Δευτέρα, 28 Μαρτίου 2016

ΤΙΒΕΡΙΟΣ ΚΑΙ ΓΑΪOΣ ΓΡΑΚΧΟΣ

Οι αδελφοί Γράκχοι, ρωμαίοι πολιτικοί, ήταν γιοι του Τιβέριου Σεμπρώνιου Γράκχου (περίπου 220-150 π.X.), ο οποίος είχε χρηματίσει πραίτωρ και ύπατος, και της Κορνηλίας, κόρης του Σκιπίωνος του Αφρικανού του πρεσβύτερου, νικητή του Αννίβα. Οταν πέθανε ο σύζυγός της, η Κορνηλία ήταν ακόμη νέα αλλά δεν θέλησε να ξαναπαντρευτεί. Απέρριψε ακόμη και την πρόταση του Πτολεμαίου Δ' της Αιγύπτου και αφοσιώθηκε στην ανατροφή των τριών παιδιών της - είχε και μία κόρη - τα οποία είχαν επιζήσει από τα δώδεκα που είχε φέρει στον κόσμο.

Εχει καταστεί παροιμιώδης η απάντηση που έδωσε η Κορνηλία σε κάποια πλούσια πατρικία η οποία καμάρωνε για τα κοσμήματά της. «Τα δικά μου κοσμήματα» της είπε «είναι τα παιδιά μου».
Οι δύο γιοι της, ο Τιβέριος και ο Γάιος, έχοντας μεγαλώσει σε αριστοκρατικό αλλά φιλελεύθερο περιβάλλον και έχοντας λάβει μόρφωση από τους καλύτερους δασκάλους, ασχολήθηκαν από πολύ ενωρίς με τα κοινά. Με τη διαφορά ότι οι αδελφοί Γράκχοι δεν υπερασπίστηκαν την τάξη των πατρικίων, στην οποία ανήκαν, αλλά την τάξη των φτωχών, των πληβείων.

