Τρίτη, 20 Φεβρουαρίου 2018

Ούτε το έθνος θα σωθεί ούτε και το εγώ τους…

του Βασίλη Καραποστόλη  

Ούτε λόγος, βρισκόμαστε σε μειονεκτική θέση. Και το τελευταίο πράγμα που θα περίμενε κανείς από μια χώρα που μειονεκτεί είναι να αποκτήσει κάποιου είδους γόητρο, καθώς συναλλάσσεται με τις άλλες. Αλλά ακριβώς επειδή κανείς δεν θα περίμενε κάτι τέτοιο, υπάρχει ένα πλεονέκτημα στην πλευρά του αδύναμου. Είναι ο αιφνιδιασμός. Ο κυρτωμένος μπορεί να περιβληθεί με το «γόητρο του μόλις ανορθωμένου».

Στο σημείο αυτό βρίσκεται σήμερα η χώρα μας: έχει στα χέρια της ένα γερό χαρτί που είναι η δυνατότητά της να δείξει στους άλλους ότι είναι πιο ικανή απ’ αυτό που νομίζουν ότι είναι. Ικανή για ποιο πράγμα; Θα πρέπει αμέσως να απαντήσουμε: ικανή για την ενότητα. Πράγματι, αυτό που οι περισσότεροι -αν όχι σχεδόν όλοι- στην Ευρώπη θεωρούν ότι στην Ελλάδα είναι μάλλον αδύνατον να επιτευχθεί, είναι μια συμφωνία μεταξύ των κομμάτων που θα μπορούσε να προσδώσει στην κυβέρνηση την ισχύ ενός ενιαίου σώματος.
Δεν μπορούν να συμφωνήσουν σε τίποτα μεταξύ τους, λένε οι παρατηρητές παρακολουθώντας μας προσεκτικά, όπως οι εντομολόγοι τα έντομα. Δες τε πώς πετάνε από δω και από κει, δες τε τις σπασμωδικές κινήσεις τους. Ο εγωισμός τους τούς δίνει φτερά ίσα-ίσα για να πετύχουν κάτι ατομικό και τους κόβει τα φτερά, όταν είναι να μοιράσουν κάτι. Το δείχνει η ιστορία τους και όποιος έχει διάθεση να την μελετήσει θα βρει εκεί τις αποδείξεις για το ότι ακόμη και το ένστικτο επιβίωσης σ’ αυτό τον λαό σταμάτησε να λειτουργεί μερικές φορές. Είναι αλήθεια αυτό; Εν μέρει ναι, εν μέρει όχι. Και αυτό το όχι μας ενδιαφέρει περισσότερο σήμερα.

Δύο ακραίες στιγμές της ιστορίας

Είναι αλήθεια ότι η πολιτική ενότητα στην Ελλάδα κατέστη δυνατή σε περιπτώσεις όπου χρειαζόταν να αντιμετωπιστεί ένας μεγάλος, εξωτερικός κίνδυνος. Το 1940 ήταν το κορυφαίο παράδειγμα. Επρόκειτο για μια ακραία αρνητική συνθήκη: ο εχθρός ήταν εκεί, απέναντι, κι έπρεπε να αποκρουσθεί. Όλες οι δυνάμεις των αγωνιζομένων ήταν για να ανταπαντήσουν αποφασιστικά στην επίθεση. Τα αποτελέσματα είναι γνωστά: σε καμιά άλλη ευρωπαϊκή χώρα δεν εκδηλώθηκε τόσο άμεσα και σε τέτοιο βαθμό συσπείρωσης η αντίδραση του λαού στον εισβολέα. Τί γίνεται, όμως, όταν οι περιστάσεις απαιτούν όχι την άρνηση, αλλά τη θέση;
Το παράδειγμα του 1922 βρίσκεται στο άλλο άκρο. Μας δείχνει ότι όταν οι εθνικές δυνάμεις κινήθηκαν για να επιτύχουν ένα στόχο που δεν ήταν αποτρεπτικός, διασπάστηκαν την πιο κρίσιμη στιγμή. Η Μεγάλη Ιδέα αποδείχτηκε καταστροφική. Όχι γιατί επρόκειτο για Ιδέα (ως τέτοια θα μπορούσε να δώσει ώθηση και εμπνεύσεις), ούτε γιατί επρόκειτο για Μεγάλη (το μεγαλείο είναι όρος της αυτοπεποίθησης). Η καταστροφή επήλθε γιατί παρόλο που υπήρχε σύγκλιση στο ξεκίνημα (μη ξεχνάμε ότι όλες οι πολιτικές παρατάξεις, αλλά και το σύνολο σχεδόν του πνευματικού κόσμου είχαν συμφωνήσει στο εγχείρημα), στην πορεία η σύγκλιση μετατράπηκε σε διαλυτική απόκλιση.
Είναι τραγικό να προσυπογράφουν οι πολιτικές παρατάξεις μια ιδέα και στη συνέχεια να αντιλαμβάνονται ότι δεν μπορούν να την επωμισθούν. Και δεν μπορούν, γιατί οι ώμοι τους είναι στενοί. Και επειδή είναι στενοί πετάνε το βάρος της ευθύνης ο ένας κατακέφαλα εναντίον του άλλου.

