γράφεται το κείμενο.
            Για την «πρόληψη» των παθογενειών αυτών, που φαίνεται να λειτουργούν αρνητικά στην αξιολόγηση των μαθητικών περιλήψεων, θεωρούμε πως είναι χρήσιμο να διευκρινίσουμε ορισμένα ζητήματα που αφορούν την περίληψη και προβληματίζουν τους μαθητές που εξετάζονται σε αυτοί, αλλά και τους καθηγητές που τη διδάσκουν και την αξιολογούν.
1) Πόσο ασφαλής είναι η σύνθεση της περίληψης με βάση τους πλαγιότιτλους των παραγράφων;
Αυτός ο τρόπος σύνθεσης της περίληψης προτείνεται από το διδακτικό εγχειρίδιο και πολλοί μαθητές τον προτιμούν ως ασφαλέστερο. Υπάρχει ωστόσο ο κίνδυνος της υπερβολικής αφαίρεσης και παράλειψης ουσιωδών λεπτομερειών, ιδίως όταν ο πλαγιότιτλος δεν αποτελεί ρηματική περίοδο. Επίσης, κατά τη σύνθεση των πλαγιότιτλων σε περίληψη απαιτείται αρκετή δεξιότητα ώστε να εξασφαλιστεί η συνοχή μεταξύ των παραγράφων αλλά και η όλη συνεκτικότητα της περίληψης. Γι’ αυτό προτείνουμε ως αποτελεσματικότερη την «τεχνική της αποδόμησης», το «κομμάτιασμα» δηλαδή των παραγράφων στα θεματικά τους κέντρα και τη σύνταξη σημειώσεων για το καθένα από αυτά σε συνεχή λόγο.
2) Είναι υποχρεωτική η πρόταξη του νοηματικού κέντρου του κειμένου στην περίληψη;
Όχι. Τα διδακτικά εγχειρίδια αναφέρονται και στους δύο τύπους περίληψης, τη λεγόμενη απλή πύκνωση, χωρίς πρόταξη του θεματικού κέντρου, και στην πληροφοριακή περίληψη κατά την οποία ο μαθητής συλλαμβάνει το νοηματικό κέντρο όλου του κειμένου και το προτάσσει. Επομένως και οι δύο τύποι περίληψης είναι ισοδύναμοι. Η πληροφοριακή περίληψη, ωστόσο, δείχνει μεγαλύτερη αφαιρετική ικανότητα και απαιτεί μεγαλύτερη δεξιότητα στην πύκνωση, επομένως προσπαθούμε να ασκήσουμε τους μαθητές σ’ αυτό τον τύπο.
3) Βαθμολογείται εξίσου η απλή πύκνωση με την πληροφοριακή περίληψη;
Οι βαθμολογητές θα πρέπει να βαθμολογούν την απλή πύκνωση ως ισοδύναμη με την πληροφοριακή περίληψη, εφόσον δεν καθορίζεται ο τύπος περίληψης και εφόσον ο κείμενο του μαθητή δεν προδίδει το κείμενο του συγγραφέα.
4) Σε ποιο βαθμό χρειάζεται η παράφραση;
Η παράφραση δεν είναι αυτοσκοπός. Υπάρχουν όροι, όπως έννοιες, που δεν είναι εύκολο να αποδοθούν διαφορετικά στην περίληψη. Οι συνώνυμες λέξεις ή φράσεις δεν είναι ταυτόσημες και μπορούν να αλλάξουν το νόημα. Αποφεύγουμε όσο μπορούμε τη χρήση αυτούσιων λέξεων / φράσεων του κειμένου, χωρίς να φτάνουμε στην υπερβολή. Γενικά, προσπαθούμε να έχουμε στο νου μας πως η περίληψη είναι κυρίως μια άσκηση κατανόησης και όχι λεξιλογική.
5) Χρειάζονται οι «μεταδιατυπώσεις», δηλ. τα ρήματα αναφοράς (αναφέρει, προτείνει, κρίνει…);
Χρειάζονται στην πληροφοριακή περίληψη, αφού ο συντάκτης είναι διαφορετικός από τον συγγραφέα του κειμένου. Δεν πρέπει όμως να γίνεται κατάχρηση τέτοιων ρημάτων. Μπορούν να χρησιμοποιηθούν κυρίως στην αρχή της περίληψης και ενδεχομένως σε όποιο άλλο σημείο ο συγγραφέας κάνει ένα συγκεκριμένο σχόλιο ή επιλέγει ο ίδιος να αναδείξει την υποκειμενικότητα της άποψής του (βλ. συγκινησιακή λειτουργία του λόγου). Γενικά οι μεταδιατυπώσεις (όπως και οι διαρθρωτικές λέξεις) είναι αναγκαίες όταν πράγματι αναδεικνύουν τη συλλογιστική πορεία του συγγραφέα. Προσοχή όμως στην επιλογή τους, ώστε να μην καταλήγουν σε σχολιασμό του κειμένου.