Πατρίκιοι και πληβείοι
Μετά από έναν αιώνα νικηφόρων πολέμων - με τελευταίον τον Γ' Καρχηδονιακό - η ισχύς και ο πλούτος της Ρώμης αυξήθηκαν, χωρίς ωστόσο να βελτιωθεί και η οικονομική κατάσταση των ασθενέστερων τάξεων. Αντίθετα, η αύξηση του ager publicus, της δημόσιας κτηματικής περιουσίας, διηύρυνε την ψαλίδα ανάμεσα στους μεγαλοκτηματίες και στους μικροκαλλιεργητές. Οι συγκλητικοί, η αφρόκρεμα της ανώτερης κοινωνικής τάξης που κυβερνούσε τη Ρωμαϊκή Δημοκρατία, μοιράζονταν μεταξύ τους τις μεγάλες εκτάσεις του Δημοσίου με τη δικαιολογία ότι αυτοί είχαν τη δυνατότητα να χρησιμοποιούν δούλους για τις καλλιέργειες προϊόντων που τροφοδοτούσαν τις αγορές. Επιπλέον οι μικροκτηματίες, που επί έναν αιώνα είχαν επανδρώσει τον ρωμαϊκό στρατό, φεύγοντας για τον πόλεμο άφηναν τα χωράφια τους στο έλεος του πλούσιου γείτονα ο οποίος στην αρχή δάνειζε την ακέφαλη οικογένεια και μετά έπαιρνε το κτήμα αφού τα χρέη δεν μπορούσαν να εξοφληθούν. Ετσι, όσοι στρατιώτες γύριζαν στην πατρίδα δεν έβρισκαν ούτε κτήμα ούτε καν σπίτι. Με τον τρόπο αυτόν δημιουργήθηκαν ολόκληρες στρατιές ακτημόνων πλέον αγροτών που πολιορκούσαν τη Ρώμη.
Οταν λοιπόν ο μεγαλύτερος γιος της Κορνηλίας, ο Τιβέριος, εξελέγη το 134 π.X. δήμαρχος (tribunus plebis), δηλαδή εκπρόσωπος των πληβείων, πρώτος στόχος του ήταν η αγροτική μεταρρύθμιση.
Ο Τιβέριος θέλησε να βελτιώσει τους υπάρχοντες αγροτικούς νόμους - οι οποίοι είχαν και αυτοί περιπέσει σε αχρησία. H πρότασή του ήταν να μην μπορούν οι κάτοχοι μεγάλων κτημάτων (latifundia) να πάρουν από τη δημόσια αγροτική περιουσία περισσότερα από 1.000 jugera (jugerum, ρωμαϊκή μονάδα μέτρησης επιφανείας ίση προς 2.524 τ.μ.), το δε υπόλοιπο της δημόσιας κτηματικής περιουσίας να μοιραζόταν ανά 30 jugera σε φτωχές οικογένειες αγροτών με το δικαίωμα να τα κληροδοτούν στους απογόνους τους, όχι όμως και να τα πουλάνε. Με τον τρόπο αυτόν ο Τιβέριος απέκλειε τη δυνατότητα να εκβιάζονται οι μικροκτηματίες και να πουλάνε την περιουσία τους στους μεγαλοκτηματίες. Για την επίβλεψη της εφαρμογής του νόμου ο Τιβέριος πρότεινε τη σύσταση τριμελούς επιτροπής με μονοετή θητεία η οποία θα εκλεγόταν από λαϊκή συνέλευση.
Πτώματα στον Τίβερη
Οπως ήταν αναμενόμενο, η Σύγκλητος αντέδρασε αρνητικά στην αγροτική μεταρρύθμιση του Τιβέριου και έπεισε έναν άλλον δήμαρχο, τον Οκτάβιο, να κάνει χρήση του δικαιώματος της αρνησικυρίας κατά την ψήφιση του νόμου. Τότε ο Τιβέριος βρήκε τρόπο ώστε ο Οκτάβιος να εκπέσει του αξιώματός του, οπότε αυτός μπόρεσε να περάσει τον νόμο του (Lex Sempronia Ι). Παρά τη νίκη του ο Τιβέριος κατηγορήθηκε για αυθαιρεσία επειδή, μολονότι υπήρχε η νομική διαδικασία, κανένας δήμαρχος ως τότε δεν είχε την τύχη του Οκτάβιου.
Το μένος των πατρικίων εναντίον του ξέσπασε όταν, με συμμάχους τον αδελφό του Γάιο και τον πεθερό του Αππιο Κλαύδιο, ο Τιβέριος ζήτησε να παραχωρηθεί στους φτωχούς αγρότες το κληροδότημα που είχε αφήσει στον λαό της Ρώμης ο Ατταλος Γ' ώστε να μπορέσουν να αγοράσουν τα απαραίτητα εργαλεία για να καλλιεργήσουν τη γη που τους είχε παραχωρηθεί.
H αντίδραση στην πρόταση του Τιβέριου ήταν τόσο βίαιη που έφθασε ως τη δολοφονία του. H Σύγκλητος κατηγόρησε τον Τιβέριο ότι ήθελε να επιβάλει τυραννίδα και κατά τη διάρκεια μιας λαϊκής συνέλευσης όπου θα μιλούσε (ο Τιβέριος) οι ενοχλημένοι από τις φιλολαϊκές προτάσεις του συγκλητικοί έστειλαν εναντίον του ένα δήθεν εξαγριωμένο πλήθος πολιτών. Ο Τιβέριος δολοφονήθηκε μαζί με άλλους τριακόσιους οπαδούς του και τα πτώματά τους ρίχθηκαν στον Τίβερη.
H προσπάθεια συνεχίζεται
Μετά τη δολοφονία του Τιβέριου το 133 π.X. ο Γάιος Σεμπρώνιος, λαμπρός ρήτορας και με εξαίρετη μόρφωση και αυτός, παρά τα 21 του χρόνια μπήκε στον πολιτικό στίβο για να συνεχίσει το έργο του αδελφού του. Ως μέλος της τριμελούς επιτροπής για την εφαρμογή του νόμου του Τιβέριου ο Γάιος στάλθηκε ως επιθεωρητής στη Σαρδηνία. Ο στόχος του όμως ήταν να εκλεγεί δήμαρχος.
Τον Δεκέμβριο του 124 π.X. ο Γάιος Γράκχος εξελέγη δήμαρχος και αμέσως έδωσε δείγματα των πολιτικών του ικανοτήτων. Οι σπουδαιότερες μεταρρυθμίσεις του Γάιου Γράκχου ήταν τρεις:
Ο Αγροτικός Νόμος (Lex Sempronia ΙΙ), με τον οποίο βελτίωσε τον νόμο του αδελφού του εντάσσοντας σε αυτόν και δημόσια έργα, κυρίως δρόμους.
Ο Νόμος των Σιτηρών (Lex Frumentaria), με τον οποίο οι πληβείοι μπορούσαν να προμηθεύονται σιτάρι από τις δημόσιες αποθήκες στο μισό της τιμής του εμπορίου.
Ο Δικαστικός Νόμος (Lex Judiciaria), με τον οποίο ο Γάιος αφαίρεσε από τους συγκλητικούς τη δικαστική εξουσία και την έδωσε στους Ιππείς (Equites), τμήμα της τάξης των πατρικίων που δεν ασκούσε την πολιτική από προσωπική επιλογή, άρα παρείχε κάποια εγγύηση αμεροληψίας.
Με αυτούς τους νόμους η ισχύς του Γάιου Γράκχου αυξήθηκε σε τέτοιο βαθμό ώστε η Σύγκλητος έμοιαζε εντελώς αποδυναμωμένη. Ο Γάιος ήταν ο εκλεκτός του λαού και γι' αυτό κανένας δεν τόλμησε να φέρει αντίρρηση όταν αυτός έθεσε υποψηφιότητα για δήμαρχος και τον επόμενο χρόνο.
Το τέλος των μεταρρυθμίσεων
Στη νέα του θητεία ο Γάιος εφάρμοσε δύο ακόμη σημαντικές μεταρρυθμίσεις: έναν νόμο ο οποίος ρύθμιζε διοικητικά τις νέες αποικίες και έναν άλλον με τον οποίο πρότεινε να αναγνωριστούν ως ρωμαίοι πολίτες όλα τα λατινικά φύλα της ιταλικής χερσονήσου.
Ο δεύτερος νόμος δεν βρήκε καθόλου σύμφωνους τους ρωμαίους πληβείους, οι οποίοι φοβήθηκαν ότι θα έχαναν τα δικά τους προνόμια. Ετσι, όταν τον Δεκέμβριο του 122 π.X. έληξε η θητεία του, ο Γάιος απέτυχε να εκλεγεί για τρίτη φορά δήμαρχος. H Σύγκλητος αποφάσισε να οργανώσει την αντεπίθεσή της. Αφορμή ήταν η αποικία της Καρχηδόνας, την οποία ο Γάιος ήθελε να βοηθήσει να ορθοποδήσει μετά την καταστροφή που είχε υποστεί κατά τον Γ' Καρχηδονιακό πόλεμο. Οι συγκλητικοί φανάτισαν το πλήθος εναντίον αυτού του σχεδίου λέγοντας ότι οι θεοί ήταν αντίθετοι σε μια τέτοια ιδέα.
Στις αρχές του 121 π.X. ο Γάιος οργάνωσε διαδήλωση υπέρ της αποικίας και ένας οπαδός του σκότωσε κάποιον της φρουράς του φιλοσυγκλητικού δημάρχου Λεύκιου Οπίμιου επειδή είχε ξεστομίσει βρισιές εναντίον των πληβείων. Ο Γάιος κλήθηκε στη Σύγκλητο να λογοδοτήσει για το συμβάν αλλά αυτός προτίμησε να καταλάβει με τους οπαδούς του τον Αβεντίνο λόφο, παραδοσιακό άσυλο των πληβείων. Μολονότι οι πληβείοι πρότειναν να προσπαθήσουν να λύσουν τη διαφορά ειρηνικά, ο Οπίμιος επιτέθηκε εναντίον του Αβεντίνου. Ο Γάιος τραυματίστηκε στο πόδι και ικέτευσε έναν δούλο του να τον σκοτώσει για να μην πέσει στα χέρια των εχθρών του. Το κεφάλι του Γάιου ρίχθηκε στον Τίβερη και τις επόμενες ημέρες σφαγιάστηκαν γύρω στις 3.000 οπαδοί του.
Με τον θάνατο και του δεύτερου Γράκχου και τις εκκαθαρίσεις που ακολούθησαν τελείωσαν και οι μεταρρυθμίσεις στη Ρωμαϊκή Δημοκρατία. H αγροτική μεταρρύθμιση έληξε και τυπικά το 119 π.X. με τη διάλυση της τριμελούς επιτροπής. H Σύγκλητος είχε νικήσει τους πληβείους και ξανάγινε παντοδύναμη.
KEIMENA: ΙΩΑΝΝΑ ΖΟΥΛΑ
από την εφημερίδα "ΤΟ ΒΗΜΑ"

