Τετάρτη, 28 Φεβρουαρίου 2018

ΚΡΙΤΗΡΙΟ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ πολιτική ζωή-ηγέτες


ΟΙ ΜΕΓΑΛΟΙ ΗΓΕΤΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ ΤΗΣ «ΕΠΟΜΕΝΗΣ ΜΕΡΑΣ»
1.Μοιάζει να έχει κλείσει οριστικά το ζήτημα της «μεγάλης πολιτικής». Κι αντιστοίχως των «μεγάλων ανδρών», όπως τους αποκαλούσαν παλαιότερα, σε μια εποχή που δεν δίσταζε να αναγνωρίσει την απόσταση ανάμεσα στους πολλούς που απλώς επιθυμούν και στους λίγους που τολμούν να πράξουν. Η ιστορία, όντως, μας παρουσίασε και μερικούς πολιτικούς που ένιωσαν, κάποτε, πως είχαν μια αποστολή να εκτελέσουν και πως οι ικανότητές τους αρκούσαν για να τις φέρουν εις πέρας. Στις μέρες μας η αναφορά και μόνο σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα προκαλούσε καγχασμούς διαποτισμένους με μια θλίψη που δεν βρίσκει διέξοδο.
2.Δύσκολο να φαντασθούμε έναν πολιτικό μεγάλης εμβελείας, γιατί ο τρόπος που ζούμε (όλοι, και οι πολιτικοί και οι πολίτες) κυριαρχείται από πράγματα φτιαγμένα για να είναι μικρά: σε διάρκεια, σε σημασία, σε ποιότητα. Μια ατμόσφαιρα, μέσα στην οποία ανακυκλώνονται διαρκώς τα ελάσσονα της ειδησεογραφίας, της διαφήμισης, της διαδικτυακής βραχυλογίας, δεν μπορεί να επιτρέψει τη γέννηση μιας θέλησης που θα ξεκολλούσε απ’ τον χυλό και θα κοίταζε μακριά.
3.Αυτή η ματιά προς το μακρινό είναι, πράγματι, ένα από τα κύρια γνωρίσματα της ηγετικής προσωπικότητας. Ας θυμηθούμε εδώ τον Καρλάιλ, ίσως τον πιο συνεπή και ένθερμο κήρυκα κατά τον 19ο αιώνα της ανάγκης να οδηγούνται οι κοινωνίες από υψηλόφρονες ταγούς. Παρατηρούσε ο Άγγλος ιστορικός πως τα άτομα τα ικανά να επηρεάζουν βαθιά τις τύχες των πολλών χαρακτηρίζονται κυρίως από διορατικότητα και παραδόξως, από ειλικρίνεια. «Το ψέμα —έλεγε— είναι ουσιαστικά ένα τίποτα και από το τίποτα δεν μπορεί να παραχθεί κάτι. Και αν ακόμη παραχθεί είναι τίποτα, και ο κόπος που έγινε είναι μάταιος».
4.Φυσικά, δεν εννοούσε ότι η απόκρυψη της αλήθειας ή και η καταφυγή σε ψεύδη είναι ασυμβίβαστα με τη συμβατική και τρέχουσα πολιτική πρακτική. Εννοούσε ότι μεγάλη πολιτική δεν ασκείται με κατά σύστημα και κατ’ εθισμόν ψευδολογία, γιατί μ’ έναν τέτοιο εθισμό το βέβαιο είναι ότι ο πολιτικός θα νομίζει στο τέλος ότι μπορεί να κρατιέται στη θέση του μην κάνοντας τίποτα, εκτός από το να διαδίδει ότι έκανε πολλά ή θα κάνει πολλά.
5.Καταλαβαίνουμε όλοι –σήμερα ιδιαίτερα που το υφιστάμεθα σε τέτοιο βαθμό– πόσο το ψέμα αυτής της κοπής έφερε την πολιτική στα μέτρα στενών ψυχών και στενών εγκεφάλων. Αλλά είναι ακόμα πιο σημαντικό να σταθούμε για λίγο στο πρώτο χαρακτηριστικό των πραγματικά επιφανών, στη διορατικότητα. Ποια είναι η αιτία για το ότι σπανίζει τόσο πολύ σήμερα; Πώς εξηγείται να γίνεται τόσο πολύς λόγος, σ’ όλο τον πλανήτη, για την ανάγκη σχεδιασμού και οι σχεδιαστές να παραμένουν άφαντοι;
6.Το πρόβλημα ξεκινά από τη διόραση. Αυτή λείπει στις μέρες μας κι αυτή είναι δύσκολο να αναπτυχθεί. Διορατικότητα είναι η ικανότητα να βλέπει κανείς μακριά και πίσω από τα φαινόμενα. Για να δεις, όμως, πίσω από τα φαινόμενα, πρέπει να διαθέτεις γερό ένστικτο και ακονισμένη σκέψη. Απαιτείται συνδυασμός και των δύο, διαφορετικά το ένστικτο θα λειτουργήσει μεν, αλλά δεν θα φθάσει μακριά. Η δε σκέψη χωρίς το ένστικτο θα κινηθεί σε μεγαλύτερη ακτίνα, αλλά θα κινδυνεύει συνεχώς να καταπέσει σε ονειροπόληση.
7.Μια τέτοια ευτυχή σύζευξη των δύο ιδιοτήτων θα τη βρούμε σε όλους εκείνους που άλλαξαν τον χάρτη του κόσμου κι όχι μόνο με πολεμικές επιδρομές. Ο άσημος αξιωματικός που θα φθάσει να γίνει ο αυτοκράτωρ Ναπολέων θα εκπλήξει τον Γκαίτε, κατά τη συνάντησή τους, με τα σχόλια που κάνει για τον «Βέρβερο». Είχε διαβάσει, είχε στοχαστεί, κι είχε γυμναστεί για τους σκοπούς του. Έβλεπε μακρύτερα, επειδή είχε βυθίσει τη σκέψη του σε κάτι πλατύτερο από την επιθυμία του να έχει την εξουσία και να απολαμβάνει τις τιμές που του όφειλαν οι κατώτεροί του. […]
8.Ίσως μάλιστα μερικοί απ’ αυτούς που σφράγισαν τη μοίρα των λαών τους να άκουγαν ή καλύτερα να ήθελαν να ακούν κάποιες «φωνές» που τους κατηύθυναν και τους προέτρεπαν. Σημασία έχει ότι η δύναμη της απόφασης που χαρακτήριζε αυτούς τους αρχηγέτες δεν ερχόταν από το πουθενά. Ερχόταν από κάποια ιδέα ή αρχή την οποία δεν σέβονταν απλώς, τη λάτρευαν μυστικά. Για να λατρευτούν οι ίδιοι, χρειαζόταν πρώτα να λατρέψουν. Για να κρατήσουν τα ηνία του κόσμου, έπρεπε να γονατίσουν μπροστά σε κάτι ανώτερο. Σήμερα ο άνθρωπος της εξουσίας συζητά αποκλειστικά με συμβούλους  τι να αποφεύγει και πώς να ξεγλιστρά. Εκεί βρισκόμαστε σήμερα.
9. Ποτέ μέχρι τώρα η πολιτική δεν ασκήθηκε με λιγότερη βούληση. Να όμως που έγινε κι αυτό. Η πολιτική έγινε κυριολεκτικά της «επόμενης μέρας». Και για να πας στην επόμενη μέρα, δεν χρειάζεται βέβαια ούτε διόραση, ούτε σκέψη, ούτε καν ένστικτο. Χρειάζεται να πέφτεις για ύπνο και να λες «αύριο βλέπουμε»!
Άρθρο του Βασίλη Καραποστόλη στο διαδίκτυο (slpress) ελαφρά διασκευασμένο