6) Επιτρέπεται η αναδιάταξη του κειμένου (η αλλαγή της σειράς σε σχέση με το αρχικό κείμενο);
Αν και στις οδηγίες του ΚΕΓ τονίζεται ότι η περίληψη πρέπει να παρακολουθεί και να αναπαράγει το σχέδιο οργάνωσης του κειμένου αφετηρίας, για λόγους πύκνωσης και αποφυγής των επαναλαμβανόμενων θεμάτων, θεωρούμε ότι είναι απαραίτητη η αναδόμηση του αρχικού κειμένου (π.χ. σε περιπτώσεις όπου ένα νόημα επαναλαμβάνεται σε διαφορετικά σημεία του κειμένου).
7) Αν το αρχικό κείμενο έχει παραδείγματα, αναφορά σε πρόσωπα κ.ά., τα συμπεριλαμβάνουμε στην περίληψη;
Όταν τα παραδείγματα ή η επίκληση σε αυθεντία είναι ουσιώδη για το περιεχόμενο, δεν μπορούμε να τα παραλείψουμε. Αξιολογούμε τη θέση τους στη συλλογιστική πορεία του συγγραφέα και τα αναφέρουμε με πυκνότητα.
8) Αν η περίληψη ζητηθεί σε επικοινωνιακό πλαίσιο, χρησιμοποιούμε τα τυπικά εξωτερικά χαρακτηριστικά του (λχ τίτλο, προσφώνηση, αποφώνηση);
Όχι. Η περίληψη είναι ξεχωριστό κειμενικό είδος χωρίς τυπικά εξωτερικά γνωρίσματα.
9) Σε ποιο ρηματικό πρόσωπο γράφουμε την περίληψη;
Η απλή πύκνωση μπορεί να γραφεί και σε α΄ ρηματικό πρόσωπο. Η πληροφοριακή αναγκαστικά σε γ’ και σε πλάγιο λόγο, αφού μεταφέρουμε τι έχει ειπωθεί από άλλον.
10) Ο συγγραφέας …πραγματεύεται;
Τα κείμενα που συνήθως δίνονται στις Πανελλαδικές και στο σχολείο δεν αντλούνται από πραγματείες ή φιλοσοφικές μελέτες. Είναι άρθρα ή δοκίμια στα οποία μπορεί ο συγγραφέας να εξετάζει σε βάθος ένα ζήτημα, δεν κάνει όμως πραγματεία. καλύτερα να αποφεύγονται τόσο βαρύγδουποι όροι και ο μαθητής να αρκείται στο «εξετάζει», διερευνά». «αναλύει» κ.ά.
11) Πόσο αυστηροί είμαστε στο όριο των λέξεων;
Δεν μετράμε αυστηρά, λέξη - λέξη, την έκταση της περίληψης, αλλά την ικανότητα του μαθητή να πυκνώσει / περιορίσει το κείμενό του σε συγκεκριμένο πλαίσιο. Μετράει περισσότερο σε ποιο βάθος έχει κατανοήσει το κείμενο κι ας έχει μικρή υπέρβαση. Ως υπέρβαση των ορίων θεωρείται η γραφή μιας περίληψης με λέξεις που ξεπερνούν το 10% του ορίου.
12) Στην πλειονότητα των μαθητικών περιλήψεων, μετά την ανάδειξη του θεματικού κέντρου, οι μαθητές χρησιμοποιούν χρονικούς δείκτες ως διαρθρωτικές λέξεις (αρχικά… στη συνέχεια… στο τέλος). Αξιολογούνται θετικά;
Η χρήση δεικτών που δηλώνουν χρονική ακολουθία είναι μια εύκολη λύση, δεν προκρίνεται όμως ως η καλύτερη, ιδίως αν είναι και ο μοναδικός τρόπος εξασφάλισης της συνοχής του μαθητικού κειμένου. Είναι ορθότερο να επιλέγονται διαρθρωτικές λέξεις / φράσεις που εκφράζουν τη συλλογιστική πορεία του συγγραφέα (λ.χ. ειδικότερα, πιο συγκεκριμένα, εξαιτίας, αντίθετα, ως επακόλουθο κτλ.)
13) Ποιος γράφει; Ο συγγραφέας, ο αρθρογράφος; Ο δοκιμιογράφος; ο γράφων ή ο …κειμενογράφος;
Πολλές είναι οι εκδοχές των μαθητών στο ζήτημα αυτό. Όσοι προτιμούν την ενεργητική σύνταξη επιλέγουν ως υποκείμενο ένα από τα παραπάνω. Ο κειμενογράφος ωστόσο είναι αδόκιμος όρος και πρέπει να αποφεύγεται. Φυσικά, μπορεί ο μαθητής να χρησιμοποιεί και την παθητική σύνταξη: το κείμενο αναφέρεται…
 από τον ιστότοπο alfavita