Κυριακή, 27 Μαρτίου 2016

Οι βασανισμένες γυναίκες στη λογοτεχνία - η περίπτωση της Φραγκογιαννούς και της Γιαννούλας του Παπαδιαμάντη

Εδώ και αρκετό καιρό υποσχέθηκα στους μαθητές μου ότι θα δημοσιεύσω την καλύτερη εργασία που εκπόνησαν οι ομάδες για τα φύλα στη λογοτεχνία.Κάλλιο αργά παρά ποτέ έχετε μπροστά σας την εργασία μιας ομάδας από το Α3. Καλή ανάγνωση!

Κυριακή, 20 Μαρτίου 2016

Ημέρα ποίησης 2016

Αύριο γιορτάζουμε την ημέρα ποίησης.Ίσως κάποιος σκεφτεί πως "δεν είναι εποχή για ποίηση και άλλα παρόμοια" κατά πως λέει ο ποιητής. Αναδημοσιεύω για το λόγο αυτό ένα άρθρο του Στρατή Πασχάλη από την Ελευθεροτυπία με τίτλο "ΠΟΙΗΣΗ ΣΕ ΜΙΚΡΟΨΥΧΟΥΣ ΚΑΙΡΟΥΣ", για να καταδείξουμε την διαχρονική αναγκαιότητα της ποίησης, που μας δίνει ανάσες ζωής στην εντατική που παλεύουμε να επιβιώσουμε τον τελευταίο καιρό.Καλή ανάγνωση!
Στο μεταξύ πολλές φορές μου φαίνεται
πως είναι πιο καλά να κοιμηθείς παρά να βρίσκεσαι έτσι χωρίς
σύντροφο
και να επιμένεις τόσο. Και τι να κάνεις μέσα στην αναμονή, και
τι να πεις;
Δεν ξέρω. Κι οι ποιητές τι χρειάζονται σ' έναν μικρόψυχο
καιρό;
Το διάσημο ρητορικό ερώτημα του Χέλντερλιν στο ποίημα Αρτος και οίνος, μεταφρασμένο από τον Τάκη Παπατσώνη. Και ιδού η απάντηση από τον ίδιο τον ποιητή, λίγο πιο κάτω:
Οι Ποιητές [ωστόσο] σαν τους ιερείς του Βάκχου τους
σεβασμίους
χρεωστούν να φανερώνονται από Χώρα εις Χώραν, εν μέσω
των ιερών νυχτών.
Αναρωτιέμαι γιατί επιμένουμε τόσο στην απαισιόδοξη ερώτηση και όχι στην απάντηση για την αναγκαιότητα (πάση θυσία) της ποίησης που έδωσε ο ίδιος ο μεγάλος ρομαντικός στον εαυτό του. Φαντάζομαι γιατί η απάντηση είναι μια σιβυλλική φράση ονειροπαρμένου, μη πειστική για τη θεωρητική πλευρά, η οποία συνεχώς ασχολείται με την ποίηση σαν να ήταν αντικείμενο επιστημονικής έρευνας και συνεχώς διερωτάται (μήπως πονηρά;) για τη χρησιμότητα της ποίησης, για την εξέλιξη της ποίησης, για το μέλλον της ποίησης -κάνοντας ουσιαστικά τι;-, αμφισβητώντας τη δυνατότητα της ποίησης να υπάρχει και να δρα ως ποίηση και μόνο ποίηση, ανεπίδεκτη φιλολογικής κατάταξης, κριτικού σχολιασμού και θεωρητικής κωδικοποίησης, φαινόμενο της ζωής, που όσο κι αν αλλάζει μένει κατ' ουσίαν διαρκώς το ίδιο, μηχανισμός ανατροπής κάθε βεβαιότητάς μας, μηχανισμός σαγήνης (εδώ θα αγανακτήσουν πολλοί -το περίφημο μαλαρμεϊκό «δέλεαρ», απαράδεκτο για τον Τσέλαν, αλλά αλίμονο αν η αλήθεια -του ποιήματος- δεν δελεάζει, πόσω μάλλον όταν η σαγήνη εξάλλου έχει πολλές εκδοχές, ακόμα και αντι-σαγηνευτικής γοητείας) αναρχικά προκύπτοντας μέσα από μια ιδιαίτερη χρήση των φθόγγων γεννώντας μια φωνητική εικόνα γεμάτη νόημα, όσο και μη-νόημα, με διαφορετική αφορμή κάθε φορά, ανάλογα με τις εποχές, τα ήθη, τις γλώσσες, αλλά με έναν και μόνο σκοπό: την εκδήλωση απορίας (κατανυκτικής σιωπής) μπροστά στο αίνιγμα (ή τη φρίκη), που είναι η ύπαρξη και ο κόσμος.