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ
Α. Να συντάξετε σε 100-120 λέξεις την περίληψη του παραπάνω άρθρου.
Μονάδες 25

Β1. Τι θα απαντούσατε στο ερώτημα του συγγραφέα «γιατί σπανίζει στους σύγχρονους πολιτικούς άνδρες η διορατικότητα»; Να αναπτύξετε τις απόψεις σας σε μια παράγραφο 100 λέξεων.
Μονάδες 10

Β2. Να βρείτε τους τρόπους ανάπτυξης και τα δομικά στοιχεία  στην 6η παράγραφο.
Μονάδες 10

Β3. Ποια σκοπιμότητα εξυπηρετεί η χρήση β΄ ενικού προσώπου ( π.χ για να πας στην επόμενη μέρα… χρειάζεται να πέφτεις για ύπνο) σε κάποια σημεία του κειμένου;
Μονάδες 5

Β4. Να δώσετε συνώνυμα για τις υπογραμμισμένες με μαύρα γράμματα λέξεις του κειμένου.
Μονάδες 10

Γ. ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΛΟΓΟΥ
Σε μια επιστολή στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, με αφορμή τα πρόσφατα φαινόμενα πολιτικής διαφθοράς, να αναφερθείτε στις επιπτώσεις τους στην πολιτική και κοινωνική ζωή της χώρας και στα χαρακτηριστικά εκείνα που πρέπει να διαθέτει ένας σωστός ηγέτης για να διοικεί ορθά το λαό του.
Μονάδες 40
ΕΠΙΜΈΛΕΙΑ: Αγγελική Τανίδου

Τρίτη, 20 Φεβρουαρίου 2018

Ούτε το έθνος θα σωθεί ούτε και το εγώ τους…

του Βασίλη Καραποστόλη  

Ούτε λόγος, βρισκόμαστε σε μειονεκτική θέση. Και το τελευταίο πράγμα που θα περίμενε κανείς από μια χώρα που μειονεκτεί είναι να αποκτήσει κάποιου είδους γόητρο, καθώς συναλλάσσεται με τις άλλες. Αλλά ακριβώς επειδή κανείς δεν θα περίμενε κάτι τέτοιο, υπάρχει ένα πλεονέκτημα στην πλευρά του αδύναμου. Είναι ο αιφνιδιασμός. Ο κυρτωμένος μπορεί να περιβληθεί με το «γόητρο του μόλις ανορθωμένου».

