Τρίτη, 22 Φεβρουαρίου 2011

ΤΟ ΟΙΚΟΠΕΔΟ ΜΕ ΤΙΣ ΤΣΟΥΚΝΙΔΕΣ

ΤΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΠΟΥ ΠΡΟΗΓΕΙΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΑΣΜΑ Η' ΤΩΝ ΠΑΘΩΝ ΣΤΟ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΤΟΥ "ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ" ΤΟΥ ΕΛΥΤΗ, ΠΟΥ ΑΝΘΟΛΟΓΕΙΤΑΙ ΣΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ ΤΗΣ Β' ΛΥΚΕΙΟΥ.ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΚΑΤΟΧΗ ΚΑΙ ΣΤΑ ΜΠΛΟΚΑ ΠΟΥ "ΕΣΤΗΝΑΝ" ΟΙ ΓΕΡΜΑΝΟΙ ΣΤΙΣ ΣΥΝΟΙΚΙΕΣ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ

Μιαν από τις ανήλιαγες μέρες εκείνου του χειμώνα, ένα πρωί Σαββάτου, σωρός αυτοκίνητα και μοτοσυκλέτες εζώσανε το μικρό συνοικισμό του Λευτέρη,με τα τρύπια τενεκεδένια παράθυρα και τ' αυλάκια των οχετών στο δρόμο.Και φωνές άγριες βγάνοντας, εκατεβήκανε άνθρωποι με χυμένη την όψη στο μολύβι και τα μαλλιά ολόισα ίδιο άχερο. Προστάζοντας να συναχτούν οι άντρες όλοι στο οικόπεδο με τις τσουκνίδες. Και ήταν αρματωμένοι από πάνου ως κάτου,με τις μπούκες χαμηλά στραμμένες κατά το μπουλούκι. Και μεγάλος φόβος έπιανε τα παιδιά, επειδή τύχαινε, σχεδόν όλα,να κατέχουνε κάποιο μυστικό στην τσέπη ή στην ψυχή τους.
Αλλά τρόπος άλλος δεν ήτανε, και χρέος την ανάγκη κάνοντας,λάβανε θέση στη γραμμή, και οι άνθρωποι με το μολύβι στην όψη, το άχερο στα μαλλιά και τα κοντά μαύρα ποδήματα, ξετυλίξανε γύρω τους το συρματόπλεγμα.Και κόψανε στα δύο τα σύγνεφα, όσο που το χιονόνερο άρχισε να πέφτει,και τα σαγόνια με κόπο κρατούσανε τα δόντια στη θέση τους,μήπως τους φύγουν ή σπάσουνε.
Τότε, από τ' άλλο μέρος φάνηκε αργά βαδίζοντας να 'ρχεται Αυτός με το Σβησμένο Πρόσωπο,που σήκωνε το δάχτυλο κι οι ώρες ανατρίχιαζαν στο μεγάλο ρολόι των αγγέλων. Και σε όποιον λάχαινε να σταθεί μπροστά, ευθύς οι άλλοι τον αρπάζανε από τα μαλλιά και τον εσούρνανε χάμου πατώντας τον. Ώσπου έφτασε κάποτε η στιγμή να σταθεί και μπροστά στο Λευτέρη. Αλλά κείνος δε σάλεψε. Σήκωσε μόνο αργά τα μάτια του και τα πήγε μεμιάς τόσο μακριά - μακριά μέσα στο μέλλον του - που ο άλλος ένιωσε το σκούντημα κι έγειρε πίσω με κίντυνο να πέσει. Και σκυλιάζοντας, έκανε ν' ανασηκώσει το μαύρο του πανί, ναν του φτύσει κατάμουτρα. Μα πάλι ο Λευτέρης δε σάλεψε.Πάνω σε κείνη τη στιγμή, ο Μεγάλος Ξένος, αυτός που ακολουθούσε με τα τρία σειρήτια στο γιακά, στηρίζοντας στη μέση τα χέρια του,κάγχασε: ορίστε, είπε, ορίστε οι άνθρωποι που θέλουνε, λέει, ν' αλλάξουνε την πορεία του κόσμου.Και μη γνωρίζοντας ότι έλεγε την αλήθεια ο δυστυχής, καταπρόσωπο τρεις φορές του κατάφερε το μαστίγιο. Αλλά τρίτη φορά ο Λευτέρης δε σάλεψε. Τότε, τυφλός από τη λίγη πέραση πού 'χε η δύναμη στα χέρια του,ο άλλος, μη γνωρίζοντας τι πράττει, τράβηξε το περίστροφο και του το βρόντηξε σύρριζα στο δεξί του αυτί.
Και πολύ τρομάξανε τα παιδιά, και οι άνθρωποι με το μολύβι στην όψη και το άχερο στα μαλλιά και τα κοντά μαύρα ποδήματα, κέρωσαν.Επειδή πήγανε κι ήρθανε γύρω τα χαμόσπιτα, και σε πολλές μεριές το πισσόχαρτο έπεσε και φανήκανε μακριά, πίσω απ' τον ήλιο, οι γυναίκες να κλαίνε γονατιστές,πάνω σ' ένα έρμο οικόπεδο, γεμάτο τσουκνίδες και μαύρα πηχτά αίματα.
Ενώ σήμαινε δώδεκα ακριβώς το μεγάλο ρολόι των αγγέλων.