Αλλά νομίζω πως ακούω κιόλας τους ειδικούς να μου λένε ότι γενικεύω, και ότι δεν μπορώ να τα βάζω όλα στο ίδιο τσουβάλι, μια και η κατασκευή στίχων φαινόμενο των κοινωνιών είναι, και ότι κάθε εποχή έχει τον ιδιαίτερο τρόπο της να εκδηλώνει αυτή την τεχνική ενασχόληση, και ότι εν τέλει όσα πιστεύουμε σήμερα για την ποίηση και τη λειτουργία της συνιστούν μονάχα κληροδοτήματα, απομεινάρια, της ρομαντικής εποχής (τι άλλο είναι, άραγε, ο ρομαντισμός εκτός από την έκρηξη της αληθινής ποιητικότητας μέσα στο ορθολογούμενο ευρωπαϊκό περιβάλλον), που τοποθέτησε τον ποιητή στη θέση του προφήτη, απ' όπου ξέπεσε με τη μηχανοποίηση της ζωής σε παράδοξο μοναχικό αμφισβητία, φωνή βοώντος εν τη ερήμω, φτάνοντας να καταντήσει ένας περιθωριακός συγγραφέας που ενδιαφέρει μόνο φιλολογούντες ή διανοούμενους λογίους, ίσως και κάποιους προβληματικούς αναγνώστες.
Σύμφωνοι, θα απαντήσω. Αλλά θα προσθέσω ότι δεν προτίθεμαι από αυτό εδώ το βήμα να σιγοντάρω κάποιον θρήνο για τον θάνατο της ποίησης (αν είναι έτσι, προτιμώ να πάψω να τη γράφω και ν' ασχολούμαι μ' αυτήν), ότι στο κάτω κάτω όλη αυτή η συζήτηση που βάζει το ποιητικό φαινόμενο σε κρεβάτι ανατομείου ύποπτη μου φαίνεται, και ότι μια και η 21 Μαρτίου ορίστηκε για να γιορτάζεται παγκοσμίως η ποίηση, πρώτη μέρα της άνοιξης, δηλαδή της φυσικής αναγέννησης, θα 'ταν καλό σήμερα ν' αφήσουμε τις αμφιβολίες και τους δισταγμούς και να μιλήσουμε ποιητικά, χρησιμοποιώντας δηλαδή τους όρους της ίδιας της ποίησης, που σ' όποιον αιώνα κι αν τη βρούμε, τα ίδια μέσα πάντα χειρίζεται για να μεταφέρει στον άλλον τις ιδέες και τα αισθήματα: το παιχνίδι της λεκτικής φαντασίας, τις εικόνες, τους ρυθμούς (κυρίως αυτούς), τα γνωμικά και ό,τι άλλο μπορεί να συμβάλει στην καταλυτική μετάδοση, μα και στην κυριολεκτική πραγμάτωση της Μεταφοράς.
Θα επιμείνω λοιπόν στην απάντηση του Χέλντερλιν. Οι ποιητές έχουν χρέος να εμφανίζονται στους διάφορους τόπους και στους διάφορους χρόνους, ιερείς του Βάκχου, μες στο βαθύ σκοτάδι της αγιασμένης νύχτας. Ανθρωποι του σκοταδιού, άρα, με την ιερή οφειλή της παρουσίας τους (της μαρτυρίας τους) σε αυτούς τους μικρόψυχους καιρούς, μυημένοι στις αναπόδεικτες «μεθόδους» της παραληρηματικής ή της νηφάλιας μέθης.
Ολες οι εποχές έχουν το σκοτάδι τους. Το σημερινό σκοτάδι: όχι μόνον οι αξίες που ξέπεσαν και που μίκρυνε ο ορίζοντας του ανθρώπου, αλλά και γιατί ποτέ άλλοτε δεν εγκαταλείφθηκαν οι αρχέγονες καταβολές -μία απ' αυτές, η πιο κρίσιμη, είναι η φύση (εδώ θ' ανατριχιάσουν πολλοί, αν και δεν εννοώ κάποια «απάνθρωπη» νεοϊδεαλιστική φυσιολατρία, αλλά κάτι από την πνευματική και βαθιά ανθρώπινη ποιότητα των καλοκαιρινών μεσογειακών τοπίων, που απέδωσε τόσο στοχαστικά, και τόσο αισθησιακά ταυτόχρονα, ο Καμί)-, ποτέ άλλοτε η στάση δεν ήταν τόσο ωφελιμιστική και περιφρονητική απέναντι σε ό,τι μας περιβάλλει.
Ο Βαλερί, αναφερόμενος γενικότερα στην τέχνη και διαισθανόμενος την ανθρωπολογική μετάλλαξη που συνεπάγεται η προσαρμογή στην καταπληκτική εξέλιξη της τεχνικής, η οποία γεννά καινούριους τρόπους χειρισμού και βίωσης των φαινομένων και των εκδηλώσεων της ζωής, σημειώνει: «Διάφορες ενδείξεις ίσως να δημιουργούν τον φόβο μήπως η αύξηση της έντασης και της ακρίβειας, και η κατάσταση μόνιμης αισθητηριακής και νοητικής αταξίας, γέννημα των δραστικών καινοτομιών που μεταμόρφωσαν τη ζωή του ανθρώπου, κάνουν την ευαισθησία του ολοένα και πιο πλαδαρή και τη νόησή του λιγότερο ευέλικτη απ' όσο ήταν» (Γενική έννοια της τέχνης).
Η απομάκρυνση του σώματος και της ψυχής από την πρωτογενή σχέση με τον περίγυρο, φυσικό και κοινωνικό, και ο εθισμός σ' έναν τρόπο ζωής που βασίζεται σε δευτερογενή πλαστά μέσα, η εξάρτηση από μηχανικές κινήσεις, εκφράσεις και νοοτροπίες, βυθίζει τον άνθρωπο καθημερινά σε αυτό το είδος αισθητηριακής και νοητικής αταξίας, που αμβλύνει επικίνδυνα την ευαισθησία και συρρικνώνει το νου σε σημείο ολέθριας αποβλάκωσης. Ολες οι φυσικές (και μεταφυσικές) βάσεις των μέχρι τώρα πολιτισμών (παρεμφερείς, παρ' όλες τις φανατικές διαφορές τους) τείνουν να εξαφανιστούν. Η φυλάκιση στο υπερπροστατευμένο τεχνολογικό περιβάλλον αποκλείει κάθε δυνατότητα επαφής με τις πρωτογενείς ζωτικές ενέργειες και οδηγεί σε αδυναμία αποδοχής και γόνιμης βιωματικής μετάφρασης των εντυπώσεων που προσέφεραν οι αυθεντικότεροι τρόποι του άλλοτε. Με αποτέλεσμα, την τυφλή παραδοχή και υπακοή στα στερεότυπα που σερβίρονται ως μόνες επιλογές ζωής, σκέψης και δράσης. Οσο κι αν μας απασχολεί η κρίση της τέχνης και η απομάκρυνση του σύγχρονου ανθρώπου από αυτήν, πολύ σοβαρότερο ζήτημα είναι ο εγκλωβισμός μας μέσα σε αυτά τα στερεότυπα, που βασικό τους άλλοθι είναι η ευζωία, με αντίτιμό της την ολοσχερή καταστροφή της φύσης και τον αποκλεισμό κάθε εναλλακτικής επιλογής που κινείται έξω από το οργανωμένο σύστημα του σύγχρονου υπερπολιτισμένου κόσμου. Αρχίζει να διαφαίνεται ένα περιβάλλον απόκρυφης, και γι' αυτό πιο επικίνδυνης, ανελευθερίας, ίσως χειρότερης από αυτή που επέβαλαν οι παλαιότεροι φανεροί αυταρχισμοί. Πράγματα γνωστά.
Ο αιώνας που πέρασε ήταν στη βάση του ένας αιώνας όπου η ποίηση, άδηλα και σταδιακά, οδηγήθηκε στον ευνουχισμό και στην απενεργοποίηση. Το κίνημα του μοντερνισμού, ενώ εμφανίστηκε σαν ένα ρεύμα αναγεννητικό (και σε πολλά ήταν πράγματι) δεν κατόρθωσε να μεταβάλει την ποιητική ιδεολογία και έκφραση, όσο κι αν το ήθελε, σε κινητήρια δύναμη των κοινωνιών και των ατόμων. Εν τέλει κυριάρχησε η συντηρητική ηττοπάθεια, ο συμβιβασμός με το λαμπρό λόγιο περιθώριο. Η φρικαλεόητα των πολέμων ενοχοποίησε τον λυρισμό. Στο τέλος του αιώνα, παρά την εμφάνιση σε όλη του τη διάρκεια τόσων και τόσων δυνατών ποιητικών φωνών και κράσεων, με επαναστατικό κύταρρο και σθεναρή γλώσσα, η ποίηση έμοιασε ερημοποιημένη από την υπερμέτρη ανάπτυξη της διάνοιας, της θεωρίας, της ψυχολογίας και της στενής λογιοσύνης, σε βάρος της αίσθησης, της φαντασίας και του ενστίκτου. Φτάσαμε τελικά να αναρωτιόμαστε για τη χρησιμότητα της ποίησης σε αυτούς τους μικρόψυχους καιρούς, δίχως καθόλου να μας απασχολούν η μικροψυχία και ο ομφαλοσκοπισμός, που ίσως να χαρακτηρίζουν την ίδια τη σημερινή ποίηση και γενικότερα τη διανόηση, η οποία και ταυτίζεται -αλίμονο- μαζί της
.