Στο σημείο αυτό βρίσκεται σήμερα η χώρα μας: έχει στα χέρια της ένα γερό χαρτί που είναι η δυνατότητά της να δείξει στους άλλους ότι είναι πιο ικανή απ’ αυτό που νομίζουν ότι είναι. Ικανή για ποιο πράγμα; Θα πρέπει αμέσως να απαντήσουμε: ικανή για την ενότητα. Πράγματι, αυτό που οι περισσότεροι -αν όχι σχεδόν όλοι- στην Ευρώπη θεωρούν ότι στην Ελλάδα είναι μάλλον αδύνατον να επιτευχθεί, είναι μια συμφωνία μεταξύ των κομμάτων που θα μπορούσε να προσδώσει στην κυβέρνηση την ισχύ ενός ενιαίου σώματος.
Δεν μπορούν να συμφωνήσουν σε τίποτα μεταξύ τους, λένε οι παρατηρητές παρακολουθώντας μας προσεκτικά, όπως οι εντομολόγοι τα έντομα. Δες τε πώς πετάνε από δω και από κει, δες τε τις σπασμωδικές κινήσεις τους. Ο εγωισμός τους τούς δίνει φτερά ίσα-ίσα για να πετύχουν κάτι ατομικό και τους κόβει τα φτερά, όταν είναι να μοιράσουν κάτι. Το δείχνει η ιστορία τους και όποιος έχει διάθεση να την μελετήσει θα βρει εκεί τις αποδείξεις για το ότι ακόμη και το ένστικτο επιβίωσης σ’ αυτό τον λαό σταμάτησε να λειτουργεί μερικές φορές. Είναι αλήθεια αυτό; Εν μέρει ναι, εν μέρει όχι. Και αυτό το όχι μας ενδιαφέρει περισσότερο σήμερα.

Δύο ακραίες στιγμές της ιστορίας

Είναι αλήθεια ότι η πολιτική ενότητα στην Ελλάδα κατέστη δυνατή σε περιπτώσεις όπου χρειαζόταν να αντιμετωπιστεί ένας μεγάλος, εξωτερικός κίνδυνος. Το 1940 ήταν το κορυφαίο παράδειγμα. Επρόκειτο για μια ακραία αρνητική συνθήκη: ο εχθρός ήταν εκεί, απέναντι, κι έπρεπε να αποκρουσθεί. Όλες οι δυνάμεις των αγωνιζομένων ήταν για να ανταπαντήσουν αποφασιστικά στην επίθεση. Τα αποτελέσματα είναι γνωστά: σε καμιά άλλη ευρωπαϊκή χώρα δεν εκδηλώθηκε τόσο άμεσα και σε τέτοιο βαθμό συσπείρωσης η αντίδραση του λαού στον εισβολέα. Τί γίνεται, όμως, όταν οι περιστάσεις απαιτούν όχι την άρνηση, αλλά τη θέση;
Το παράδειγμα του 1922 βρίσκεται στο άλλο άκρο. Μας δείχνει ότι όταν οι εθνικές δυνάμεις κινήθηκαν για να επιτύχουν ένα στόχο που δεν ήταν αποτρεπτικός, διασπάστηκαν την πιο κρίσιμη στιγμή. Η Μεγάλη Ιδέα αποδείχτηκε καταστροφική. Όχι γιατί επρόκειτο για Ιδέα (ως τέτοια θα μπορούσε να δώσει ώθηση και εμπνεύσεις), ούτε γιατί επρόκειτο για Μεγάλη (το μεγαλείο είναι όρος της αυτοπεποίθησης). Η καταστροφή επήλθε γιατί παρόλο που υπήρχε σύγκλιση στο ξεκίνημα (μη ξεχνάμε ότι όλες οι πολιτικές παρατάξεις, αλλά και το σύνολο σχεδόν του πνευματικού κόσμου είχαν συμφωνήσει στο εγχείρημα), στην πορεία η σύγκλιση μετατράπηκε σε διαλυτική απόκλιση.
Είναι τραγικό να προσυπογράφουν οι πολιτικές παρατάξεις μια ιδέα και στη συνέχεια να αντιλαμβάνονται ότι δεν μπορούν να την επωμισθούν. Και δεν μπορούν, γιατί οι ώμοι τους είναι στενοί. Και επειδή είναι στενοί πετάνε το βάρος της ευθύνης ο ένας κατακέφαλα εναντίον του άλλου.