Ένας ιδιότυπος πόλεμος

Παλιές ιστορίες θα πείτε, και μάλιστα με έντονη τη μυρωδιά του μπαρουτιού που δεν την έχουμε σήμερα. Αλλά και μέσα στην ειρήνη υπάρχουν πόλεμοι και έναν τέτοιο ζούμε σήμερα. Κι αν είναι έτσι, θα πρέπει να γίνει καταμέτρηση των εφοδίων που διαθέτουν οι εμπόλεμοι. Τι έχουμε, λοιπόν, εμείς, οι πιο στριμωγμένοι, οι πιο χρεωμένοι, οι πιο δακτυλοδεικτούμενοι για τις ελλείψεις μας; Σε καταστάσεις άμυνας οι μαχόμενοι βασίζονται, κυρίως, σε αυτά που έχουν.
Έχουμε, ίσως, ακόμη μια κάποια ενεργητικότητα, μια ικανότητα να προσαρμοζόμαστε σε αυτό που υπάρχει έξω από μας και από τη θέλησή μας. Τα εφόδια αυτά δεν θα ήταν λίγα αν επρόκειτο για την αναχαίτιση ενός εχθρού (που ονομάζεται σήμερα πτώχευση). Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Είναι και η ανάγκη να θεμελιωθεί κάτι που δεν θα είναι απλώς οχυρό, αλλά και μια εστία πραγματική για τους Έλληνες.
Απαιτείται οικοδόμηση. Και μια οικοδόμηση προϋποθέτει συλλογή και επιλογή των κατάλληλων υλικών, τοποθέτηση των ανθρώπων στις θέσεις που θα αποδώσουν καλύτερα, ο καθένας ανάλογα με τη δεξιότητα ή τη μαστοριά του, ο καθένας σκεπάζοντας τα ελαττώματά του με τα προτερήματα που ανακαλύπτει ο ίδιος πως έχει μέσα στην πράξη, μέσα στην έξαψη της πράξης.

Μεγαλομανία και αυτοκαταστροφή

Είναι χίμαιρα να μιλάμε σήμερα για κοινή πράξη; Όχι, δεν είναι. Και δεν είναι, γιατί η άλλη πλευρά του ελληνικού εγωισμού, η άλλη πλευρά της αδυναμίας μας να φθάνουμε σε συνεννόηση, είναι ακριβώς η επιθυμία μας να δώσουμε σ’ αυτό τον εγωισμό μια διέξοδο πιο φιλόδοξη, πιο επιβλητική. Εκεί γεννιέται και ο πόθος για αίγλη. Θα θέλαμε να εκπέμπεται μια ακτινοβολία από τον εαυτό μας, να κυκλοφορούσαμε στην Ευρώπη και το όνομά μας, από μόνο του να άνοιγε τις πόρτες.
Το γεγονός ότι αυτό δεν συνέβη μας δυσαρέστησε. Το χειρότερο όμως είναι ότι αυτή τη δυσαρέσκεια εν συνεχεία τη στρέψαμε εναντίον του εαυτού μας. Η αδιαφορία των άλλων για το όνομά μας έγινε δικός μας ψόγος για τη δική μας υπόσταση. Έτσι συμβαίνει με τους εγωιστές. Όταν πληγώνονται, οξύνουν κατόπιν οι ίδιοι την πληγή με τα ίδια τα χέρια τους για να’ χουν την ευχαρίστηση ότι στο τελικό καταστροφικό αποτέλεσμα συνέβαλαν κι αυτοί.

