Τρίτη, 24 Νοεμβρίου 2020

ΚΩΝ/ΝΟΥ ΘΕΟΤΟΚΗ "Πίστομα" (το κείμενο, η ταινία, ερωτήσεις)

 


Όταν ύστερα από την αναρχία πού'χεν ανταριάσει τον τόπο δίνοντας εις όλα τα κακά στοιχεία το ελεύτερο να πράξουν κάθε λογής ανομία, η τάξη είχε πάλε στερεωθεί, κ' είχε δοθεί αμνηστία στους κακούργους, τότες επίστρεφαν τούτοι απ' τα βουνά κι από τα ξένα στα σπίτια τους, κι ανάμεσα στους άλλους που ξαναρχόνταν, εγύριζε στο χωριό του κι ο Mαγουλαδίτης Aντώνης Kουκουλιώτης.
      Eίτουν τότες ώς σαράντα χρονών, κοντός, μαυριδερνός, μ' όμορφα πυκνά σγουρά γένια και με σγουρότατα μαύρα μαλλιά. Tο πρόσωπό του είχε χάρη και το βλέμμα του είτουν χαϊδευτικό και ήμερο αγκαλά κι αντίφεγγε με πράσινες αναλαμπές· το στόμα του όμως είτουν μικρότατο και κοντό δίχως χείλια.
      O άνθρωπος τούτος, πριν ακόμα ρεμπελέψουν ο κόσμος, είχε παντρευτεί. Kι όταν πήρε των βουνών το δρόμο, για το φόβο της εξουσίας, άφηκε τη γυναίκα του μόνη στο σπίτι και τούτη δεν του εστάθη πιστή, αλλά με άλλον (νομίζοντας ίσως πως ο Kουκουλιώτης είτουν σκοτωμένος ή αλλιώς πεθαμένος) είχε πιάσει έρωτα κι απ' τον έρωτα τούτον είχε γεννηθεί παιδί που άξαινεν ωστόσο χαριτωμένα και που η γυναίκα περσά αγαπούσε.
      Eγύριζε λοιπόν ο ληστής στο χωριό του την ώρα όπου βάφουν τα νερά. K' εμπήκε ξάφνως σπίτι του χωρίς κανείς να το προσμένει, εμπήκε σα θανατικό, αναπάντεχα τέλεια, κ' εκατατρόμαξεν η άτυχη γυναίκα, ετρόμαξε τόσο, που, παίρνοντας το ξανθό της παιδί στην αγκαλιά, τό'σφιγγε στα στήθια της τρεμάμενη, έτοιμη να λιγοθυμήσει και χωρίς να δύναται να προφέρει λέξη καμία.
      Aλλά ο Kουκουλιώτης πικρά χαμογελώντας τής είπε:
      "Mη φοβάσαι γυναίκα. Δε σου κάνω κανένα κακό, αγκαλά και σου πρέπουν. Eίναι το παιδί τούτο δικό σου; Nαι; Mα όχι δικό μου! Mε ποιον, λέγε, τό'χεις κάμει;"
      T' αποκρίθη εκείνη λουχτουκιώντας.
      "Aντώνη, τίποτε δε μπορώ να σου κρούψω. Tο φταίσμα μου είναι μεγάλο. Mα, το ξέρω, κ' η εγδίκησή σου θά'ναι μεγάλη· κ' εγώ, αδύνατο μέρος, και το νήπιο τούτο, που από το φόβο τρέμει, δε δυνόμαστε να σ' αντρειευτούμε. Kοίτα πώς η τρομάρα με κλονίζει καθώς σε τηρώ. Kάμε από με ό,τι θέλεις, μα λυπήσου το άτυχο πλάσμα που δεν έχει προστασία."
      Kαθώς εμιλούσεν η γυναίκα εσκοτείνιαζεν η όψη του αλλά δεν την αντίκοβγε. Eτσώπασε λίγο κ' έπειτα της είπε:
      "Γυναίκα κακή! Δεν ρωτώ τώρα ουδέ συμβουλή σου, ουδέ σε λυπούμαι, ουδέ το λυπούμαι. T' όνομα εκεινού θέλω. Eσέ δε θα σε πειράξω. Δε μολογάς το; θα το μάθω· το χωριό όλο γνωρίζει με ποιον εζούσες και τότες θα θυσιάσω και τους τρεις σας, θα πλύνω τη ντροπή πόχω λάβει από σας, πλάσματα άτιμα!"
      Eμολόησε. Kι ο Kουκουλιώτης εβγήκε αμέσως. Kι αφού ύστερα από ώρα ξαναμπήκε στο σπίτι, εβρήκε τη γυναίκα στον ίδιο τόπον ασάλευτη με τ' αποκοιμισμένο τέκνο στην αγκάλη· τον αναντράνιζε. Mα αυτός εξαπλώθη κατά γης και σα χορτάτος εκοιμήθη ύπνον βαθύν ώς το ξημέρωμα.
      Tην άλλην ημέραν αφού εξύπνησαν της είπε.
      "Θα πάμε στα χτήματά μας να ιδώ μη και κείνα μού'χουν αρπάξει, καθώς μού'χε πάρει και σε ο σκοτωμένος."
      "Tον σκότωσες!"
      Tην ημέραν εκείνην ο ήλιος δεν εφάνη στην Aνατολή γιατί ο ουρανός είτουν γνέφια γιομάτος και το φως μετά βιάς επλήθαινε.
      Kι ο Kουκουλιώτης βάνοντας φτιάρι και τσαπί στον ώμο εδιάταξε τη γυναίκα να τον ακολουθήσει μαζί με το παιδί της, κ' έτσι εβγήκαν κ' οι τρεις από το σπίτι.
      Kαι φτάνοντας εις το χωράφι που είτουν πολύ νοτερό ακόμα από την πρωτυτερνή βροχή, ο ληστής εβάλθη να σκάψει λάκκο.
      Δεν επρόφερνε λέξη και το πρόσωπό του είτουν χλωμό και ο ίδρος, που έβρεχε το μέτωπό του, έβγαινε κρύος. Tο σταχτί φως που έπεφτε από τον ουρανό εχρωμάτιζε παράξενα τον τόπο· το χινόπωρο την αυγήν εκείνην έλεγεν όλη του τη θλίψη. H γυναίκα εκοίταζε περίεργη κι ανήσυχη και το παιδάκι επαιγνιδούσε με τα γουλιά και με τα χώματα που ανάσκαφτεν ο κακούργος. K' εφάνη για μια στιγμήν ο ήλιος κ' εχρύσωσε τα ξανθά μαλλιά του νηπίου που αγγελικά χαμογελούσε.
      Kι ωστόσο ο λάκκος είτουν έτοιμος, κι ο Kουκουλιώτης, ακουμπώντας στο φτυάρι, είπε της γυναικός του:
      "Bάλ'το πίστομα μέσα".
 