Ένας ιδιότυπος πόλεμος

Παλιές ιστορίες θα πείτε, και μάλιστα με έντονη τη μυρωδιά του μπαρουτιού που δεν την έχουμε σήμερα. Αλλά και μέσα στην ειρήνη υπάρχουν πόλεμοι και έναν τέτοιο ζούμε σήμερα. Κι αν είναι έτσι, θα πρέπει να γίνει καταμέτρηση των εφοδίων που διαθέτουν οι εμπόλεμοι. Τι έχουμε, λοιπόν, εμείς, οι πιο στριμωγμένοι, οι πιο χρεωμένοι, οι πιο δακτυλοδεικτούμενοι για τις ελλείψεις μας; Σε καταστάσεις άμυνας οι μαχόμενοι βασίζονται, κυρίως, σε αυτά που έχουν.
Έχουμε, ίσως, ακόμη μια κάποια ενεργητικότητα, μια ικανότητα να προσαρμοζόμαστε σε αυτό που υπάρχει έξω από μας και από τη θέλησή μας. Τα εφόδια αυτά δεν θα ήταν λίγα αν επρόκειτο για την αναχαίτιση ενός εχθρού (που ονομάζεται σήμερα πτώχευση). Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Είναι και η ανάγκη να θεμελιωθεί κάτι που δεν θα είναι απλώς οχυρό, αλλά και μια εστία πραγματική για τους Έλληνες.
Απαιτείται οικοδόμηση. Και μια οικοδόμηση προϋποθέτει συλλογή και επιλογή των κατάλληλων υλικών, τοποθέτηση των ανθρώπων στις θέσεις που θα αποδώσουν καλύτερα, ο καθένας ανάλογα με τη δεξιότητα ή τη μαστοριά του, ο καθένας σκεπάζοντας τα ελαττώματά του με τα προτερήματα που ανακαλύπτει ο ίδιος πως έχει μέσα στην πράξη, μέσα στην έξαψη της πράξης.

Μεγαλομανία και αυτοκαταστροφή

Είναι χίμαιρα να μιλάμε σήμερα για κοινή πράξη; Όχι, δεν είναι. Και δεν είναι, γιατί η άλλη πλευρά του ελληνικού εγωισμού, η άλλη πλευρά της αδυναμίας μας να φθάνουμε σε συνεννόηση, είναι ακριβώς η επιθυμία μας να δώσουμε σ’ αυτό τον εγωισμό μια διέξοδο πιο φιλόδοξη, πιο επιβλητική. Εκεί γεννιέται και ο πόθος για αίγλη. Θα θέλαμε να εκπέμπεται μια ακτινοβολία από τον εαυτό μας, να κυκλοφορούσαμε στην Ευρώπη και το όνομά μας, από μόνο του να άνοιγε τις πόρτες.
Το γεγονός ότι αυτό δεν συνέβη μας δυσαρέστησε. Το χειρότερο όμως είναι ότι αυτή τη δυσαρέσκεια εν συνεχεία τη στρέψαμε εναντίον του εαυτού μας. Η αδιαφορία των άλλων για το όνομά μας έγινε δικός μας ψόγος για τη δική μας υπόσταση. Έτσι συμβαίνει με τους εγωιστές. Όταν πληγώνονται, οξύνουν κατόπιν οι ίδιοι την πληγή με τα ίδια τα χέρια τους για να’ χουν την ευχαρίστηση ότι στο τελικό καταστροφικό αποτέλεσμα συνέβαλαν κι αυτοί.