Το φάρμακο

Αυτή η αρρώστια μας χαρακτηρίζει, αλλά είναι η ίδια που μας δίνει και το φάρμακο που θα μπορούσε να δράσει. Το φάρμακο, ας το επαναλάβουμε, δεν είναι άλλο από την ενότητα. Προσοχή όμως. Πάνω στο μπουκαλάκι είναι γραμμένη η προειδοποίηση: δεν πίνεται μονορούφι. Δεν κατεβάζουν οι άρρωστοι άσπρο πάτο το υγρό για να μεθύσουν από τη χαρά τους που τα κατάφεραν.
Α, ναι, αυτό θα το θεωρούσαν μια λύτρωση. Να μπορούσαν οι καχύποπτοι ατομιστές να μεταμορφώνονταν ξαφνικά σε διαλλακτικούς συζητητές, σε τεχνίτες που ξέρουν να σταθμίζουν ψύχραιμα τα πλην και τα συν. Να ετοιμάζουν κρυφά ένα σύμφωνο συμμαχίας μεταξύ τους, με την υπομονή και την ακρίβεια συμβολαιογράφων που την επόμενη ημέρα θα ήταν και οι πιο σκληροί διαπραγματευτές με τους δανειστές τους και με τον κάθε τυχόν επίβουλο.
Μην παρασύρεστε όμως, λέει η επιγραφή στο μπουκαλάκι. Μη βιάζεστε να μεταμορφωθείτε. Πιέστε λίγο-λίγο το φάρμακο και στρωθείτε στη δουλειά. Ήδη θα ήταν μια μεταμόρφωση αν οι πολιτικοί αρχηγοί δοκίμαζαν μέσα τους μια ευχαρίστηση καινούργια στη σκέψη ότι με τη συμφωνία μεταξύ τους θα εξέπλητταν τους πικρόχολους εταίρους. Μόνο έτσι διατηρείται κάποια ελπίδα. Αν δεν πάρουν όλοι μαζί, «εγωιστικά», την εθνική υπόθεση οι εγωιστές, ούτε το έθνος θα σωθεί ούτε και το εγώ τους.

Κυριακή, 11 Φεβρουαρίου 2018

Παράλληλο για τη "Μυστική παπαρούνα" του Μυριβήλη


Από τη συλλογή «Το οριζόντιο ύψος και άλλες αφύσικες ιστορίες»

Αργύρης Χιόνης "Η ομορφιά που γεννιόταν και πέθαινε"