Κυριακή, 7 Ιανουαρίου 2018

Για μια Ιωάννα με όνειρα...

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ,
ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΑ ΚΑΙ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΑ!

της Νεφέλης Λυγερού  – 

Μέσω ενός εγχειρήματος που ξεκίνησε ως χόμπι, η Ελληνομερικανίδα Τζοάν Καλαφάτης έχει μετατραπεί σε μία από τις σημαντικότερες μπλόγκερ. Πληρώνεται για να ταξιδεύει, φτιάχνοντας σταδιακά τη δική της μικρή διαδικτυακή αυτοκρατορία. Αυτό, όμως δεν σημαίνει ότι προτίθεται να εγκαταλείψει το πάθος της για την υποκριτική.

Μία 26χρονη Αμερικανίδα ελληνικής καταγωγής που δοκιμάζει την τύχη της στη βιομηχανία του θεάματος στο Λος Άντζελες, διακρίθηκε ως μία από τις σημαντικότερες travel blogger του κόσμου. Η Τζοάννα Καλαφάτη γυρίζει όλο τον κόσμο, με το κόστος των ταξιδιών της να καλύπτεται από κορυφαία ξενοδοχεία, ταξιδιωτικές εταιρείες και τουριστικά γραφεία, με στόχο να προωθήσουν τις υπηρεσίες τους στους εκατοντάδες χιλιάδες αναγνώστες του μπλόγκ της Lose the map.
Η Τζοάννα- κατά κόσμον Ιωάννα- γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη από Έλληνες γονείς που είχαν μεταναστεύσει στην άλλη άκρη του Ατλαντικού για σπουδές και εργασία. Επέστρεψε στην Ελλάδα όταν ήταν ακόμα μωρό, άρα οι πρώτες αναμνήσεις της είναι από τη Νέα Μάκρη, εκεί που μετακόμισαν. «Μου άρεσε υπερβολικά η γειτονιά μου, και η περιέργειά μου για εξερεύνηση ξεκίνησε από την περιοχή γύρω από το σπίτι μου. Από το δάσος της Νέας Μάκρης, μέχρι τα στενά της Σύρου, το χωριό του πατέρα μου στην Λευκάδα. Πάντα ήθελα να εξερευνώ όλα τα μέρη γύρω μου, να δω τι μπορώ να βρω και να ανακαλύψω. Επίσης στα χρόνια του δημοτικού σ’ ένα αγγλόφωνο σχολείο, η επαφή με τους συμμαθητές μου που προέρχονταν απ’ όλο τον κόσμο, μου κίνησε το ενδιαφέρον για να αποκτήσω περισσότερες εμπειρίες να γνωρίσω τον κόσμο».