Τι θα πει μικρόψυχος; Αυτός που αρνείται να δώσει και να δοθεί γενναιόδωρα, βρίσκοντας διάφορες δικαιολογίες και υπεκφυγές. Φταίει γι' αυτό η σκοτεινότητα της ποίησης; ο ερμητισμός της; Οχι, αν σκεφτούμε τον Ντίλαν Τόμας, ένα παράδειγμα σύγχρονου τροβαδούρου, που χωρίς να αλλάξει κάτι από τον πολύπλοκο και δυσνόητο χαρακτήρα της έκφρασής του, μίλησε στις καρδιές των ανθρώπων απλά, όπως τα πανάρχαια λυρικά άσματα. Χωρίς να χρειάζεται μεσολαβητές ειδήμονες, χωρίς να ζητάει συγχωροχάρτι από μεσάζοντες. Μόνον αφήνοντας τη φωνή του να μεταδώσει γενναιόδωρα τους παλμούς και τους ήχους της σιβυλλικής γλώσσας του.
Η μικροψυχία του καιρού δεν είναι έξω από μας. Αν η επιθυμία μας να μιλήσουμε στο διπλανό μας και να του μεταφέρουμε το πνεύμα αυτό που ονομάζουμε ποίηση είναι ισχυρή, τότε ίσως θα ήταν καλό να αναζητήσουμε μέσα μας τη μικροψυχία και να την κατανικήσουμε, ώστε να επιτύχουμε αυτόν τον σκοπό μας. Κάτι που δεν γίνεται ούτε χωρίς κόπους ούτε χωρίς θυσίες. Αυτό άλλωστε είναι και το στοίχημα των ημερών.
Κατά τα άλλα, το ερώτημα του Χέλντερλιν δεν θέλω να το βλέπω σαν μια απαισιόδοξη διερώτηση. Προτιμώ να το αντιμετωπίζω σαν μια ρητορική απορία. Στην οποία ο ποιητής απαντά με σαφήνεια.
Ερώτηση: «Μα, είναι δυνατόν να παρουσιάζονται ποιητές σ' έναν μικρόψυχο καιρό; Προς τι;»
Απάντηση: «Αυτό δεν τίθεται ως ζήτημα. Ανώφελοι ή αναγκαίοι, οι ποιητές πάντα θα εμφανίζονται, σαν τους ιερείς του Βάκχου, μες στο σκοτάδι και της πιο βαθιάς νύχτας. Κυρίως τότε». *