Δευτέρα, 14 Φεβρουαρίου 2011

ΠΑΡΑΛΛΗΛΟ ΓΙΑ ΤΟΥ Γ. ΡΙΤΣΟΥ "Ο ΤΟΠΟΣ ΜΑΣ"

ΓΕΩΡΓiΟΥ ΣεΦΕρη   «μυθιστΟρημα»  Ι΄

Ο τόπος μας είναι κλειστός, όλο βουνά
που έχουν σκεπή το χαμηλό ουρανό μέρα και νύχτα.
Δεν έχουμε ποτάμια δεν έχουμε πηγάδια δεν έχουμε πηγές,
μονάχα λίγες στέρνες, άδειες κι αυτές, που ηχούν και που τις προσκυνούμε.
Ήχος στεκάμενος κούφιος, ίδιος με τη μοναξιά μας
ίδιος με την αγάπη μας, ίδιος με τα σώματά μας.
Μας φαίνεται παράξενο που κάποτε μπορέσαμε να χτίσουμε
τα σπίτια τα καλύβια και τις στάνες μας.
Κι οι γάμοι μας, τα δροσερά στεφάνια και τα δάχτυλα
γίνουνται αινίγματα ανεξήγητα για την ψυχή μας.
Πώς γεννηθήκαν πώς δυναμώσανε τα παιδιά μας;

Ο τόπος μας είναι κλειστός. Τον κλείνουν
οι δυο μαύρες Συμπληγάδες. Στα λιμάνια
την Κυριακή σαν κατεβούμε ν' ανασάνουμε
βλέπουμε να φωτίζουνται στο ηλιόγερμα
σπασμένα ξύλα από ταξίδια που δεν τέλειωσαν
σώματα που δεν ξέρουν πια πώς ν' αγαπήσουν.