Μιά ζωή σαν ταξίδι

Η παραμονή της στην Ελλάδα διήρκησε οκτώ χρόνια. Αμέσως μετά επέστεψαν οικογενειακώς στη Νέα Υόρκη. Η σχέση της με την Ελλάδα, όμως, δεν τελείωσε εκεί. Η οικογένειά της διατήρησε το σπίτι στη Νέα Μάκρη, με αποτέλεσμα να επιστρέφει κάθε καλοκαίρι. Μέχρι την αποφοίτησή της από το πανεπιστήμιο περνούσε τις καλοκαιρινές διακοπές της στην Ελλάδα. «Ακόμα και σήμερα κρατάω στενή επαφή με όλους τους συγγενείς μου, και πολλούς παλιούς φίλους – κάθε χρόνο προσπαθώ να περάσω τουλάχιστον ένα η δύο μήνες Ελλάδα, και επίσης να εργαστώ στην χώρα όποτε μπορώ, όπως για παράδειγμα όταν συμμετείχα στο γύρισμα ενός ντοκιμαντέρ στην Ειδομένη με θέμα τους πρόσφυγες».

Στην Αμερική σπούδασε οικονομικά στο πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης, αλλά η απασχόλησή της με τα καλλιτεχνικά, κυρίως την υποκριτική και τη συγγραφή άρθρων την συνεπήρε. Μετά την αποφοίτησή της αποφάσισε να μετακομίσει στο Λος Ἀντζελες στα τέλη του 2010 για να παρακολουθήσει μαθήματα υποκριτικής και να εργαστεί σαν ηθοποιός.
Έλαβε μέρος σε θεατρικές παραστάσεις, αρκετές ανεξάρτητες κινηματογραφικές παραγωγές, διαφημίσεις και  μουσικά βίντεο. «Στον κενό χρόνο μου, ενθυμούμενη τις εμπειρίες και τα ενδιαφέροντα των παιδικών μου χρόνων, και αντιλαμβανόμενη ότι στο κομμάτι της ηθοποιίας δεν είχα τον πλήρη έλεγχο, αποφάσισα την δημιουργία του travel blog». Εξάλλου, η Ιωάννα από μικρή συνόδευε τους γονείς της στα πολλαπλά ταξίδια τους και το ενδιαφέρον της για την εξερεύνηση του κόσμου διαρκώς και μεγάλωνε.