Μια φορά και έναν καιρό, ήταν ένα μικρό μαύρο σποράκι παπαρούνας, που ζούσε στριμωγμένο, μαζί με τ’ άλλα αδέρφια του, μες στην κοιλιά της μάνας του.
Μια μέρα του καλοκαιριού, η μάνα τους, αφού έχασε και το τελευταίο κόκκινο πέταλο της, πέθανε ήσυχα, όπως ήσυχα είχε ζήσει όλη τη ζωή της. Δεν πέρασε πολύς καιρός και η κοιλιά της, ξεραμένη απ’ τον ήλιο, έσκασε, κι από μέσα της τινάχτηκαν τα ελάχιστα μαύρα σποράκια κι έπεσαν στο χώμα. Το χώμα, όπως ξέρετε, το καλοκαίρι είναι στεγνό και σκληρό και τα σποράκια δεν μπορούσαν να χωθούνε μέσα του και να μείνουν εκεί, όλα μαζί, στο μέρος που γεννήθηκαν. Έτσι, ο πρώτος άνεμος που πέρασε από ‘κει τα πήρε και τα σκόρπισε, άλλα μέσα σε σταροχώραφα, άλλα μέσα σε κήπους, άλλα σε ξέφωτα δασών κι άλλα επάνω στις πλαγιές των λόφων.Ένα απ’ αυτά, το σποράκι αυτής της ιστορίας, ήταν πιο μικροκαμωμένο από τ’ άλλα, πιο ελαφρύ, κι έτσι ο αέρας το κουβάλησε μακριά, πολύ μακριά από την εξοχή, στη μεγάλη γκρίζα πολιτεία. Σαν έφτασε όμως εκεί δεν ήξερε που να το αποθέσει, γιατί στη γκρίζα πολιτεία το χώμα είχε πια χαθεί. Παντού δεν έβλεπες άλλο από τσιμέντο κι άσφαλτο και σίδερο. Μάταια έψαχνε ο άνεμος να βρει λιγάκι χώμα ν’ αποθέσει το μικρό σποράκι, έτσι που να μπορέσει το άμοιρο κι αυτό να ρίξει ρίζες κάποτε και να βλαστήσει. Κι επειδή είχε φτάσει η ώρα του, του ανέμου, να πεθάνει και δεν προλάβαινε ή να το πάει το σποράκι πιο μακριά ή να το φέρει, εκεί απ’ όπου το ‘χε πάρει, έψαχνε απελπισμένα να βρει μια γλάστρα σε μπαλκόνι ή σε παράθυρο. Τίποτε όμως. Γλάστρες δεν είχε στην πολιτεία, παρά μόνο, όπως είπαμε, τσιμέντο κι άσφαλτο και σίδερο, τσιμέντο κι άσφαλτο και σίδερο. Τότε, ο άνεμος, που δεν άντεχε άλλο, ξεψύχησε κι άφησε το σποράκι να πέσει στο πεζοδρόμιο μιας μεγάλης λεωφόρου.
Το πεζοδρόμιο ήταν πλακόστρωτο, και το σποράκι βρέθηκε στην ένωση από δύο μεγάλες πλάκες, που, για καλή του τύχη δεν ήταν καλά κολλημένες μεταξύ τους, κι έτσι μπόρεσε να χωθεί μες στη χαραματιά που ‘χασκε ανάμεσα τους και να κρυφτεί. Εκεί μέσα ένιωθε ξαφνικά μιαν ασφάλεια περίεργη και μια ζέστα, σαν κάτι να το αγκάλιαζε, να το νανούριζε γλυκά. Κι όσο κι αν σας φανεί παράξενο, αυτό το κάτι ήταν χώμα. Θαμμένο εκεί, κάτω από τις κρύες γκρίζες πλάκες, ήταν ακόμη ζωντανό, ζεστό, και τώρα χαιρότανε και γιόρταζε που ‘χε ξανά στην αγκαλιά του ένα σποράκι, κι ας ήταν και μικρό.