Τρίτη, 8 Φεβρουαρίου 2011

ΤΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ ΡΙΤΣΟΥ

http://www.pi-schools.gr/lessons/hellenic
(Αλ. Αργυρίου (1979), «Νεωτερικοί ποιητές του Μεσοπολέμου», Η ελληνική ποίηση
Σύνοψη των κύριων γνωρισμάτων της ποίησης του Γ. Ρίτσου
«
Η πορεία του Ρίτσου προς το “καθολικό”, το “διιστορικό” που καλύπτει τόσο το κοινωνικό στοιχείο όσο και ό,τι ονομάζουμε “ανθρώπινες συνθήκες”, συμπίπτει και θεμελιώνεται με μια νέα γραφή, στην οποία βρίσκω τα ακόλουθα γνωρίσματα κατά την πρώτη αυτή φάση της:
α) Τους συναισθηματικούς πυρήνες από τους οποίους εμψυχώνεται το ποίημα υπερασπίζεται ένας λόγος με περιγραφικό χαρακτήρα. Η συναισθηματική κατάσταση προκύπτει ως άθροισμα δεδομένων και συγκεκριμένων εικόνων, ενώ στη φαινομενικά κλασική ανάπτυξη των θεματικών ενοτήτων παρεμβάλλονται λυρικές εξάρσεις, που λειτουργούν ως αναπνοές, και διασκεδάζεται ο άλλοτε ελεγειακός άλλοτε υμνητικός τόνος του ποιήματος.
β) Οι σημαντικές εκφραστικές ελευθερίες συντηρούνται σ’ ένα επίπεδο τέτοιο που να μην καθιστούν άβατο νοηματικά τον λόγο, παρόλο που μερικές εικόνες (“χαλκάς δε στέκει στους αστράγαλους της θάλασσας”) υπερβαίνουν αισθητά την παραδοσιακή φαντασία.
γ) Το λυρικό θέμα δεν στηρίζεται σε ένα προσεκτικά επιλεγμένο λεξιλόγιο, μολονότι δεν απουσίαζε και μια τέτοια φροντίδα, αλλά αναπτύσσεται με αλλεπάλληλες προτάσεις που έχουν τη μορφή σπείρας. συνεχίζουν και επεκτείνουν ό,τι προηγούμενα έχει εκτεθεί, αλλά σε υψηλότερη στάθμη (που
εκφράζεται με τον εντατικότερο τόνο) και τον ολοκληρώνουν. Άμεση συνέπεια του είδους αυτού της γραφής είναι ότι κάθε απόσπασμα τμήματος από τα πολύστιχα ποιήματα του Ρίτσου δεν αποδίδει το οργανικό στοιχείο που έχει και συντηρεί μέσα στα συμφραζόμενά του [...].
δ) Παίζεται με έναν λόγο που αποβλέπει ώστε όλα τα εκφραστικά μέσα του (ρήματα, ουσιαστικά, επίθετα) να ανταποκρίνονται στη νοηματική φορά, όμως να δίνονται ως μουσικά μοτίβα από τα οποία αναπαράγεται η εγγεγραμμένη συναισθηματική φόρτιση. Χρησιμοποιώ τη διατύπωση “μουσικά μοτίβα” μεταφορικά, θέλοντας, με τη σχηματική αυτή έκφραση, να δοθεί η διάκριση της λογικής χρήσης του λόγου (με την οποία εκφράζεται η πεζογραφία και η κακή ποίηση) από την υποβλητική χρήση του, που (όπως και η αφηρημένη γλώσσα της μουσικής), μέσα στο αίνιγμά του, στην πολυσημία του, κουβαλά την αποδεικτική του δύναμη, διότι μπορεί (όταν και εφόσον) να αναπαραγάγει παράλληλες παλμώσεις (ας τις ονομάσουμε μουσικές για να διευκολυνθούμε στη συνεννόηση).
ε) Οι πηγές της προέρχονται από τον κοινωνικό χώρο, ιδωμένο σε όλη την κλίμακά του, χωρίς προτιμήσεις, έτσι που να τιμούνται ισοδύναμα και να καταγράφονται οι μικρές και οι μεγάλες: ελπίδες, πίκρες, απογνώσεις, και γενικά οι αντιδράσεις για τα φαινόμενα της ζωής, τόσο στην υγεία της όσο και
στην παθολογία της.
στ) Οι συμβολισμοί της είναι περιορισμένοι και όπου υπάρχουν δεν έχουν το χαρακτήρα σημείων αναφοράς σε άλλο είδος. κατάγονται και αποδίδουν ένα λαϊκό θυμικό.

Δευτέρα, 7 Φεβρουαρίου 2011

Ἡ δήλωση τοῦ Σεφέρη κατὰ τῆς δικτατορίας

Ὁ Γιῶργος Σεφέρης στὰ πρῶτα χρόνια τῆς δικτατορίας εἶχε ἐπιλέξει τὴ σιωπὴ καὶ τὴν ἄρνηση νὰ δημοσιεύσει δουλειά του στὴν Ἑλλάδα. Στὶς 28 Μαρτίου τοῦ 1969, δυὸ χρόνια πρὶν τὸ θάνατό του, ἀποφασίζει νὰ μιλήσει γιὰ πρώτη φορὰ δημόσια καὶ νὰ καταγγείλει τὴ Δικτατορία. Ἡ δήλωσή του στὸ BBC ἔκανε τεράστια αἴσθηση στὴν Ἑλλάδα καὶ τὸ ἐξωτερικὸ καὶ ἔδωσε δύναμη καὶ ἐλπίδα στὸ ἀντιδικτατορικὸ κίνημα.