Όταν έχασε τον χάρτη

Στα 19 της χρόνια, ούσα ακόμα φοιτήτρια, ακολούθησε ένα εξαμηνιαίο πρόγραμμα σπουδών στην Βραζιλία και στη Νότια Αφρική. Ήταν η πρώτη φορά που για ένα σημαντικό διάστημα παρέμεινε στο εξωτερικό. Οι εμπειρίες που απέκτησε στις οικογένειες που την φιλοξένησαν, στις καθημερινές επαφές της με τους κατοίκους, την ώθησαν να αντιληφθεί σε βάθος τον πολιτισμό, τα ήθη και τα έθιμα των χωρών αυτών. «Μετά από αυτό το ταξίδι, συνειδητοποίησα ότι ήθελα να συνεχίσω τα ταξίδια μου όσο το δυνατόν περισσότερο και να προσθέτω στις ήδη υπάρχουσες εμπειρίες μου».
Κάπως έτσι γεννήθηκε το Lose the map. Μέσω αυτού ταξιδεύει ανά τον κόσμο, δίνοντας συμβουλές σε επίδοξους τουρίστες. «Πέντε λόγοι για τους οποίους πρέπει να εξερευνήσετε την Ευρώπη μέσω τρένου», «Πώς να παραμείνεις σε φόρμα όσο ταξιδεύεις», «πρώτες εντυπώσεις και εγχώρια ζωή», «οι γειτονιές ανά τον πλανήτη», «βασικός οδηγός για να μην είσαι ένας ακόμα απαίσιος τουρίστας».
Με μία βαλίτσα στο χέρι και μία φωτογραφική μηχανή, η Ιωάννα έκανε το πάθος της επάγγελμα. Όσον αφορά τους προορισμούς, έχει καταλήξει ότι το κάθε μέρος που επισκέπτεται, για διαφορετικούς λόγους, της προσφέρει μια ξεχωριστή εμπειρία. «Θα μπορούσα να πω ότι η Ιαπωνία και η Νορβηγία ξεχωρίζουν ως δύο από τις πιο ενδιαφέρουσες χώρες που έχω επισκεφτεί. Η κουλτούρα της Ιαπωνίας είναι συναρπαστική, και η καθημερινή ζωή εκεί είναι τελείως διαφορετική από οποιαδήποτε άλλη χώρα. Η Νορβηγία επίσης έχει καταπληκτικά τοπία, κυρίως τον χειμώνα όπου και βίωσα για πρώτη φορά την πολική νύχτα στον Αρκτικό Κύκλο»
Πριν καλά-καλά το καταλάβει, ήρθε και μία παγκόσμια διάκριση, με την οποία φιγουράριζε στους κορυφαίους travel bloggers. Στη λίστα ήταν τα μεγαλύτερα ονόματα με πολλά περισσότερα χρόνια στην πλάτη τους. Το Mediarails, που εκτύπωσε τον κατάλογο, συνδέει ταξιδιωτικές εταιρίες και τουριστικά γραφεία με μπλόγκερς που εκτιμούν ότι παράγουν υπηρεσία υψηλής ποιότητάς. «Στο εγγύς μέλλον θέλω να αφοσιωθώ περισσότερο στην παραγωγή κινηματογραφικών ταινιών και τηλεοπτικών σειρών όπως και travel βίντεο. Ελπίζω, όμως, κάποια στιγμή στο μέλλον, μετά από αυτές τις ενέργειες μου, να μπορώ να αρχίσω το δικό μου travel show».

Πάνω απ’ όλα ηθοποιός

Η αγάπη της για την υποκριτική, όμως, δεν την εγκαταλείπει. Επειδή μετακόμισε στη Νέα Υόρκη από μικρή ηλικία και μιλάει αγγλικά με αμερικάνικη προφορά στοχεύει περισσότερο στην αμερικάνικη αγορά, όπου υπάρχουν περισσότερες ευκαιρίες. Βοηθά βέβαια το ότι λίγοι ηθοποιοί μιλούν ελληνικά στο Hollywood. Λόγω της ελληνικής γλώσσας της έχουν δοθεί ευκαιρίες που δύσκολα θα της είχε διαφορετικά στο ξεκίνημα της καριέρας της.
«Το Λος Άντζελες είναι ίσως η πλέον ανταγωνιστική πόλη στον κόσμο ως προς τον κινηματογράφο και την τηλεόραση. Έχω παίξει σε ανεξάρτητες παραγωγές που έχουν προβληθεί σε διάφορα φεστιβάλ, όπως σε ένα μικρού μήκους, στο οποίο πρωταγωνιστούσα και το οποίο προκρίθηκε στις Κάννες».
Στην ερώτηση αν νιώθει περισσότερο Ελληνίδα ή Αμερικανίδα εκείνη απαντάει: «πηγαινοέρχομαι Ελλάδα κάθε χρόνο και έτσι μου δημιουργείται η περίεργή αίσθηση ότι δεν ανήκω 100% σε κανέναν τρόπο ζωής. Όταν είμαι Αμερική μου λείπουν μερικά πράγματα από τον τρόπο ζωής και την καθημερινότητα της Ελλάδας. Συγχρόνως όταν επιστρέφω Ελλάδα, έχω συνηθίσει τον τρόπο σκέψης και λειτουργίας της Αμερικής με συνέπεια να αισθάνομαι την αναγωγή της προσαρμογής όπου ευρίσκομαι».
Το επόμενο ερώτημα έρχεται αυθόρμητα: Θα επέστρεφε, άραγε, ποτέ στην Ελλάδα; Και η απάντηση αναμενόμενη: «Τώρα πλέον μετά από τόσα χρόνια μακριά δεν νομίζω ότι θα επέστρεφα μόνιμα στην Ελλάδα, κυρίως σε εποχή κρίσης, όπου υπάρχουν ελάχιστες επαγγελματικές ευκαιρίες».