Το καλοκαίρι τέλειωσε, τέλειωσε το φθινόπωρο, τέλειωσε κι ο χειμώνας κι ήρθε η άνοιξη, και το σποράκι, που κοιμότανε βαθιά μήνες και μήνες τώρα, ξύπνησε ξαφνικά από μια φαγούρα κι ένα φούσκωμα κι ανακάλυψε μ’ έκπληξη και κάποιον τρόμο πως το κορμάκι του ήταν τώρα μεγαλύτερο απ’ ό,τι όταν το πήρε ο ύπνος.
Τις μέρες που ακολούθησαν, το φούσκωμα συνέχισε κι ο τρόμος του μεγάλωσε, γιατί το δέρμα του άρχισε να σκίζεται, κι εκεί που πριν είχε μονάχα μια ολοστρόγγυλη κοιλίτσα άρχισε τώρα να βγάζει κάτι κλωστούλες σαν ποδαράκια, που χώνονταν μέσα στο χώμα, κι έναν κιτρινοπράσινο, μυτερό πραγματάκι στο κεφαλάκι, που ορθωνόταν προς τα πάνω κι αγωνιζόταν να βγει από τη χαραμάδα στο φως.
Ο τρόμος του όμως δεν κράτησε πολύ, γιατί θυμήθηκε κάτι ιστορίες που είχε ακούσει, όταν ήταν ακόμη στην κοιλιά της μάνας του, πως δηλαδή ειν’ έτσι τα σποράκια που γίνονται παπαρούνες. Αφέθηκε λοιπόν να μεγαλώσει, θρεμμένο απ’ το φιλόξενο χώμα, ώσπου ένα πρωί, θαρρώ πώς ήταν Μάης, μια παπαρούνα κατακόκκινη άνοιξε τα πέταλα της εκεί, στις πλάκες του πεζοδρομίου της μεγάλης λεωφόρου.
Φανταστείτε, αλήθεια, ένα τέτοιο λουλούδι, τόσο κόκκινο, τόσο γεμάτο αίμα, τόσο γεμάτο φως, πάνω στις πλάκες του πεζοδρομίου της γκρίζας πολιτείας, που ‘ναι φτιαγμένη από τσιμέντο, άσφαλτο και σίδερο. Φανταστείτε μια παπαρούνα στο πεζοδρόμιο της οδού Σταδίου. Κάτι τέτοιο. Σίγουρα, θα σκεφτόσαστε πως εκείνο τ’ ανοιξιάτικο πρωτινό έγινε κάτι σας επανάσταση στην πόλη, πως η συγκοινωνία σταμάτησε, πως τα γκρίζα κτίρια άδειασαν κι οι άνθρωποι έτρεξαν κατά χιλιάδες να μαζευτούνε γύρω απ’ την παπαρούνα, με το στόμα ανοιχτό μια πήχη, με τα μάτια βουρκωμένα απ’ τη χαρά για το θαύμα, πως οι πίσω που δεν βλέπανε, φώναζαν στους μπρος «στην άκρη, να δούμε, κι εμείς», πως χρειάστηκε να επέμβει η αστυνομία για την αποκατάσταση της τάξης, που τελικά δεν αποκαταστάθηκε, γιατί ακόμα και οι κρανοφόροι, όταν πλησίασαν, ανοίξανε κι αυτοί μια πήχη στόμα, και τα κλομπς τους πέσαν απ’ τα χέρια και βγάλανε τα κράνη τους, γιατί δεν χώραγαν πια τα κεφάλια τους, πως οι γυναίκες, μη βλέποντας τους άντρες να γυρίζουνε το μεσημέρι σπίτι, αφήσαν το φαί να ψήνεται και πεταχτήκανε να δούνε τι συμβαίνει και μείνανε κι αυτές εκεί, ξεχνώντας τα φαγιά να καίγονται επάνω στη φωτιά…
Τίποτε απ’ όλα αυτά δεν έγινε. Οι άνθρωποι της πολιτείας ήταν κι αυτοί από τσιμέντο κι άσφαλτο και σίδερο και στο μέρος της καρδιάς είχανε μια πλαστική σακούλα. Περνούσανε, λοιπόν, πλάι απ’ την παπαρούνα, σαν να μην είχε τίποτα συμβεί, γιατί, όσο κι αν φαίνεται τρελό, οι άνθρωποι της πολιτείας κοιτούσαν μα δεν βλέπανε.
Παράξενο πράγμα όμως, ενώ όλοι τους βαδίζαν στα τυφλά, κανένας δεν την πάτησε, λες κι είχε σηκωθεί επάνω της αόρατο περίφραγμα, για να την προστατέψει απ’ όλες αυτές τις στρατιές πελμάτων που την απειλούσαν με ισοπέδωση κι έτσι να συνεχίσει να υπάρχει η ομορφιά στη μέση της ασκήμιας, κι ας ήταν αόρατη, μια που κανένας δεν την έβλεπε, κι ας μην ήτανε παρηγοριά για κανέναν, μια που κανένας δεν την αποζητούσε.
Έτσι προφυλαγμένη, έζησε τις μέρες της ζωής της και, όταν ήρθε η ώρα της, πέσανε κι αυτηνής τα πεταλά της, κι αργότερα από την ξερή κοιλιά της πήδησαν πάνω στο πεζοδρόμιο τα μαύρα ελάχιστα παιδιά της, κι ένας αέρας, ανακατεμένος με εξατμίσεις αυτοκινήτων, ήρθε και τα σάρωσε από ‘κει και τα ‘σπειρε πάνω στην άσφαλτο, και με την πρώτη βροχή τελειώσαν όλα μες στους υπονόμους. Όλα, εκτός από ένα, το πιο μικρό, το πιο ελαφρύ, που ο αέρας το ‘φερε και τ’ άφησε στη στέγη ενός σπιτιού, που ‘χαν ξεχάσει να το γκρεμίσουν κι είχε ακόμα κεραμίδια. Εκεί, στα κεραμίδια ανάμεσα, σε μια γωνιά που ‘χε μαζέψει σκόνη μπόλικη και μούσκλα απ’ τη βροχή, κούρνιασε το σποράκι και, την άλλη άνοιξη, φύτρωσε κι έδωσε μια παπαρούνα κατακόκκινη, που έζησε κι αυτή και πέθανε ωραία κι αγνοημένη.
Η ιστορία θα ‘πρεπε να τελειώνει εδώ, γιατί που αλλού θα μπορούσε να πάει το επόμενο σποράκι; Ε, λοιπόν, δεν είναι έτσι, η ιστορία δεν τελειώνει εδώ (κι ίσως να μην τελειώνει και ποτέ) γιατί, την άλλη άνοιξη, μια παπαρούνα άνθισε επάνω σ’ ένα συννεφάκι…
Επιμύθιο Ι: Αν δεν σηκώνετε, πότε πότε, το βλέμμα σας στον ουρανό, υπάρχει κίνδυνος να χάσετε θαύματα που συμβαίνουν εκεί πάνω.
Επιμύθιο ΙΙ: Αν περπατάτε κοιτώντας συνεχεία ψηλά, υπάρχει κίνδυνος να πατήσετε κάποια παπαρούνα που θάλλει στο πεζοδρόμιό σας.