--------------------------------------------------------------------------------

«Πάει καιρὸς ποὺ πῆρα τὴν ἀπόφαση νὰ κρατηθῶ ἔξω ἀπὸ τὰ πολιτικὰ τοῦ τόπου. Προσπάθησα ἄλλοτε νὰ τὸ ἐξηγήσω. Αὐτὸ δὲ σημαίνει διόλου πὼς μοῦ εἶναι ἀδιάφορη ἡ πολιτικὴ ζωή μας. Ἔτσι, ἀπὸ τὰ χρόνια ἐκεῖνα, ὡς τώρα τελευταῖα, ἔπαψα κατὰ κανόνα νὰ ἀγγίζω τέτοια θέματα· ἐξάλλου τὰ ὅσα δημοσίεψα ὡς τὶς ἀρχὲς τοῦ 1967 καὶ ἡ κατοπινὴ στάση μου - δὲν ἔχω δημοσιέψει τίποτα στὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τότε ποὺ φιμώθηκε ἡ ἐλευθερία - ἔδειχναν, μοῦ φαίνεται, ἀρκετὰ καθαρὰ τὴ σκέψη μου.

Μολαταῦτα, μῆνες τώρα, αἰσθάνομαι μέσα μου καὶ γύρω μου, ὁλοένα πιὸ ἐπιτακτικά, τὸ χρέος νὰ πῶ ἕνα λόγο γιὰ τὴ σημερινὴ κατάστασή μας. Μὲ ὅλη τὴ δυνατὴ συντομία, νὰ τί θὰ ἔλεγα:

Κλείνουν δυὸ χρόνια ποὺ μᾶς ἔχει ἐπιβληθεῖ ἕνα καθεστὼς ὁλωσδιόλου ἀντίθετο μὲ τὰ ἰδεώδη γιὰ τὰ ὁποῖα πολέμησε ὁ κόσμος μας καὶ τόσο περίλαμπρα ὁ λαός μας στὸν τελευταῖο παγκόσμιο πόλεμο. Εἶναι μία κατάσταση ὑποχρεωτικῆς νάρκης, ὅπου ὅσες πνευματικὲς ἀξίες κατορθώσαμε νὰ κρατήσουμε ζωντανές, μὲ πόνους καὶ μὲ κόπους, πᾶνε κι αὐτὲς νὰ καταποντιστοῦν μέσα στὰ ἑλώδη στεκούμενα νερά. Δὲ θὰ μοῦ ἦταν δύσκολο νὰ καταλάβω πῶς τέτοιες ζημιὲς δὲ λογαριάζουν πάρα πολὺ γιὰ ὁρισμένους ἀνθρώπους.

Δυστυχῶς δὲν πρόκειται μόνον γι᾿ αὐτὸ τὸν κίνδυνο. Ὅλοι πιὰ τὸ διδάχτηκαν καὶ τὸ ξέρουν πὼς στὶς δικτατορικὲς καταστάσεις ἡ ἀρχὴ μπορεῖ νὰ μοιάζει εὔκολη, ὅμως ἡ τραγωδία περιμένει ἀναπότρεπτη στὸ τέλος. Τὸ δράμα αὐτοῦ τοῦ τέλους μᾶς βασανίζει, συνειδητὰ ἢ ἀσυνείδητα, ὅπως στοὺς παμπάλαιους χοροὺς τοῦ Αἰσχύλου. Ὅσο μένει ἡ ἀνωμαλία, τόσο προχωρεῖ τὸ κακό.

Εἶμαι ἕνας ἄνθρωπος χωρὶς κανένα ἀπολύτως πολιτικὸ δεσμὸ καί, μπορῶ νὰ τὸ πῶ, μιλῶ χωρὶς φόβο καὶ χωρὶς πάθος. Βλέπω μπροστά μου τὸν γκρεμὸ ὅπου μᾶς ὁδηγεῖ ἡ καταπίεση ποὺ κάλυψε τὸν τόπο. Αὐτὴ ἡ ἀνωμαλία πρέπει νὰ σταματήσει. Εἶναι ἐθνικὴ ἐπιταγή.

Τώρα ξαναγυρίζω στὴ σιωπή μου. Παρακαλῶ τὸ Θεὸ νὰ μὴ μὲ φέρει ἄλλη φορὰ σὲ παρόμοια ἀνάγκη νὰ ξαναμιλήσω».