Πέμπτη, 4 Ιανουαρίου 2018

Στα ανεξερεύνητα δώματα της δημιουργικής γραφής

του Τριαντάφυλλου Κωτόπουλου
Ο όρος «Δημιουργική Γραφή», ως προσπάθεια απόδοσης του αγγλοσαξονικού «creative writing», παραπέμπει ευθύς εξαρχής σε διφορούμενα νοήματα. Και εάν η λέξη «γραφή» μάς προσανατολίζει ευκολότερα σε κάτι πιο συγκεκριμένο, δεν μπορούμε να ισχυριστούμε το ίδιο για τον επιθετικό προσδιορισμό του, τη λέξη «δημιουργική».
Σε καμία πάντως περίπτωση δεν είναι ένα «εξωτικό φρούτο». Πανεπιστημιακά Τμήματα σε προπτυχιακό και μεταπτυχιακό επίπεδο (και πολλές εξαιρετικές διατριβές) διδάσκουν το γνωστικό αντικείμενο της δημιουργικής γραφής σε όλον τον κόσμο. Ανάμεσά τους μερικά από τα σημαντικότερα ακαδημαϊκά ιδρύματα (Columbia,  Princeton, Iowa, East Anglia κ.ά.). Από αυτά έχουν αποφοιτήσει ή διδάσκουν συγγραφείς όπως ο Ίαν Μακ Γιούαν και ο Καζούο Ισιγκούρο (Νόμπελ Λογοτεχνίας 2017).
Στην Ελλάδα λειτουργούν με μεγάλη επιτυχία και απήχηση δύο μεταπτυχιακά προγράμματα δημιουργικής γραφής (Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας, Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας – Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο) και ένα που αφορά στο παιδικό βιβλίο και την εκδοτική του παραγωγή (Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης). Όλα τους, στελεχωμένα με εξαιρετικούς «δασκάλους».