1. Να βρείτε κοινά σημεία και διαφορές ανάμεσα στην παπαρούνα του Μυριβήλη και του Χιόνη, τόσο στον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζονται τα λουλούδια από τους συγγραφείς όσο και στις αντιδράσεις (πραγματικές ή δυνητικές) αυτών που την ανακάλυψαν.
2. Υποθέστε πως ένα παιδάκι ή ένα σκυλάκι ανακαλύπτει την παπαρούνα στο πεζοδρόμιο της οδού Σταδίου στο αφήγημα του Χιόνη. Παρουσιάστε τις αντιδράσεις του και τα συναισθήματά του μέσα από την οπτική ενός παντογνώστη-αφηγητή


Σάββατο, 10 Φεβρουαρίου 2018

"Μπαζωμένα μυαλά "- Κριτήριο Αξιολόγησης

 Του Γιώργου Τζεδάκι  (20-11-17)

https://slpress.gr/koinonia/mpazomena-myala/ 

 Συνηθίζουμε να λέμε ότι το χειμώνα πνιγόμαστε και το καλοκαίρι καιγόμαστε. Ποιοι το λέμε; Όλοι. Όπως, επίσης, όλοι δεν κάνουμε απολύτως τίποτα για να σταματήσουμε πια να το λέμε. Πολίτες, πολιτικοί, δημόσιοι λειτουργοί πιασμένοι σ’ ένα γαϊτανάκι συνενοχής και αβελτηρίας συνεχίζουμε να κοιμόμαστε τον ύπνο του δικαίου. Κλείνουμε τα μάτια επί χρόνια κι όταν τ’ ανοίγουμε είναι, συνήθως, πολύ αργά. Και ω του θαύματος, μετά από την όποια καταστροφή, δεν ευθύνεται ποτέ κανείς!



