Κυριακή, 4 Δεκεμβρίου 2016

Λορέντζος Μαβίλης "Λήθη"



Καλότυχοι οι νεκροί, που λησμονάνε

την πίκρια της ζωής. Όντας βυθίσει

ο ήλιος και το σούρουπο ακλουθήσει,

μην τους κλαις, ο καημός σου όσος και να 'ναι!


Τέτοιαν ώρα οι ψυχές διψούν και πάνε

στης Λησμονιάς την κρουσταλλένια βρύση·

μα βούρκος το νεράκι θα μαυρίσει,

α στάξει γι' αυτές δάκρυ, όθε αγαπάνε.


Κι αν πιουν θολό νερό, ξαναθυμούνται,

διαβαίνοντας λιβάδι' απ' ασφοδίλi,

πόνους παλιούς, που μέσα τους κοιμούνται.


Α δεν μπορείς παρά να κλαις το δείλι,

τους ζωντανούς τα μάτια σου ας θρηνήσουν·

θέλουν – μα δε βολεί να λησμονήσουν.

Το ποίημα ξεκινά με ένα οξύμωρο σχήμα, με τον ποιητή να μακαρίζει τους νεκρούς, διότι έχουν την ευκαιρία να λησμονήσουν τις πίκρες που βίωσαν όσο ζούσαν. Ο θρήνος δεν ταιριάζει σε όσους έχουν πεθάνει, γιατί έχουν πια γλιτώσει από τα βάσανα, αλλά στους ζωντανούς που έρχονται αντιμέτωποι καθημερινά με μύριες δυσκολίες και βάσανα, χωρίς να μπορούν να τα ξεχάσουν.

Ο ποιητής μοιάζει, δηλαδή, να υιοθετεί την προσέγγιση εκείνων που αντιλαμβάνονται τον ανθρώπινο βίο ως πεδίο δοκιμασίας και πόνου, εφόσον οι άνθρωποι παγιδεύονται σ’ ένα φαύλο κύκλο επιθυμιών με συνεχείς διαψεύσεις και απογοητεύσεις, γεγονός που τους ωθεί στην απαισιόδοξη θεώρηση της ζωής. 

Ο ποιητής, μάλιστα, προσδιορίζει μια συγκεκριμένη ώρα κατά την οποία κυρίως δεν θα πρέπει να κλαίνε οι ζωντανοί για τους νεκρούς, όσο έντονος κι αν είναι ο καημός  τους. Πρόκειται για την ώρα που βραδιάζει κι οι άνθρωποι, έχοντας ολοκληρώσει τις ασχολίες της καθημερινής εργασίας, συνηθίζουν να αφήνονται στην αναπόληση και στη νοσταλγία. 

Είναι ακριβώς η ώρα κατά την οποία οι ψυχές των νεκρών διψούν και πηγαίνουν να πιούν νερό στη βρύση της λησμονιάς. Ο ποιητής ακολουθεί εδώ την αρχαιοελληνική παράδοση, σύμφωνα με την οποία στον Άδη υπήρχε πηγή με το νερό της Λήθης, απ’ το οποίο έπιναν οι ψυχές των νεκρών και ξεχνούσαν έτσι όσα σχετίζονταν με τη ζωή τους και τους ανθρώπους που άφησαν πίσω τους. Φαίνεται, μάλιστα, πως ο ποιητής θεωρεί ότι επρόκειτο για μια καθημερινή διαδικασία, με το αίσθημα της δίψας να ωθεί κάθε βράδυ τις ψυχές στη βρύση της λησμονιάς, προκειμένου να διατηρηθεί η κατάσταση της λήθης που τους απάλλασσε από τον πόνο της ανάμνησης. 

Εμφανής, επίσης, εδώ η τάση των λαϊκών και αρχαίων ελληνικών παραδόσεων να αποδίδουν στις ψυχές των νεκρών χαρακτηριστικά της επίγειας ζωής, όπως είναι για παράδειγμα το αίσθημα της δίψας και η συνήθεια να πίνουν νερό. 