Το φάρμακο

Αυτή η αρρώστια μας χαρακτηρίζει, αλλά είναι η ίδια που μας δίνει και το φάρμακο που θα μπορούσε να δράσει. Το φάρμακο, ας το επαναλάβουμε, δεν είναι άλλο από την ενότητα. Προσοχή όμως. Πάνω στο μπουκαλάκι είναι γραμμένη η προειδοποίηση: δεν πίνεται μονορούφι. Δεν κατεβάζουν οι άρρωστοι άσπρο πάτο το υγρό για να μεθύσουν από τη χαρά τους που τα κατάφεραν.
Α, ναι, αυτό θα το θεωρούσαν μια λύτρωση. Να μπορούσαν οι καχύποπτοι ατομιστές να μεταμορφώνονταν ξαφνικά σε διαλλακτικούς συζητητές, σε τεχνίτες που ξέρουν να σταθμίζουν ψύχραιμα τα πλην και τα συν. Να ετοιμάζουν κρυφά ένα σύμφωνο συμμαχίας μεταξύ τους, με την υπομονή και την ακρίβεια συμβολαιογράφων που την επόμενη ημέρα θα ήταν και οι πιο σκληροί διαπραγματευτές με τους δανειστές τους και με τον κάθε τυχόν επίβουλο.
Μην παρασύρεστε όμως, λέει η επιγραφή στο μπουκαλάκι. Μη βιάζεστε να μεταμορφωθείτε. Πιέστε λίγο-λίγο το φάρμακο και στρωθείτε στη δουλειά. Ήδη θα ήταν μια μεταμόρφωση αν οι πολιτικοί αρχηγοί δοκίμαζαν μέσα τους μια ευχαρίστηση καινούργια στη σκέψη ότι με τη συμφωνία μεταξύ τους θα εξέπλητταν τους πικρόχολους εταίρους. Μόνο έτσι διατηρείται κάποια ελπίδα. Αν δεν πάρουν όλοι μαζί, «εγωιστικά», την εθνική υπόθεση οι εγωιστές, ούτε το έθνος θα σωθεί ούτε και το εγώ τους.

Κυριακή, 11 Φεβρουαρίου 2018

Παράλληλο για τη "Μυστική παπαρούνα" του Μυριβήλη


Από τη συλλογή «Το οριζόντιο ύψος και άλλες αφύσικες ιστορίες»

Αργύρης Χιόνης "Η ομορφιά που γεννιόταν και πέθαινε"

Μια φορά και έναν καιρό, ήταν ένα μικρό μαύρο σποράκι παπαρούνας, που ζούσε στριμωγμένο, μαζί με τ’ άλλα αδέρφια του, μες στην κοιλιά της μάνας του.
Μια μέρα του καλοκαιριού, η μάνα τους, αφού έχασε και το τελευταίο κόκκινο πέταλο της, πέθανε ήσυχα, όπως ήσυχα είχε ζήσει όλη τη ζωή της. Δεν πέρασε πολύς καιρός και η κοιλιά της, ξεραμένη απ’ τον ήλιο, έσκασε, κι από μέσα της τινάχτηκαν τα ελάχιστα μαύρα σποράκια κι έπεσαν στο χώμα. Το χώμα, όπως ξέρετε, το καλοκαίρι είναι στεγνό και σκληρό και τα σποράκια δεν μπορούσαν να χωθούνε μέσα του και να μείνουν εκεί, όλα μαζί, στο μέρος που γεννήθηκαν. Έτσι, ο πρώτος άνεμος που πέρασε από ‘κει τα πήρε και τα σκόρπισε, άλλα μέσα σε σταροχώραφα, άλλα μέσα σε κήπους, άλλα σε ξέφωτα δασών κι άλλα επάνω στις πλαγιές των λόφων.Ένα απ’ αυτά, το σποράκι αυτής της ιστορίας, ήταν πιο μικροκαμωμένο από τ’ άλλα, πιο ελαφρύ, κι έτσι ο αέρας το κουβάλησε μακριά, πολύ μακριά από την εξοχή, στη μεγάλη γκρίζα πολιτεία. Σαν έφτασε όμως εκεί δεν ήξερε που να το αποθέσει, γιατί στη γκρίζα πολιτεία το χώμα είχε πια χαθεί. Παντού δεν έβλεπες άλλο από τσιμέντο κι άσφαλτο και σίδερο. Μάταια έψαχνε ο άνεμος να βρει λιγάκι χώμα ν’ αποθέσει το μικρό σποράκι, έτσι που να μπορέσει το άμοιρο κι αυτό να ρίξει ρίζες κάποτε και να βλαστήσει. Κι επειδή είχε φτάσει η ώρα του, του ανέμου, να πεθάνει και δεν προλάβαινε ή να το πάει το σποράκι πιο μακριά ή να το φέρει, εκεί απ’ όπου το ‘χε πάρει, έψαχνε απελπισμένα να βρει μια γλάστρα σε μπαλκόνι ή σε παράθυρο. Τίποτε όμως. Γλάστρες δεν είχε στην πολιτεία, παρά μόνο, όπως είπαμε, τσιμέντο κι άσφαλτο και σίδερο, τσιμέντο κι άσφαλτο και σίδερο. Τότε, ο άνεμος, που δεν άντεχε άλλο, ξεψύχησε κι άφησε το σποράκι να πέσει στο πεζοδρόμιο μιας μεγάλης λεωφόρου.
Το πεζοδρόμιο ήταν πλακόστρωτο, και το σποράκι βρέθηκε στην ένωση από δύο μεγάλες πλάκες, που, για καλή του τύχη δεν ήταν καλά κολλημένες μεταξύ τους, κι έτσι μπόρεσε να χωθεί μες στη χαραματιά που ‘χασκε ανάμεσα τους και να κρυφτεί. Εκεί μέσα ένιωθε ξαφνικά μιαν ασφάλεια περίεργη και μια ζέστα, σαν κάτι να το αγκάλιαζε, να το νανούριζε γλυκά. Κι όσο κι αν σας φανεί παράξενο, αυτό το κάτι ήταν χώμα. Θαμμένο εκεί, κάτω από τις κρύες γκρίζες πλάκες, ήταν ακόμη ζωντανό, ζεστό, και τώρα χαιρότανε και γιόρταζε που ‘χε ξανά στην αγκαλιά του ένα σποράκι, κι ας ήταν και μικρό.