Δεν βρίσκεται ένας πολιτικός να παραιτηθεί από ευθιξία, ή ένας δήμαρχος να αναλάβει την παραμικρή ευθύνη. Ούτε κάποιος δημόσιος λειτουργός να αποδεχθεί παραλείψεις. Αν όχι του ιδίου, έστω της υπηρεσίας του. Και φυσικά, δεν βρίσκεται ούτε ένας πολίτης που να παραδεχθεί πως σε κάτι έχει φταίξει. Αλίμονο, στη χώρα της φαιδράς πορτοκαλέας, ποτέ και κανείς δεν φταίει για τίποτα. Ή, μάλλον, για να είμαστε ακριβείς, αυτοί που φταίνε είναι μονίμως οι άλλοι και ποτέ εμείς!
Εδώ και δεκαετίες οι ίδιες αμαρτωλές και καταστροφικές ιστορίες. Οι πρωταγωνιστές γνωστοί και μη εξαιρετέοι:
  • Πολιτικοί και δήμαρχοι που για μια χούφτα ψήφους θυσίαζαν και θυσιάζουν όχι μόνο το δημόσιο συμφέρον, αλλά και τις ίδιες τις ζωές μας.
  • Ένα σύστημα δημόσιας διοίκησης με διεφθαρμένους ή απλά αδιάφορους υπαλλήλους, που αντί να λειτουργεί προς όφελος της χώρας και των πολιτών, λειτουργεί σαν κράτος εν κράτει.
  • Επιχειρηματίες, εργολάβοι, μηχανικοί και άλλοι «ευυπόληπτοι» συμπολίτες μας που πλούτισαν από δημόσια έργα, τα οποία, όμως, παρέδιδαν είτε ελαττωματικά, είτε ημιτελή. Και πάντα υπερκοστολογημένα.
  • Εμείς οι ίδιοι οι πολίτες, που χτίσαμε σε καμμένα δάση, δίπλα στη θάλασσα, πάνω σε μπαζωμένα ρέματα και όπου αλλού μας βόλευε και τώρα ζητάμε και τα ρέστα.
Αυτή είναι η ιστορία της συνενοχής μας, αλλά και η θλιβερή μας πραγματικότητα, που ενίοτε γίνεται και φονική. Και αντί να ψάχνουμε τους υπαίτιους των συμφορών που μας βρίσκουν, ας κοιταχτούμε, απλά, στον καθρέφτη.
Όλοι, όμως, ε… Όχι ζαβολιές!
ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ

Α.Να συντάξετε την περίληψη του κειμένου σε 80-100 λέξεις.

Β1. Να αναπτύξετε σε μια παράγραφο μια από τις τέσσερις επισημάνσεις που γίνονται από τον αρθρογράφο για το "τις πταίει;" αναφορικά με τις κακοτεχνίες και τις αυθαίρετες κατασκευές στην Ελλάδα.

Β2α).Με ποια συλλογιστική πορεία αναπτύσσεται η παράγραφος "Δε βρίσκεται ένας πολιτικός...ποτέ εμείς". Να τεκμηριώσετε την απάντησή σας.

B2β).Ποιον τρόπο και ποια μέσα πειθούς χρησιμοποιεί ο συγγραφέας στην πρώτη παράγραφο του κειμένου. Να δικαιολογήσετε την απάντησή σας με αναφορές στο κείμενο.

Β3. Να αποδώσετε τις υπογραμμισμένες με έντονα γράμματα φράσεις του κειμένου με άλλες που να έχουν παρόμοια σημασία.

Β4. Να γράψετε ένα αντώνυμο για καθεμία από τις υπογραμμισμένες λέξεις του κειμένου.

Γ. ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΛΟΓΟΥ
Με αφορμή τις τελευταίες πλημμύρες που έπληξαν την περιοχή σας να συντάξετε μια επιστολή προς το Δήμαρχο της πόλης σας, ως εκπρόσωπος του σχολείου σας, στην οποία θα καταθέτετε τους προβληματισμούς σας αναφορικά με την ανθρώπινη δραστηριότητα που επιδεινώνει το μέγεθος των φυσικών καταστροφών και θα προτείνετε τρόπους αρωγής των πληγέντων.  (500-600 λέξεις)

επιμέλεια ασκήσεων:Αγγελική Τανίδου

Τετάρτη, 7 Φεβρουαρίου 2018

Στο fractal...