Αν, επομένως, στάξει δάκρυ απ’ τους ανθρώπους που αγαπάνε, το κρυσταλλένιο, το πεντακάθαρο νερό της λησμονιάς, γίνει βούρκος και μαυρίζει, ματαιώνοντας τη διαδικασία της λήθης. Οι ζωντανοί άνθρωποι, άρα, προκαλούν αναστάτωση στις ψυχές των νεκρών αγαπημένων τους, με τη θλίψη και τα δάκρυά τους, αφού τους αρνούνται τη δυνατότητα να παραμείνουν σ’ αυτή τη γαλήνια κατάσταση λήθης που τους προφυλάσσει από την οδύνη των αναμνήσεων. 

Το θολωμένο από τα δάκρυα των ζωντανών νερό, αποτελεί αιτία για να θυμηθούν ξανά οι ψυχές των νεκρών παλιούς πόνους που βρίσκονταν μέσα τους για καιρό σε αδρανή κατάσταση, και να βιώσουν έτσι εκ νέου την πικρία της ζωής. Προσέχουμε, πάντως, πως οι μνήμες που επανέρχονται και πικραίνουν τις ψυχές, δεν είναι οι αναμνήσεις ευτυχισμένων στιγμών και η ομορφιά της ζωής, μιας και κάτι τέτοιο δεν υφίσταται σύμφωνα με την αντίληψη του ποιητή∙ ό,τι επανέρχεται στη μνήμη των νεκρών και τους πληγώνει, είναι οι πόνοι που είχαν ξεχαστεί. 
Τα λιβάδια από ασφοδίλι συνδέουν το ποίημα του Μαβίλη με την αρχαιοελληνική παράδοση, εφόσον ο ασφόδελος ήταν για τους αρχαίους Έλληνες σύμβολο του πένθους. 

Μέσα από τον ποιητικό αυτό μύθο προκύπτει η πεποίθηση του Μαβίλη πως ο θρήνος και τα δάκρυα για όσους έχουν πεθάνει, όχι μόνο δεν τους ωφελούν, αλλά το αντίθετο μάλιστα τους προξενούν πόνο, εφόσον τους εξαναγκάζουν να θυμηθούν τις πίκρες της ζωής. Η παρότρυνση του ποιητή, άρα, σε όποιον δεν μπορεί να αντέξει τη θλίψη του και ξεσπά σε δάκρυα τα βράδια, είναι να μη θρηνεί τους νεκρούς, αλλά τους ζωντανούς, οι οποίοι πραγματικά αξίζουν το θρήνο και τη συμπόνια, αφού είναι αυτοί που βιώνουν τον μεγαλύτερο πόνο. Οι ζωντανοί, σε αντίθεση με τις ψυχές των νεκρών, όχι μόνο βρίσκονται σε διαρκή οδύνη και θλίψη, δεν έχουν καν το προνόμιο της λήθης, που τόσο γενναιόδωρα παρέχεται στους πεθαμένους. Οι ζωντανοί θέλουν, μα δεν μπορούν να λησμονήσουν. 

Η χρήση του β΄ προσώπου στο πλαίσιο του ποιήματος προσφέρει ζωντάνια και κάνει περισσότερο αισθητή τη διάθεση παραίνεσης του ποιητή.  


Πέμπτη, 1 Δεκεμβρίου 2016

Λορέντζος Μαβίλης «Μούχρωμα»


Ο τίτλος του ποιήματος λειτουργεί σε δύο επίπεδα· το ένα, το κυριολεκτικό,
 -κυριαρχεί το λυκόφως, κάτι ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι·
το δεύτερο, το μεταφορικό,
- οι καρδιές των ανθρώπων είναι θλιμμένες και μελαγχολικές.

Φυσάει τ’ αεράκι μ’ ανάλαφρη φόρα
και τες τριανταφυλλιές αργά σαλεύει·
στες καρδιές και στην πλάση βασιλεύει
ρόδινο σούρουπο, ώρα μυροφόρα,

χρυσή θυμητικών ονείρων ώρα,
που η ψυχή τη γαλήνη προμάντευει,
την αιώνια γαλήνη, και αγναντεύει
σα για στερνή φορά κάθε της γνώρα

αξέχαστη· ξανθές κρινοτραχήλες
αγάπες, γαλανά βασιλεμένα
μάτια ογρά και φιλιά και ανατριχίλες

και δάκρυα· πλάνα δώρα ζηλεμένα
της ζήσης, που αχνοσβιέται και τελειώνει
σαν το θαμπό γιουλί που ολοένα λιώνει.