Πέμπτη, 10 Μαρτίου 2016

Προσφυγιάς... συνέχεια

Αναζητώντας κάτι άλλο στο διαδίκτυο έπεσα πάνω σε αυτό το ποίημα του Μπρέχτ. Πόσο επίκαιρο!

Λαθεμένο μού φαινόταν πάντα τ' όνομα που μας δίναν:
«Μετανάστες».
Θα πει, κείνοι που αφήσαν την πατρίδα τους. Εμείς, ωστόσο,
δε φύγαμε γιατί το θέλαμε,
λεύτερα να διαλέξουμε μιαν άλλη γη. Ούτε
και σε μιαν άλλη χώρα μπήκαμε
να μείνουμε για πάντα εκεί, αν γινόταν.
Εμείς φύγαμε στα κρυφά. Μας κυνηγήσαν, μας προγράψανε.
Κι η χώρα που μας δέχτηκε, σπίτι δε θα 'ναι, μα εξορία.
Έτσι, απομένουμε δω πέρα, ασύχαστοι, όσο μπορούμε πιο κοντά
στα σύνορα,

προσμένοντας του γυρισμού τη μέρα, καραδοκώντας το παραμικρό
σημάδι αλλαγής στην άλλην όχθη, πνίγοντας μ' ερωτήσεις
κάθε νεοφερμένο, χωρίς τίποτα να ξεχνάμε, τίποτα
ν' απαρνιόμαστε,
χωρίς να συχωράμε τίποτ' απ' όσα έγιναν, τίποτα δε συχωράμε.
Α, δε μας ξεγελάει τούτη η τριγύρω σιωπή! Ακούμε ίσαμ' εδώ
τα ουρλιαχτά που αντιλαλούν απ' τα στρατόπεδά τους. Εμείς
οι ίδιοι
μοιάζουμε των εγκλημάτων τους απόηχος, που κατάφερε
τα σύνορα να δρασκελίσει. Ο καθένας μας,
περπατώντας μες στο πλήθος με παπούτσια ξεσκισμένα,
μαρτυράει την ντροπή που τη χώρα μας μολεύει.
Όμως κανένας μας
δε θα μείνει εδώ. Η τελευταία λέξη
δεν ειπώθηκε ακόμα.
Μπ. Μπρεχτ, Ποιήματα,
μτφρ. Μάριος Πλωρίτης, Θεμέλιο

Τρίτη, 8 Μαρτίου 2016

8η Μαρτίου 2016 - Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας


Για τη γυναίκα μάνα,  που το μόνο που την ενδιαφέρει είναι να προστατέψει το παιδί της


Για τις γυναίκες εθελόντριες που αγωνίζονται στα νησιά μας για λίγη ανθρωπιά.


Για το ανέκφραστο βλέμμα και το γεμάτο στοργή άγγιγμα


                               Πόσα γιατί μετέωρα σ΄αυτά τα τεράστια γαλάζια μάτια;

                              ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΣΤΙΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΟΛΗΣ ΤΗΣ ΓΗΣ
                               ΠΟΥ ΑΓΩΝΙΖΟΝΤΑΙ ΓΙΑ ΕΝΑ ΚΑΛΥΤΕΡΟ ΑΥΡΙΟ

Κωστή Παλαμά "Σαν των Φαιάκων το καράβι..." (ανάλυση)

Κωστής Παλαμάς, Πατρίδες [Σαν των Φαιάκων το καράβι...]