Το καλοκαίρι τέλειωσε, τέλειωσε το φθινόπωρο, τέλειωσε κι ο χειμώνας κι ήρθε η άνοιξη, και το σποράκι, που κοιμότανε βαθιά μήνες και μήνες τώρα, ξύπνησε ξαφνικά από μια φαγούρα κι ένα φούσκωμα κι ανακάλυψε μ’ έκπληξη και κάποιον τρόμο πως το κορμάκι του ήταν τώρα μεγαλύτερο απ’ ό,τι όταν το πήρε ο ύπνος.
Τις μέρες που ακολούθησαν, το φούσκωμα συνέχισε κι ο τρόμος του μεγάλωσε, γιατί το δέρμα του άρχισε να σκίζεται, κι εκεί που πριν είχε μονάχα μια ολοστρόγγυλη κοιλίτσα άρχισε τώρα να βγάζει κάτι κλωστούλες σαν ποδαράκια, που χώνονταν μέσα στο χώμα, κι έναν κιτρινοπράσινο, μυτερό πραγματάκι στο κεφαλάκι, που ορθωνόταν προς τα πάνω κι αγωνιζόταν να βγει από τη χαραμάδα στο φως.
Ο τρόμος του όμως δεν κράτησε πολύ, γιατί θυμήθηκε κάτι ιστορίες που είχε ακούσει, όταν ήταν ακόμη στην κοιλιά της μάνας του, πως δηλαδή ειν’ έτσι τα σποράκια που γίνονται παπαρούνες. Αφέθηκε λοιπόν να μεγαλώσει, θρεμμένο απ’ το φιλόξενο χώμα, ώσπου ένα πρωί, θαρρώ πώς ήταν Μάης, μια παπαρούνα κατακόκκινη άνοιξε τα πέταλα της εκεί, στις πλάκες του πεζοδρομίου της μεγάλης λεωφόρου.
Φανταστείτε, αλήθεια, ένα τέτοιο λουλούδι, τόσο κόκκινο, τόσο γεμάτο αίμα, τόσο γεμάτο φως, πάνω στις πλάκες του πεζοδρομίου της γκρίζας πολιτείας, που ‘ναι φτιαγμένη από τσιμέντο, άσφαλτο και σίδερο. Φανταστείτε μια παπαρούνα στο πεζοδρόμιο της οδού Σταδίου. Κάτι τέτοιο. Σίγουρα, θα σκεφτόσαστε πως εκείνο τ’ ανοιξιάτικο πρωτινό έγινε κάτι σας επανάσταση στην πόλη, πως η συγκοινωνία σταμάτησε, πως τα γκρίζα κτίρια άδειασαν κι οι άνθρωποι έτρεξαν κατά χιλιάδες να μαζευτούνε γύρω απ’ την παπαρούνα, με το στόμα ανοιχτό μια πήχη, με τα μάτια βουρκωμένα απ’ τη χαρά για το θαύμα, πως οι πίσω που δεν βλέπανε, φώναζαν στους μπρος «στην άκρη, να δούμε, κι εμείς», πως χρειάστηκε να επέμβει η αστυνομία για την αποκατάσταση της τάξης, που τελικά δεν αποκαταστάθηκε, γιατί ακόμα και οι κρανοφόροι, όταν πλησίασαν, ανοίξανε κι αυτοί μια πήχη στόμα, και τα κλομπς τους πέσαν απ’ τα χέρια και βγάλανε τα κράνη τους, γιατί δεν χώραγαν πια τα κεφάλια τους, πως οι γυναίκες, μη βλέποντας τους άντρες να γυρίζουνε το μεσημέρι σπίτι, αφήσαν το φαί να ψήνεται και πεταχτήκανε να δούνε τι συμβαίνει και μείνανε κι αυτές εκεί, ξεχνώντας τα φαγιά να καίγονται επάνω στη φωτιά…
Τίποτε απ’ όλα αυτά δεν έγινε. Οι άνθρωποι της πολιτείας ήταν κι αυτοί από τσιμέντο κι άσφαλτο και σίδερο και στο μέρος της καρδιάς είχανε μια πλαστική σακούλα. Περνούσανε, λοιπόν, πλάι απ’ την παπαρούνα, σαν να μην είχε τίποτα συμβεί, γιατί, όσο κι αν φαίνεται τρελό, οι άνθρωποι της πολιτείας κοιτούσαν μα δεν βλέπανε.
Παράξενο πράγμα όμως, ενώ όλοι τους βαδίζαν στα τυφλά, κανένας δεν την πάτησε, λες κι είχε σηκωθεί επάνω της αόρατο περίφραγμα, για να την προστατέψει απ’ όλες αυτές τις στρατιές πελμάτων που την απειλούσαν με ισοπέδωση κι έτσι να συνεχίσει να υπάρχει η ομορφιά στη μέση της ασκήμιας, κι ας ήταν αόρατη, μια που κανένας δεν την έβλεπε, κι ας μην ήτανε παρηγοριά για κανέναν, μια που κανένας δεν την αποζητούσε.
Έτσι προφυλαγμένη, έζησε τις μέρες της ζωής της και, όταν ήρθε η ώρα της, πέσανε κι αυτηνής τα πεταλά της, κι αργότερα από την ξερή κοιλιά της πήδησαν πάνω στο πεζοδρόμιο τα μαύρα ελάχιστα παιδιά της, κι ένας αέρας, ανακατεμένος με εξατμίσεις αυτοκινήτων, ήρθε και τα σάρωσε από ‘κει και τα ‘σπειρε πάνω στην άσφαλτο, και με την πρώτη βροχή τελειώσαν όλα μες στους υπονόμους. Όλα, εκτός από ένα, το πιο μικρό, το πιο ελαφρύ, που ο αέρας το ‘φερε και τ’ άφησε στη στέγη ενός σπιτιού, που ‘χαν ξεχάσει να το γκρεμίσουν κι είχε ακόμα κεραμίδια. Εκεί, στα κεραμίδια ανάμεσα, σε μια γωνιά που ‘χε μαζέψει σκόνη μπόλικη και μούσκλα απ’ τη βροχή, κούρνιασε το σποράκι και, την άλλη άνοιξη, φύτρωσε κι έδωσε μια παπαρούνα κατακόκκινη, που έζησε κι αυτή και πέθανε ωραία κι αγνοημένη.
Η ιστορία θα ‘πρεπε να τελειώνει εδώ, γιατί που αλλού θα μπορούσε να πάει το επόμενο σποράκι; Ε, λοιπόν, δεν είναι έτσι, η ιστορία δεν τελειώνει εδώ (κι ίσως να μην τελειώνει και ποτέ) γιατί, την άλλη άνοιξη, μια παπαρούνα άνθισε επάνω σ’ ένα συννεφάκι…
Επιμύθιο Ι: Αν δεν σηκώνετε, πότε πότε, το βλέμμα σας στον ουρανό, υπάρχει κίνδυνος να χάσετε θαύματα που συμβαίνουν εκεί πάνω.
Επιμύθιο ΙΙ: Αν περπατάτε κοιτώντας συνεχεία ψηλά, υπάρχει κίνδυνος να πατήσετε κάποια παπαρούνα που θάλλει στο πεζοδρόμιό σας.