μούχρωμα: λυκόφως, σούρουπο.
γνώρα: γνωριμία, εμπειρία.
ογρά: υγρά. 
γιουλί: μενεξελί χρώμα.



-ειδυλλιακό σκηνικό, όπου το αεράκι με το ανάλαφρο φύσημά του κάνει τις τριανταφυλλιές να κινούνται αργά. Η φύση προτάσσεται, μιας και αποτελεί βασική θεματική της επτανησιακής σχολής.   
 -κυριαρχεί το σούρουπο (χρόνος) που χρωματίζει το τοπίο με ρόδινα χρώματα, αλλά το ίδιο ισχύει και για τη ζωή που πλησιάζει στο τέλος
-μια διάθεση απολογισμού, και τους γεμίζει με θλίψη, αφού είναι αναγκασμένοι να αποχαιρετίσουν τον κόσμο και τις ομορφιές της ζωής.
 -η ψυχή αρχίζει να προαισθάνεται πως πλησιάζει ο καιρός της αιώνιας γαλήνης του θανάτου, γι΄αυτό και λειτουργεί με μια διάθεση απολογισμού
-συναισθήματα ανάμεικτα: ευχάριστα για τα χρόνια που πέρασαν, μα και δυσάρεστα για όσα πρόκειται να χαθούν για πάντα. 
-αναδρομή  σε κάθε αξέχαστη εμπειρία που βίωσε η ψυχή τα προηγούμενα χρόνια , κυρίως της νιότης, όπου τα συναισθήματα είναι έντονα
- αναμνήσεις από αγαπημένες γυναίκες
- το κλασικό πρότυπο ομορφιάς: τα ξανθά μαλλιά, τα γαλανά μάτια και η λευκότητα του δέρματος. 
 -όλες αυτές οι συνδεδεμένες με τον έρωτα εμπειρίες κάνουν τον άνθρωπο να ξεχνά πρόσκαιρα την τραγική μοίρα του θανάτου, οι οποίες γρήγορα υποχωρούν  μπροστά στην έλευση του αναπότρεπτου τέλους. 



Το σονέτο ή δεκατετράστιχο

Είναι ποίημα σταθερής μορφής και συνήθως λυρικού περιεχομένου. Η ονομασία «σονέτο»προέρχεται από την ιταλική γλώσσα: sonetto = σύντομος, μικρός ήχος· μικρό, σύντομο τραγούδι, τραγουδάκι (στα λατινικά sonus = ήχος). Η ελληνική ονομασία «δεκατετράστιχο» είναι περισσότερο εύστοχη: στηρίζεται σ' ένα εξωτερικό γνώρισμα, που είναι ο σταθερός αριθμός των στίχων. Ο Κωστής Παλαμάς λ.χ. θέλοντας να αποφύγει την ξενική ονομασία, τιτλοφόρησε τη συλλογή του με σονέτα «Τα δεκατετράστιχα».

Το σονέτο, στην κλασική καταρχήν μορφή του, παρουσιάζει τα ακόλουθα εξωτερικά χαρακτηριστικά:
·είναι ποίημα ολιγόστιχο· αποτελείται από δεκατέσσερις στίχους, που κατανέμονται σε τέσσερις στροφές
·οι δυο πρώτες στροφές είναι τετράστιχες, ενώ οι δυο τελευταίες τρίστιχες· έχουμε δηλαδή το σχήμα: 4 - 4 - 3 - 3
·το μέτρο είναι κανονικά ιαμβικό και οι στίχοι ενδεκασύλλαβοι
·στις δυο πρώτες τετράστιχες στροφές, η πιο συνηθισμένη μορφή ομοιοκαταληξίας είναι η σταυρωτή (α β β α)
·στις δυο τελευταίες τρίστιχες στροφές, η ομοιοκαταληξία μπορεί να παρουσιάζει ποικίλους συνδυασμούς και τύπους. Πάντως, ένας τουλάχιστον στίχος της μιας στροφής πρέπει να ομοιοκαταληκτεί με έναν της άλλης.