Ο ποιητής στο ένατο αυτό σονέτο των Πατρίδων, απλώνεται σε διάφορες περιοχές του κόσμου -πατρίδες του κι αυτές, αλλά νοερές- με τις οποίες τον συνδέουν πολλά κοινά. Παρουσιάζεται εδώ, πέρα από τα στενά εθνικά όρια, σαν ένα πνεύμα οικουμενικό.

Σαν των Φαιάκων το καράβ’ η Φαντασία
χωρίς να τη βοηθάν πανιά και λαμνοκόποι
κυλάει· και είναι στα βάθη της ψυχής μου τόποι
πανάρχαιοι κι ασάλευτοι σαν την Ασία,
πεντάγνωμοι κι απόκοτοι σαν την Ευρώπη
σα μαύρη γη Αφρική με σφίγγ’ η απελπισία,
κρατώ μιαν άγρια μέσα μου Πολυνησία,
και πάντα ένα Κολόμβο παίρνω το κατόπι.

Και τα τεράστια της ζωής και τα λιοπύρια
των τροπικών τα γνώρισα, και με των πόλων
τυλίχτηκα τα σάβανα, και χίλια μύρια

Ταξίδια εμπρός μου ξάνοιξαν τον κόσμον όλο.
Και τι ‘μαι; Χόρτο ριζωμένο σ’ ένα σβώλο
απάνω, που ξεφεύγει κι απ’ τα κλαδευτήρια.

Διαβάστε περισσότερα στο 
http://latistor.blogspot.gr/2014/05/blog-post_11.html

Τρίτη, 1 Μαρτίου 2016

Κωστή Παλαμά «Το πανηγύρι στα σπάρτα» (ανάλυση)


Το ποίημα που ακολουθεί είναι από τη συλλογή Ασάλευτη Ζωή. Ανήκει σ’ έναν κύκλο ποιημάτων με το γενικό τίτλο Γυρισμός, όπου κυριαρχεί το μοτίβο του πόνου, της αδυναμίας και της ανικανοποίητης επιθυμίας.

Για κοίτα πέρα και μακριά τι πανηγύρι
που πλέκουν τα χρυσά τα σπάρτα στο λιβάδι!
Στο πανηγύρι το πανεύοσμο απ’ τα σπάρτα
με τη γλυκιάν ανατολή γλυκοξυπνώντας
να τρέξω βούλομαι κι εγώ στο πανηγύρι,
θησαυριστής να κλείσω μες στην αγκαλιά μου
σωρούς τα ξανθολούλουδα και τα δροσάνθια,
κι όλο το θησαυρό να τόνε σπαταλέψω
στα πόδια της αγάπης μου και της κυράς μου.
Όμως βαθιά είναι το ξανθόσπαρτο λιβάδι.
Κι όπως μιας πρόσχαρης ζωής είκοσι χρόνων
κόβει το λευκοστόλισμα θανάτου λύπη,
έτσι τον άκοπο γοργό μου κόβει δρόμο
ατέλειωτος ανάμεσα ξεφυτρωμένος
ο κακός δρόμος μες στα βάλτα και στα βούρλα.
Τ’ αγκαθερά φυτά ξεσκίζουνε σα νύχια
και σαν τα ξόβεργα το χώμα παγιδεύει
του κάμπου του κακού στα βούρλα και στα βάλτα,
εκεί που στο φλογοβόλο το αψύ του ήλιου
(που δρόσος μιας πνοής; που σκέπασμα ενός δέντρου;)
σαν αστραπή αργυρή χτυπάει τα μάτια η άρμη.
Λιγοψυχώ, λυγίζομαι, παραστρατίζω,
κι αποκάνω και πέφτω, κι αποκαρωμένος
νιώθω στο μέτωπο τ’ αγκάθια, και στα χείλια
νιώθω την πίκρα της αρμύρας, και στα χέρια
νιώθω τη γλίνα της νοτιάς, και στα ποδάρια
νιώθω το φίλημα του βάλτου, και στα στήθη
νιώθω το χάιδεμα του βούρλου, νιώθω εντός μου
τη μοίρα του γυμνού και τ’ ανήμπορου κόσμου.
(Ω! πού είσαι, αγάπη και κυρά μου;) Και σε βάθη
δειλινών πορφυρών, πλούσια ζωγραφισμένων,
το πανηγύρι που χρυσά τα σπάρτα πλέκουν,
το πανηγύρι το πανεύοσμο στα σπάρτα,
με βλέπει, με καλεί, και με προσμένει ακόμα.