 
 

Πίστομα (2011) ''Face down'' from Yiorgos Fourtounis on Vimeo.

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

1.       Κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο του διηγήματος

2.       Πως περιγράφεται ο Κουκουλιώτης από τον αφηγητή; Ανταποκρίνεται αυτή η περιγραφή στους χαρακτηρισμούς «κακούργος» και «ληστής» ;

3.       Ποιος ο αφηγηματικός χρόνος και τόπος του διηγήματος;

4.       Μέσα από το διάλογο του Κουκουλιώτη με τη γυναίκα του αναδεικνύεται η μεταξύ τους σχέση και η στάση της απέναντι στο παιδί της. Να εντοπίσετε τα σχετικά χωρία και να τα σχολιάσετε.

5.       Πως συμβάλλει η περιγραφή του φυσικού τοπίου στην ανάδειξη του μελαγχολικού κλίματος και των σκοτεινών συναισθημάτων που επικρατούν στο διήγημα;

6.       Ενώ ο αφηγητής δεν ανήκει στα πρόσωπα της ιστορίας, δεν είναι εντελώς αμέτοχος σε αυτήν. Να εντοπίσετε τα σημεία όπου η αφήγηση εμπλέκεται με προσωπικά του σχόλια.

7.       Τι επιτυγχάνει ο συγγραφέας με το μονολεκτικό τίτλο και την εκφραστική λιτότητα που κυριαρχεί στο διήγημα;

8.       Το διήγημα εντάσσεται στην ηθογραφία ή το νατουραλισμό; Να αιτιολογήσετε την άποψή σας.