ΕΠΙ ΑΣΠΑΛΑΘΩΝ

ΕΡΓΑΣΙΑ ΜΑΘΗΤΩΝ ΤΟΥ 3ου ΛΥΚΕΙΟΥ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ ΒΑΣΙΣΜΕΝΗ ΣΕ ΦΥΛΛΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΤΟΥ ΦΙΛΟΛΟΓΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΚΑΡΡΑ



Κυριακή, 6 Φεβρουαρίου 2011

ΤΟ ΑΜΑΡΤΗΜΑ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΣ ΜΟΥ

ΜΙΑ ΚΑΤΑΠΛΗΚΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ ΤΗΣ ΣΥΝΑΔΕΛΦΟΥ ΑΦΡΟΔΙΤΗΣ ΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ ΠΟΥ ΕΙΧΑ ΤΗΝ ΤΥΧΗ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΕΠΙΜΟΡΦΩΤΡΙΑ ΜΟΥ ΣΤΑ ΠΕΚ ΤΗΣ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗΣ ΕΠΙΜΟΡΦΩΣΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΔΙΟΡΙΣΤΩΝ ΦΙΛΟΛΟΓΩΝ ΤΟ 2003



Biziynos
View more documents from angitan.

ΤΑ ΑΝΤΙΚΛΕΙΔΙΑ

ΓΙΩΡΓΗΣ ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ «ΤΑ ΑΝΤΙΚΛΕΙΔΙΑ»

Δημοσιεύτηκε το 1988 στη συλλογή «Τα αντικλείδια»
-Τα «αντικλείδια» πρέπει να ακουστούν ως δοκιμές για να οριστεί το άπιαστο είδωλο της ποίησης και το φάντασμα του ενός ποιήματος (Δ.Ν..Μαρωνίτης)
-Είναι ένας ποιητικός μύθος, μια αλληγορική αφήγηση με θέμα την αιώνια επαναλαμβανόμενη άρνηση της ποίησης να υποχωρήσει στις απόπειρες να παραβιαστεί η ανοιχτή της πόρτα.
-Το ποίημα γίνεται το ίδιο φορέας της εμπειρίας που περιγράφει

Στ.1: δίνεται ένας φαινομενικά απλός και ευρύς ορισμός της ποίησης, που όμως περιορίζεται στους επόμενους στίχους
πόρτα ανοιχτή---ελλειπτική και απροσδιόριστη εικόνα, πρόσκληση και πρόκληση για όλους. Πού οδηγεί αυτή η πόρτα;

Στ.2-3: πολλοί—οι αμύητοι, οι αδιάφοροι, οι μη έχοντες καλλιτεχνικά ενδιαφέροντα και πνευματικές αναζητήσεις
Κοιτάζουν μέσα—στρέφουν το βλέμμα τους, ρίχνουν μια επιπόλαια ματιά
Χωρίς να βλέπουν τίποτα—δεν αντιλαμβάνονται κάποιο ενδιαφέρον ερέθισμα
Και προσπερνούν—απομακρύνονται χωρίς…τύψεις

Στ.3-4: όμως μερικοί—(αντίθεση με το «πολλοί»),υποψιασμένοι, μυημένοι…περίεργοι
Κάτι βλέπουν—αντιλαμβάνονται, κατανοούν με βάση τα ερεθίσματα που έχουν
Το μάτι τους αρπάζει κάτι—αυτό το κάτι είναι διαφορετικό για τον καθένα, το ερέθισμα που θα ωθήσει κάποιον να μπει από την ανοιχτή πόρτα ποικίλλει για τον κάθε άνθρωπο. Επομένως η ποίηση είναι αυτό που βρίσκεται πίσω από την ανοιχτή πόρτα.

Στ.5: μαγεμένοι πηγαίνουνε να μπουν—αυτό το «κάτι» τους μαγνητίζει, τους προσελκύει και τους καλεί να το ανιχνεύσουν