Από το 1970

Ως γνωστικό αντικείμενο, ως χώρος επιστημονικός δηλαδή που ερευνάται και επιχειρείται η διδασκαλία του, η δημιουργική γραφή καθιερώθηκε σχεδόν παράλληλα με τη Νέα Κοινωνιολογία, στις αρχές της δεκαετίας του 1970. Σε μια εποχή, δηλαδή, που επιδιώχθηκε να παρουσιαστεί ως δεδομένο το τέλος των μεγάλων αφηγήσεων. Τότε που η αποδόμηση των πάντων κανονάρχησε τις πολιτισμικές και λογοτεχνικές σπουδές. Τότε που οι δυνάμεις του νεοφιλελευθερισμού και του συντηρητισμού ονειρεύτηκαν μια νέα μορφή ηγεμονίας μέσα από το εκπαιδευτικό σύστημα, τη γραφειοκρατικοποίηση της γνώσης και τον εργαλειακό της χαρακτήρα.
Σε αντίθεση με αυτό, τα εργαστηριακά, αλλά και τα θεωρητικά μαθήματα της δημιουργικής γραφής προσφέρουν διαλογικά περιβάλλοντα που αντιμάχονται τους κινδύνους που εγκυμονεί η άκριτη προσέγγιση της γνώσης στη σημερινή συγκυρία. Από το «Εργαστήριο 47» που ίδρυσε και λειτούργησε ο θεατρικός συγγραφέας George Baker στο Χάρβαρντ (1906-1925), με σκοπό να βοηθήσει τους νέους δραματουργούς να αντιμετωπίσουν τα κοινά προβλήματα της τέχνης τους, μέχρι και σήμερα, έχει διαφοροποιηθεί η άποψη πως μόνο το ταλέντο όσων συμμετέχουν είναι ο καθοριστικός και ο διαμορφωτικός παράγοντας της λειτουργίας και στόχευσης των εργαστηρίων δημιουργικής γραφής.
Αλλά τι διδάσκεται σε τέτοιου είδους εργαστήρια; Η συγγραφή; Η ερώτηση για το διδακτό ή μη της γραφής είναι θα λέγαμε η σύγχρονη έκδοση του αρχαίου αφορισμού poeta nascitur non fit (το ποίημα γεννιέται, δεν γίνεται, και κατ’ επέκταση οι ποιητές γεννιούνται, δεν γίνονται) από την Ars Poetica του Οράτιου. Σε τέτοιου είδους συζήτηση, θα μπορούσε κανείς να ανατρέξει σε φιλοσοφικές θεωρήσεις που εκκινούν από τον Πλάτωνα, αν όχι και νωρίτερα.
Η συγκρότηση, άλλωστε, της δημιουργικής γραφής ως επιστημονικού κλάδου στη σύγχρονη εποχή μπορεί να αναζητηθεί στην επαναπροσέγγιση της αρχαίας δραματικής διδασκαλίας και των ασκήσεων της αναγεννησιακής ρητορικής σχετικά με την συγγραφική σύνθεση.

Αριστοτέλης, ο πρώτος διδάξας

Η ιστορία της δημιουργικής γραφής ξεκινά στην Αθήνα με τον Αριστοτέλη (384-322 π. Χ.). Είναι εντυπωσιακό ότι οι σημαντικότεροι πανεπιστημιακοί δάσκαλοι της δημιουργικής γραφής συγκλίνουν ομόφωνα σε αυτό. Ο Αριστοτέλης στην Ποιητική του υποδεικνύει στους μαθητές του τι να αναζητήσουν και τι να αποφύγουν στη σύνθεση των ποιητικών τους δραμάτων.
Επιπλέον, τους υποδεικνύει το αποτέλεσμα στο οποίο πρέπει να στοχεύουν τέτοιου είδους κείμενα, τα μέσα που θα τους βοηθήσουν να το πραγματοποιήσουν, το πώς η επίτευξη των στόχων προσδιορίζει και καθορίζει την μορφή του δραματικού κειμένου, αλλά και ποιες ελλείψεις μπορούν να οδηγήσουν έναν δραματουργό σε μια αποτυχία.
Εργαστήρια δημιουργικής γραφής προσφέρονται σήμερα στην ελληνική επικράτεια από διάφορους φορείς, εκδοτικούς οίκους, βιβλιοπωλεία, συγγραφείς, σε βάση ακόμη και μη νόμιμης παροχής υπηρεσιών, επιστημονικούς συλλόγους -ενίοτε άσχετους με το αντικείμενο- βιβλιοθήκες, ακόμη και από εκκλησιαστικά ιδρύματα.
Πρέπει κάποια στιγμή ευθαρσώς να διακρίνουμε την ποιότητα και τη στόχευσή τους. Να έχουμε την παρρησία και με εντιμότητα να ανοίξουμε την κουβέντα της επιλογής των διδασκόντων ή των κριτηρίων επιλεξιμότητας που θέτουν ή δεν θέτουν. Ορισμένα από αυτά τα εργαστήρια λησμονούν πως το «πρώτο σκαλί» που πρέπει να δρασκελίσει ο συγγραφέας παραμένει πάντοτε το στάδιο του μυημένου αναγνώστη.