1. Να βρείτε κοινά σημεία και διαφορές ανάμεσα στην παπαρούνα του Μυριβήλη και του Χιόνη, τόσο στον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζονται τα λουλούδια από τους συγγραφείς όσο και στις αντιδράσεις (πραγματικές ή δυνητικές) αυτών που την ανακάλυψαν.
2. Υποθέστε πως ένα παιδάκι ή ένα σκυλάκι ανακαλύπτει την παπαρούνα στο πεζοδρόμιο της οδού Σταδίου στο αφήγημα του Χιόνη. Παρουσιάστε τις αντιδράσεις του και τα συναισθήματά του μέσα από την οπτική ενός παντογνώστη-αφηγητή


Σάββατο, 10 Φεβρουαρίου 2018

"Μπαζωμένα μυαλά "- Κριτήριο Αξιολόγησης

 Του Γιώργου Τζεδάκι  (20-11-17)

https://slpress.gr/koinonia/mpazomena-myala/ 

 Συνηθίζουμε να λέμε ότι το χειμώνα πνιγόμαστε και το καλοκαίρι καιγόμαστε. Ποιοι το λέμε; Όλοι. Όπως, επίσης, όλοι δεν κάνουμε απολύτως τίποτα για να σταματήσουμε πια να το λέμε. Πολίτες, πολιτικοί, δημόσιοι λειτουργοί πιασμένοι σ’ ένα γαϊτανάκι συνενοχής και αβελτηρίας συνεχίζουμε να κοιμόμαστε τον ύπνο του δικαίου. Κλείνουμε τα μάτια επί χρόνια κι όταν τ’ ανοίγουμε είναι, συνήθως, πολύ αργά. Και ω του θαύματος, μετά από την όποια καταστροφή, δεν ευθύνεται ποτέ κανείς!