Στ.6: παράξενη έκπληξη—η ανοιχτή πόρτα τότε κλείνει και παράλληλα σηματοδοτεί την έναρξη ενός ατέρμονα αγώνα με στόχο το άνοιγμα της πόρτας
Στ.7-11: -έντονη δράση με ρήματα σε ενεστώτα (χτυπάνε, ψάχνουνε, χαλάνε, φτιάχνουν, προσπαθούν) που δείχνουν τη διάρκεια της δράσης στο παρόν
-επανωτές αρνήσεις (κανείς, κανείς, δεν) που τονίζουν τη συναισθηματική ένταση
1.χτυπούν για να τους ανοίξει κάποιος. ΠΟΙΟΣ;
2.ψάχνουν το κλειδί της πόρτας της Ποίησης , είναι ΕΝΑ και ΔΕΝ ΞΕΡΟΥΝ ΠΟΙΟΣ ΤΟ ΕΧΕΙ
3.για κάποιους η αναζήτηση αυτή γίνεται σκοπός της ζωής τους
4. φτιάχνουν αντικλείδια, τα ποιήματα, για να την ανοίξουν. ΠΩΣ ΦΤΙΑΧΝΟΝΤΑΙ ΑΦΟΥ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΤΟ ΚΛΕΙΔΙ;

Στ 12-13: το κεντρικό νόημα του ποιήματος—η φύση της ποίησης δεν είναι δυνατό να αποκαλυφθεί σε κανέναν ολοκληρωτικά. Η μαγεία της συνίσταται στην παραχώρηση ενός ψήγματος, μιας υποψίας από τη ουσία της σ’ αυτούς τους λίγους εκλεκτούς, που μπόρεσαν να δουν στο βάθος της και προσπαθούν μάταια φτιάχνοντας αντικλείδια να μπουν στο άβατο, το απροσπέλαστο και απροσμέτρητο βάθος της. «Επομένως ο ποιητής είναι ένας εξόριστος από τον κόσμο της ποιητικής μαγείας, του ανήκει μόνο η αγωνιώδης προσπάθεια να διαβεί την κλειστή της πόρτα»(Τασούλα Καραγεωργίου)

Στ 13-16: το επιμύθιο—ορισμός του ποιήματος: τα ποιήματα, καρπός λοιπόν βασανιστικού μόχθου, είναι τα αντικλείδια που κατασκευάζουν οι ποιητές-κλειδαράδες ανά τους αιώνες για να παραβιάσουν την πόρτα της Ποίησης. Τα ποιήματα όμως δεν είναι η ποίηση, είναι δοκιμές προσέγγισης της ουσίας της, που αν και βρίσκονται στο σωστό δρόμο, είναι ανεπαρκή για την επίτευξη του στόχου τους, να καταφέρουν δηλ. να φανερώσουν το βαθύτερο περιεχόμενο της ποιητικής τέχνης. Και η ποίηση είναι αυτό που δεν ειπώθηκε και ούτε πρόκειται ποτέ να ειπωθεί, «κάτι που παραμένει πάντα απατηλό και φευγαλέο».(Γ. Παυλόπουλος)
Στο στ.16 ο ποιητής δηλώνει και τη δική του συμμετοχή στη διαδικασία της ποιητικής δημιουργίας με το α’ πληθυντικό πρόσωπο «ανοίξουμε»


στ.17 ο ποιητικός επίλογος—με τυπογραφικό διάκενο από το υπόλοιπο ποίημα,
επανάληψη του 1ου στίχου με ένα «μα», σχήμα κύκλου, που μας ξαφνιάζει, αφού τελικά η ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή, ανήκει σε όλους , η πρόκληση ανανεώνεται, η περιπέτεια δεν έχει τέλος . Άρα και αυτό το ποίημα ήταν …ένα αντικλείδι

ΑΦΗΓΗΜΑΤΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ
-η αφήγηση δεν αφορά ένα συγκεκριμένο συμβάν αλλά μια επαναλαμβανόμενη διαδικασία
-το πρόσωπο που αφηγείται δεν εμφανίζεται ως υποκείμενο του πρώτου ρηματικού προσώπου, είναι αόριστο, άρα τα όσα λέει διεκδικούν την εγκυρότητα του αντικειμενικού και δίνουν στο ποίημα καθολική εποπτεία. Επομένως λειτουργεί ως παντογνώστης αφηγητής και η εστίαση είναι μηδενική και μόνο στο στίχο 17, όπου ο ποιητής εμπλέκεται προσωπικά (έμμεσα βέβαια), ο αφηγητής γίνεται ομοδιηγητικός και η εστίαση εσωτερική
- ο χώρος είναι ο κόσμος, το σύμπαν
- ο χρόνος είναι από τότε που υπάρχει ο κόσμος