Δεν παράγουν λογοτέχνες

Τα εργαστήρια υπόσχονται, ούτε λίγο ούτε πολύ, τη συγγραφική καταξίωση. Άλλα με μεγαλύτερη υπευθυνότητα, αλλά και γνώση της λογικής της δημιουργικής γραφής εξηγούν στους συμμετέχοντες την αξία και τη δυναμική της ίδιας της διαδικασίας, τον προσωπικό κόπο που χρειάζεται να καταβληθεί και τα αναμενόμενα οφέλη τα οποία μπορούν να προσδοκούν.
Ο ρόλος πάντως του δημιουργού και η συμβολή του προσμετρώνται πλέον σοβαρά. Ο δημιουργός γίνεται κοινωνός και συνδημιουργός της παρακολούθησης και ανανέωσης του λογοτεχνικού «γίγνεσθαι» σε μια εποχή που η εμπορικότητα του πολύ ανταγωνιστικού αυτού χώρου είναι δεδομένη.
Να ξεκαθαρίσουμε πως, κατά τη γνώμη μας, το δημιουργικό γράψιμο και η δημιουργική γραφή δεν είναι ταυτόσημα της παραγωγής λογοτεχνικού λόγου. Ούτε τα εργαστήρια Δημιουργικής Γραφής πρέπει να στοχεύουν στην εκκόλαψη επίδοξων συγγραφέων.
Ο δόκιμος λογοτέχνης οφείλει να περάσει από μια διαδικασία πολιτισμικής όσμωσης περισσότερο σύνθετης από αυτή που μπορεί να καλύψουν τα όποια μαθήματα δημιουργικής γραφής.  Εκτός απ’ αυτό, εγείρεται και το ηθικό ζήτημα της δημιουργίας άγονων προοπτικών στους συμμετέχοντες που ευελπιστούν στην παραγωγή από μέρους τους κάποιου δημοσιεύσιμου συγγραφικού κειμένου.

Η δημιουργική γραφή ως ελεύθερη έκφραση

Η δημιουργική γραφή πέρασε και στην ελληνική εκπαίδευση πρόσφατα, και μάλιστα επιλέχθηκε πρόχειρα και βιαστικά πως οφείλει να αξιολογείται! Θα έπρεπε, όμως, όταν το ζήτημα έρχεται στο χώρο της εκπαίδευσης, να αντιμετωπίζεται λιγότερο σαν εξάσκηση μιας ικανότητας και περισσότερο σαν μια ελεύθερη έκφραση της προσωπικότητας του παιδιού. Μια αποτύπωση της ατομικής δημιουργικότητας δηλαδή, μέσα από τη γραπτή έκφραση ιδεών και συναισθημάτων.
Πρόκειται για μια γραφή που είναι  πρωτότυπη, σε αντίθεση με τη «μιμητική γραφή», σύμφωνα με τον Dawson. Μολονότι οι προσωπικές ποιότητες που διέπουν το δημιουργικό γράψιμο δεν είναι δυνατό να κατέχονται ούτε να μεταδίδονται από τους διδάσκοντες, είναι εφικτό να προπαρασκευάσουμε τους μαθητές ώστε να μπορούν χρησιμοποιούν τα δικά τους δημιουργικά αποθέματα.
Αυτό μπορεί να επιτευχθεί και με τη δημιουργία ενός υποστηρικτικού περιβάλλοντος που επιτρέπει τον πειραματισμό και την ανακάλυψη. Έτσι, ώστε οι μαθητές να εξοικειωθούν με τον λόγο και τις δυνατότητές του μέσα από παιγνιώδεις διαδικασίες. Και ας έχουμε κατά νου πως, σύμφωνα με τους μεγαλύτερους φιλοσόφους των τελευταίων αιώνων, το παιγνίδι είναι κάτι πάρα πολύ σπουδαίο.