από το "λεξικό λογοτεχνικών όρων"

Υλικό για του ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΣ ΠΟΛΙΟΡΚΗΜΕΝΟΥΣ του Σολωμού

Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2016

Δημοκρατία και ανεκτικότητα

Η ανεκτικότητα είναι ένας κανόνας για να ζούμε στη δημοκρατία. Αλλά πρέπει να γνωρίζουμε ότι η δημοκρατία δεν είναι ένα βολικό και εύκολο καθεστώς. Απέναντι στα παραδοσιακά καθεστώτα, που ήσαν περισσότερο ομοιογενή και περισσότερο ιεραρχικά, όπου φίλοι και εχθροί ήσαν καθαρά προσδιορισμένοι, όπου ο καθένας γνώριζε ποιον να εμπιστεύεται και τι πρέπει να πιστεύει, η δημοκρατία είναι ένα καθεστώς όπου είναι «κουραστικό» να ζει κανείς. 
Ανεκτικότητα σημαίνει να αποδέχεσαι ότι πρέπει να ζεις μαζί με πράγματα που τα αποστρέφεσαι: τη θρησκεία του άλλου, για παράδειγμα, τον ερωτισμό του, τις συνήθειές του. Να ανέχεσαι σημαίνει να αρνείσαι να αποκλείεις τον άλλον για τις ιδέες του ή για τη θρησκεία του. Αλλά η ανεκτικότητα δεν πρέπει να συγχέεται με την αδιαφορία. Έχω τα δικά μου κριτήρια αξιολόγησης. Μπορώ να συζητώ, να λέω ότι ορισμένες γνώμες ή συμπεριφορές μού φαίνονται κακές. Η μόνη επιφύλαξη είναι πάντοτε ο σεβασμός του άλλου. Η ανεκτικότητα δεν είναι το να λέμε «ναι» σε όλα, αλλά είναι το να μπορούμε να εκφράζουμε αντίθετες γνώμες χωρίς εχθρότητα, χωρίς ποτέ να προσφεύγουμε στη βία, για να επιβάλλουμε τις ιδέες μας. Η ανεκτικότητα πρέπει να είναι αμοιβαία. Χρειάζεται να αποδεχόμαστε ότι και οι άλλοι μπορούν να μας ασκούν κριτική, να εκφράζουν γνώμες αντίθετες προς τις δικές μας.
Υπάρχει μια ορισμένη επιτρεπτικότητα που λέει ότι όλες οι γνώμες είναι σεβαστές. Αυτό είναι απολύτως εσφαλμένο. Όλα τα πρόσωπα είναι σεβαστά και όχι όλες οι γνώμες. Εξάλλου, η πρόοδος της ανθρωπότητας συντελείται με την έλλειψη σεβασμού για μη αξιοσέβαστες γνώμες. Συγχέουν υπερβολικά την ανεκτικότητα με το «όλα είναι σεβαστά». Να ανεχόμαστε σημαίνει να μπορούμε να συζητάμε για όλα και αυτό είναι ένας καλός ορισμός της δημοκρατίας. Αντίθετα, το να αρνούμαστε τη συζήτηση, το να λέμε ότι ορισμένες γνώμες είναι αδιαμφισβήτητες, είναι αντίθετο προς τη δημοκρατική λειτουργία. Στη χώρα των Βάσκων, για παράδειγμα, δεν μπορεί κανείς να ασκήσει κριτική στις εθνικιστικές ιδέες χωρίς να τον θεωρήσουν μισαλλόδοξο. Ωστόσο, εγώ είμαι ανεκτικός, γιατί δεν απαγορεύω σε κανέναν να είναι εθνικιστής. Αλλά έχω το δικαίωμα να λέω ότι οι εθνικιστικές ιδέες δεν είναι καλές για τη δημοκρατία.