Δεν βρίσκεται ένας πολιτικός να παραιτηθεί από ευθιξία, ή ένας δήμαρχος να αναλάβει την παραμικρή ευθύνη. Ούτε κάποιος δημόσιος λειτουργός να αποδεχθεί παραλείψεις. Αν όχι του ιδίου, έστω της υπηρεσίας του. Και φυσικά, δεν βρίσκεται ούτε ένας πολίτης που να παραδεχθεί πως σε κάτι έχει φταίξει. Αλίμονο, στη χώρα της φαιδράς πορτοκαλέας, ποτέ και κανείς δεν φταίει για τίποτα. Ή, μάλλον, για να είμαστε ακριβείς, αυτοί που φταίνε είναι μονίμως οι άλλοι και ποτέ εμείς!
Εδώ και δεκαετίες οι ίδιες αμαρτωλές και καταστροφικές ιστορίες. Οι πρωταγωνιστές γνωστοί και μη εξαιρετέοι:
  • Πολιτικοί και δήμαρχοι που για μια χούφτα ψήφους θυσίαζαν και θυσιάζουν όχι μόνο το δημόσιο συμφέρον, αλλά και τις ίδιες τις ζωές μας.
  • Ένα σύστημα δημόσιας διοίκησης με διεφθαρμένους ή απλά αδιάφορους υπαλλήλους, που αντί να λειτουργεί προς όφελος της χώρας και των πολιτών, λειτουργεί σαν κράτος εν κράτει.
  • Επιχειρηματίες, εργολάβοι, μηχανικοί και άλλοι «ευυπόληπτοι» συμπολίτες μας που πλούτισαν από δημόσια έργα, τα οποία, όμως, παρέδιδαν είτε ελαττωματικά, είτε ημιτελή. Και πάντα υπερκοστολογημένα.
  • Εμείς οι ίδιοι οι πολίτες, που χτίσαμε σε καμμένα δάση, δίπλα στη θάλασσα, πάνω σε μπαζωμένα ρέματα και όπου αλλού μας βόλευε και τώρα ζητάμε και τα ρέστα.
Αυτή είναι η ιστορία της συνενοχής μας, αλλά και η θλιβερή μας πραγματικότητα, που ενίοτε γίνεται και φονική. Και αντί να ψάχνουμε τους υπαίτιους των συμφορών που μας βρίσκουν, ας κοιταχτούμε, απλά, στον καθρέφτη.
Όλοι, όμως, ε… Όχι ζαβολιές!
ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ

Α.Να συντάξετε την περίληψη του κειμένου σε 80-100 λέξεις.

Β1. Να αναπτύξετε σε μια παράγραφο μια από τις τέσσερις επισημάνσεις που γίνονται από τον αρθρογράφο για το "τις πταίει;" αναφορικά με τις κακοτεχνίες και τις αυθαίρετες κατασκευές στην Ελλάδα.

Β2α).Με ποια συλλογιστική πορεία αναπτύσσεται η παράγραφος "Δε βρίσκεται ένας πολιτικός...ποτέ εμείς". Να τεκμηριώσετε την απάντησή σας.

B2β).Ποιον τρόπο και ποια μέσα πειθούς χρησιμοποιεί ο συγγραφέας στην πρώτη παράγραφο του κειμένου. Να δικαιολογήσετε την απάντησή σας με αναφορές στο κείμενο.

Β3. Να αποδώσετε τις υπογραμμισμένες με έντονα γράμματα φράσεις του κειμένου με άλλες που να έχουν παρόμοια σημασία.

Β4. Να γράψετε ένα αντώνυμο για καθεμία από τις υπογραμμισμένες λέξεις του κειμένου.

Γ. ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΛΟΓΟΥ
Με αφορμή τις τελευταίες πλημμύρες που έπληξαν την περιοχή σας να συντάξετε μια επιστολή προς το Δήμαρχο της πόλης σας, ως εκπρόσωπος του σχολείου σας, στην οποία θα καταθέτετε τους προβληματισμούς σας αναφορικά με την ανθρώπινη δραστηριότητα που επιδεινώνει το μέγεθος των φυσικών καταστροφών και θα προτείνετε τρόπους αρωγής των πληγέντων.  (500-600 λέξεις)

επιμέλεια ασκήσεων:Αγγελική Τανίδου

Τετάρτη, 7 Φεβρουαρίου 2018

Στο fractal...

Η γαστριμαργική ιστορία που γράφτηκε  πριν αρκετό καιρό με αφορμή τη "Μεταμόρφωση" του Κάφκα βρίσκεται στο 44ο τεύχος του ηλεκτρονικού περιοδικού FRACTAL