ΕΚΦΡΑΣΤΙΚΑ ΜΕΣΑ
-σχήμα κύκλου (στ 1,18)
-επαναλήψεις, αντιθέσεις
-μεταφορές (στ 4,9,10)
-οξύμωρο
-εικόνες

ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΟΥ ΣΥΝΤΕΛΟΥΝ ΣΤΗ ΜΥΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΤΜΟΣΦΑΙΡΑ
-η πόρτα της ποίησης, τα αντικλείδια-ποιήματα, οι μαγεμένοι άνθρωποι, το μυστήριο με το…άφαντο κλειδί, το μυστικό για ν’ ανοίξει η πόρτα, η παράδοξη θέση του ποιητή ότι η ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή και κλειστή ταυτόχρονα

ΑΝΤΙΛΗΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ
-ο κόσμος της ποίησης είναι μαγικός, μυστηριώδης, απροσδιόριστος, ανεξερεύνητος και δεν τον έχει κατακτήσει κανείς
- είναι ανοιχτός σε όλους αλλά λίγοι αντιλαμβάνονται τη γοητεία του
-πολλοί ποιητές αφιερώνουν και τη ζωή τους για να προσεγγίσουν τον ιδεατό κόσμο της ποίησης
- τα ποιήματα είναι σπαράγματα, απεικάσματα του ιδανικού κόσμου της ποίησης
-η ποίηση έχει σχέση με το ανεξερεύνητο μέρος της ψυχής, του μυαλού και των συναισθημάτων




ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ ΤΟΥ ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΥ
Κυριαρχία του ονείρου, αίσθηση του ανικανοποίητου, συμβολικός λόγος, λιτότητα στην έκφραση, χρήση καθημερινού λεξιλογίου, πεζολογικός τόνος, κουβεντιαστό ύφος

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ Κ.Ε.Ε

1. Ποιες αντιλήψεις του ποιητή για την Ποίηση εκφράζονται στο ποίημα;
2. Ποια γνωρίσματα της ποιητικής γραφής του Γιώργη Παυλόπουλου προκύπτουν από το συγκεκριμένο ποίημα;
3. Ποια στοιχεία της αφήγησης διακρίνετε στο ποίημα και ποιο είναι το πρόσωπο που «αφηγείται»;
4. Στο ποίημα αυτό κυριαρχούν οι κύριες προτάσεις. Ποια είναι η αισθητική τους λειτουργία;
5. Το ποίημα χαρακτηρίζεται από γλωσσική απλότητα και σαφήνεια, παρά το «φευγαλέο» νόημά του. Ποιοι εκφραστικοί τρόποι δημιουργούν αυτή την εντύπωση;
6. Στο ποίημα χρησιμοποιείται το σχήμα του κύκλου: ο πρώτος στίχος κλείνει και το ποίημα. Πώς συμβάλλει το σχήμα αυτό στη μετάδοση της βασικής ιδέας του ποιήματος;
7. Η ποιητική δημιουργία παρουσιάζεται στο συγκεκριμένο ποίημα ως μια ατέρμονη προσπάθεια να συλλάβει κανείς την «αλήθεια» της Ποίησης. Πώς αισθητοποιείται στο ποίημα αυτή η διαδικασία;
8. Ποιοι είναι, κατά την άποψή σας, οι πολλοί που προσπερνούνε και ποιοι οι μερικοί που το μάτι τους κάτι αρπάζει (στ.2-3);
9. Πότε η προσπάθεια του ανθρώπου να ανοίξει την πόρτα της Ποίησης αποκτά δραματική διάσταση;
10. «Η πόρτα δεν ανοίγει πια. Δεν άνοιξε ποτέ / για όσους μπόρεσαν να ιδούν στο βάθος»: Πώς ερμηνεύετε την «αντίφαση» που φαίνεται να υπάρχει στους στίχους αυτούς;
11. Μπορεί τελικά να βρεθεί, σύμφωνα με το ποίημα, το κλειδί για την πόρτα της Ποίησης; Αν όχι, τότε τι εκπροσωπούν τα αντικλείδια;
12. Αν «τα ποιήματα που γράφτηκαν / από τότε που υπάρχει ο κόσμος» είναι «μια αρμαθιά αντικλείδια / για ν’ ανοίξουμε την πόρτα της Ποίησης» τι είναι τότε η Ποίηση, κατά τη γνώμη σας;