Χρειάζεται πάντοτε να θυμόμαστε ότι η ανεκτικότητα είναι μια «πολυτέλεια», όπως είναι και η δημοκρατία. Και οι δυο τους έχουν πληρωθεί πολύ ακριβά. Είναι μια πολυτέλεια, όπως μας το θυμίζει ο Νίτσε στη «Γενεαλογία της ηθικής», για την κατάσταση της οποίας χρειάστηκε να χυθούν πολλά δάκρυα και πολύ αίμα. Η ανεκτικότητα είναι μια κατάκτηση που πρέπει να υπερασπιζόμαστε με κάθε τίμημα, μια κατάκτηση της οποίας οφείλουμε να σεβόμαστε τους κανόνες. Στον 18ο αιώνα, στη διάρκεια των συζητήσεων που αναστάτωσαν το Κογκρέσο της Φιλαδέλφειας για το αν οι άθεοι θα μπορούσαν να ψηφίζουν στις αμερικανικές εκλογές - ο Λοκ τους είχε αποκλείσει, επειδή τίποτε δεν εγγυόταν την αξία του όρκου τους - ο Τζέφερσον έκανε μια λογική δήλωση: «Αν ο γείτονάς μου δεν με χτυπάει, αν δεν κλέβει το πορτοφόλι μου, μπορεί να πιστεύει σε έναν ή δύο ή τρεις θεούς...». Το όριο του απαράδεκτου είναι το να προκαλείς μια ζημιά, μια βλάβη σε κάποιον. Στις αρχές της «Θείας Κωμωδίας» του Δάντη, η Βεατρίκη λέει στον ποιητή: «Πρέπει να φοβόμαστε μόνον τα πράγματα / που θα μπορούσαν να προκαλέσουν κακό σε κάποιον. / Τα άλλα όχι· δεν είναι τρομερά».
Ένα πρόβλημα που τίθεται σε όλη την Ευρώπη, στους κόλπους των συγκροτημένων κρατών, είναι το ζήτημα της μετανάστευσης, της παραχώρησης ή όχι της ιδιότητας του πολίτη στους μετανάστες. Επανεμφανίζεται το ίδιο πρόβλημα: να συγχέουμε δηλαδή τον πολίτη με τον αδερφοποιτό. Στη δημοκρατία δεν είμαστε αδερφοποιτοί, αλλά είμαστε δυνητικά αδέρφια με βάση το νόμο. Οφείλουμε να ξεχάσουμε την ιδέα ότι η κοινωνία θα έμοιαζε με μια μεγάλη οικογένεια. Καμιά κοινωνία δεν είναι σήμερα εθνικά ομοιογενής και η δημοκρατία ποτέ δεν υπήρξε η υπεράσπιση της εθνικής ομοιογένειας. Αλλά αυτό το ζήτημα δεν πρέπει να συγχέεται με έναν πόλεμο πολιτισμών, στον οποίο δεν πιστεύω. Ζούμε ήδη σε μια παγκόσμια κοινωνία. Υπό την επίδραση των επικοινωνιών, του χρήματος, των ταξιδιών, η κοινωνία είναι σχετικά ενοποιημένη, αλλά δε διαθέτει ούτε κοινή νομοθεσία ούτε κοινή δικαιοσύνη. Έχουμε όλα τα μειονεκτήματα του παγκόσμιου κράτους χωρίς κανένα από τα πλεονεκτήματά του...
Η φιλοσοφία είναι, κατά τη γνώμη μου, στενά συνδεδεμένη με τη δημοκρατία. Η φιλοσοφία αντιπροσωπεύει στο διανοητικό πεδίο αυτό που είναι η δημοκρατία στο πολιτικό. Και οι δυο τους έχουν σκοπό την αυτονομία του ατόμου και - στην περίπτωση της φιλοσοφίας - την αυτονομία του ατόμου απέναντι στην παράδοση, τη θρησκεία, τις παραδεδεγμένες ιδέες. Για τους πολίτες η φιλοσοφία είναι η καλύτερη άμυνα ενάντια στους φανατισμούς. 

(Φερνάντο Σαβατέρ, εφημ. «ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ», 10/10/04)

Οι υπογραμμίσεις δεν είναι του γράφοντα αλλά της διαχειρίστριας της ιστοσελίδας