σπάρτα: θάμνοι με κίτρινα λουλούδια
βούρλα: αγκαθωτά χόρτα του βάλτου
τα ξόβεργα: παγίδες
αποκαρώνω (ομαι): πέφτω σε λήθαργο
γλίνα: λάσπη


Διαβάστε περισσότερα εδώ

ΠΑΡΑΧΩΡΗΤΙΚΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

§ 187
Παραχωρητικές ονομάζονται οι δευτερεύουσες επιρρηματικές προτάσεις των οποίων το περιεχόμενο εκφράζειπαραχώρηση προς το νόημα της (κύριας) πρότασης που προσδιορίζουν. Δέχονται άρνηση μή.
N.E.: Κι αν ακόμη διαφωνούσα, θα σε υποστήριζα.
1. Eισαγωγή
Oι παραχωρητικές προτάσεις εισάγονται με τους παραχωρητικούς συνδέσμους:
  1. α) καὶ εἰκεἰκαὶ ἄν, καὶ ἐάνκἄνκαὶ ἢν (ακόμη κι αν, έστω κι αν, κι αν ακόμα) ύστερα από καταφατική πρόταση:
    Χρὴ ποιεῖν με τοῦτο, καὶ εἰ μὴ πέποιθα. (έστω κι αν δεν είμαι πεπεισμένος)
    Ἀνὴρ πονηρὸς δυστυχεῖ, κἂν εὐτυχῇ.
    N.E.: Εισάγονται με τους παραχωρητικούς συνδέσμους και αν, και να, όσο κι αν, ούτε κι αν κ.ά.
  2. β) οὐδ' εἰμηδ' εἰοὐδ' ἐάνοὐδ' ἄνοὐδ' ἤνμηδ' ἐάνμηδ' ἄνμηδ' ἢν (ούτε κι αν) ύστερα από αρνητική πρόταση και δηλώνουν παραχώρηση προς κάτι που θεωρείται απίθανο ή αδύνατο.
    Μὴ θορυβήσητε, μηδ' ἐὰν δόξω τι ὑμῖν μέγα λέγειν. (ακόμη κι αν σας φανεί ότι λέω κάτι υπερβολικό)
 Όταν ο καὶ που προηγείται των εἰ, ἐάν, ἄν, ἢν είναι συμπλεκτικός, μεταβατικός ή προσθετικός, η πρόταση δεν είναι παραχωρητική, αλλά υποθετική:
Καὶ εἰ μή τι κωλύει, ἐθέλω αὐτοῖς διαλεχθῆναι. [μεταβατικός]
2. Εκφορά
Oι παραχωρητικές προτάσεις εκφέρονται, όπως και οι υποθετικές προτάσεις, με:
  1. α) Oριστική ή ευκτική, όταν ο σύνδεσμος εισαγωγής περιέχει το εἰ.
  2. β) Υποτακτική, όταν ο σύνδεσμος εισαγωγής περιέχει το ἐάν, ἄν, ἤν17.
3. Συντακτικός ρόλος
Oι παραχωρητικές προτάσεις χρησιμοποιούνται στον λόγο, όπως και στη N.E., ως επιρρηματικοί προσδιορισμοί που δηλώνουν παραχώρηση.

ΕΝΑΝΤΙΩΜΑΤΙΚΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

 § 186

Εναντιωματικές ονομάζονται οι δευτερεύουσες επιρρηματικές προτάσεις των οποίων το περιεχόμενο εκφράζειεναντίωση προς το νόημα της (κύριας) πρότασης που προσδιορίζουν. Δέχονται άρνηση μή.
N.E.: Αν και είμαι τραυματισμένος, θα αγωνιστώ.
1. Eισαγωγή
Oι εναντιωματικές προτάσεις εισάγονται με τους εναντιωματικούς συνδέσμους εἰ καίἐὰν/ἂν/ἢν καὶ (αν και, μολονότι)και δηλώνουν εναντίωση προς κάτι που θεωρείται πραγματικό.
N.E.: Εισάγονται με τα αν και, ενώ, μολονότι, παρόλο που κ.ά.
2. Εκφορά
Oι εναντιωματικές προτάσεις εκφέρονται, όπως και οι υποθετικές προτάσεις, με:
  1. α) Oριστική ή ευκτική, όταν ο σύνδεσμος εισαγωγής περιέχει το εἰ:
    Εἰ καὶ χρήματα ἔχομεν, οὐκ εὐτυχοῦμεν.
    Ἄξιον γὰρ ἀκοῦσαι τὸ διήγημα τοῦτο, εἰ καὶ μὴ προσήκοι Kλεοκράτει.
  2. β) Υποτακτική, όταν ο σύνδεσμος εισαγωγής περιέχει το ἐάν, ἄν, ἤν:
    Ἐὰν καὶ μὴ βούλωνται, πάντες αἰσχύνονται μὴ πράττειν τὰ δίκαια.
Παρατηρήσεις
  1. α) Όταν μετά τους υποθετικούς συνδέσμους εἰἐάνἄνἢν ακολουθεί ο καὶ ως προσθετικός, τότε τα συμπλέγματα που προκύπτουν δεν είναι εναντιωματικοί σύνδεσμοι:
    Tόδε δὲ διανοηθῶμεν, εἰ καὶ σοὶ συνδοκεῖ. (αν και συ συμφωνείς) [προσθετικός· η πρόταση είναι υποθετική]
  2. β) O σύνδεσμος εἰ καί, όταν έχει τη σημασία του «ακόμη κι αν», εισάγει δευτερεύουσες παραχωρητικές προτάσεις (βλ. § 187):
    Ἄνθρωποι κακοί, εἰ καὶ ὠφελεῖν δοκοῦσιν, μᾶλλον βλάπτουσιν.
3. Συντακτικός ρόλος
Oι εναντιωματικές προτάσεις χρησιμοποιούνται στον λόγο, όπως και στη N.E., ως επιρρηματικοί προσδιορισμοί που δηλώνουν εναντίωση.
4. Iσοδύναμες συντακτικές μορφές
Εναντίωση εκφράζουν επίσης (βλ. και πίνακα Δ): α) οι εναντιωματικές μετοχές· β) οι εμπρόθετοι προσδιορισμοί που δηλώνουν εναντίωση.

http://ebooks.edu.gr/modules/ebook/