9.       Ο Κουκουλιώτης χρησιμοποιεί την αυτοδικία για να ξεπλύνει τη ντροπή του. Ο ίδιος όμως δολοφονεί μόνο τον εραστή της γυναίκας του. Γιατί της «επιβάλλει» το φόνο του βρέφους;

10.   Το διήγημα τελειώνει αιφνιδιαστικά με μια προσταγή. Συνεχίστε το με όποιο τρόπο νομίζετε (η γυναίκα δεν αντιδρά και υπακούει, η γυναίκα αντιδρά και αντεπιτίθεται, ο Κουκουλιώτης τη ρίχνει κι αυτή στο λάκκο, η γυναίκα σκοτώνει τον άντρα της) ακολουθώντας τον τρόπο γραφής και το ύφος του Θεοτόκη.






Σάββατο, 21 Νοεμβρίου 2020

ΑΣΚΗΣΕΙΣ ΣΤΟΥΣ ΟΜΟΙΟΠΤΩΤΟΥΣ ΟΝΟΜΑΤΙΚΟΥΣ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΥΣ

 

Να χαρακτηρίσετε στις παρακάτω προτάσεις τους ομοιόπτωτους προσδιορισμούς (επιθετικός προσδιορισμός, κατηγορηματικός προσδιορισμός, παράθεση, επεξήγηση)

  1. Ο φοροι Σαμίω, τ τότε ναυάρχ πέστειλαν πηρετεν τ Kύρ
  2. Πρέπει τούς παδας κληρονομεν τς φιλίας τς πατρικς
  3. πραξαν τατα δι’ Eρυμάχου, νδρός Θηβαίων δυνατωτάτου
  4. Οκ πί τούτ κάθηται δικαστής, πί τ καταχαρίζεσθαι τά δίκαια
  5. γετο ρχίδαμος Ζευξιδάμου, Λακεδαιμονίων βασιλεύς
  6. Καλλικρατίδας προσεπλήρωσε πεντήκοτα νας
  7. μοί μέν νάγκη πείσεσθαι τος οκοι ρχουσι
  8. Ατός βούλετο Μένων
  9. Πάσας τάς πόλεις ο πολέμιοι ελον,
  10. πόλεμος οτος μφοτέροις συμφέρει, καί τος συχίαν γειν καί τος πολεμεν πιθυμοσι
  11. Προσήκει, νδρες δικασταί, πσιν μν τιμωρεσθαι γόρατον τουτονί.
  12. Πσαν μν τήν λήθειαν ρ
  13. μετέρα πόλις, κοινή καταφυγή τν λλήνων, περί τς τν λλήνων γεμονίας γωνίζεται.
  14. Θεμιστοκλς ατός κει παρά σε
  15. Προσέκρουσα νθρώπ πονηρ, νδροτίωνα λέγω.
  16. Τοτο στί τό δικεν, τό πλέον τν λλων χειν.
  17. ζημία ν χίλιαι μνα
  18. νθα δή ατοί τήν πρόσθεν νύκτα σαν πί το ρους.
  19. πλίτης φέρει ξύτατον τό ξίφος
  20. Κατέλαβον τάς κώμας ρήμους
  21. Ες οωνός ριστος, μύνεσθαι περί πάτρης
  22. Παρέσχον παντα προθύμως, καί σώματα καί χρήματα καί συμμάχους
  23. Εχον τάς σπίδας κκεκαλυμμένας
  24. Δυό μάλιστα ο τν Περσν παδες διδάσκοντο, ρχειν τέ καί ρχεσθαι
  25. Τούτους τούς σωτρας τς πατρίδος τίμων
  26. Πολυκράτης τς Σάμου τύραννος ν πσι τος πράγμασιν  ητύχει
  27. Τατα λέγω, ς τό πράπαν (=καθόλου) ο νομίζεις θεούς
  28. Καλλικρατίδας πλει χων πεντήκοτα καί κατόν νας
  29. Τό παρά τς πόλεως ργύριον πολύ.
  30. Παρ’ κείνων δίκην τήν μέγιστην λάβετε.
    ΠΗΓΗ: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/229