Η γαστριμαργική ιστορία που γράφτηκε  πριν αρκετό καιρό με αφορμή τη "Μεταμόρφωση" του Κάφκα βρίσκεται στο 44ο τεύχος του ηλεκτρονικού περιοδικού FRACTAL






Τρίτη, 30 Ιανουαρίου 2018

SURVIVOR-αγώνας επιβίωσης από τον καναπέ

της Ευγενίας Σαρηγιαννίδη  –

 https://slpress.gr/koinonia/survivor-agwnas-epiviosis-apo-ton-kanape/

Είναι να αναρωτιέται κανείς πως μια κοινωνία που χάνει μέρα με τη μέρα, σε όλα τα επίπεδα (οικονομικό, πολιτικό, κοινωνικό, καθημερινότητας) τη δυνατότητα να επιβιώσει, συνεχίζει να παρακολουθεί μετά μανίας και τον δεύτερο κύκλο του τηλεπαιχνιδιού Survivor (επιβίωση). Ποια είναι τα στοιχεία εκείνα που καθιστούν ένα τέτοιο παιχνίδι τόσο δημοφιλές (σε απόλυτους αριθμούς), στην ελληνική κοινωνία;

Ένα τέτοιου είδους παιχνίδι παίζει θεατρικά με τα κοινωνικά τους συμπλέγματα. Αφενός με τίτλο αρκετά προκλητικό για την σημερινή ιστορική περίοδο, αφετέρου με μια εσωτερική-συμβολική οργάνωση που ακουμπά τα βαθύτερα συναισθήματα των Ελλήνων τηλεθεατών. Το εν λόγω reality αντανακλά περισσότερο την συνειδησιακή κατάσταση και τους τρόπους σκέψεις των τηλεθεατών του, παρά τους διαμορφώνει, όπως θα έλεγε μια παραδοσιακή επιχειρηματολογία για την σχέση των ΜΜΕ με την προπαγάνδα και την επιρροή.

Πέραν της περιγραφής των επιμέρους γεγονότων και συμβάντων, που συνδέονται άμεσα ή έμμεσα με την πολύπλευρη κρίση από την οποία διέρχεται η ελληνική κοινωνία, πρέπει να εξετάσουμε πιο προσεκτικά και τις εσωτερικές διασυνδέσεις μεταξύ των διάφορων αυτών πτυχών της κρίσης: Πως περνάμε επί παραδείγματι, από τα Big Brother στα Survivor.
Εικονική ανακούφιση

Για να ξαναέρθουμε στην επικαιρότητα του Survivor, τι είναι αυτό που μοιάζει να συν-κινεί τους τηλεθεατές μαζικά, ώστε να καθηλώνονται κάθε βράδυ στον πολυαγαπημένο καναπέ μπροστά στην τηλεόραση; Μήπως βλέποντας τα ψυχολογικά προβλήματα που δημιουργούν οι δύσκολες συνθήκες διαβίωσης στους συμμετέχοντες στο τηλεοπτικό Survivor, ανακουφίζονται σκεπτόμενοι πως υπάρχουν και χειρότερα; Άλλωστε, στο δικό τους καθημερινό survivor υπάρχει και ένας καναπές, υπάρχει και μια τηλεόραση και όλο και κάτι βρίσκεται ακόμα να τσιμπήσει κανείς, παρακολουθώντας την εκπομπή…

Μήπως, όπως ακούσαμε κάποιους να λένε, το Survivor ενώνει οικογένειες, αφού πλέον, όχι μόνον όλοι μαζί παρακολουθούν το ίδιο τηλεοπτικό πρόγραμμα, αλλά συζητούν και τα καθημερινά προβλήματα των παικτών; Μήπως ακόμα γιατί οι τηλεθεατές αρέσκονται στη φαντασίωση ότι ζουν ένα δράμα επιβίωσης δια των αντιπροσώπων τους παικτών, την ώρα που οι ίδιοι αδρανείς και παθητικοποιημένοι έχουν συνηθίσει προ πολλού το δικό τους survivor;



Ένα επιτυχημένο κοινωνιογράφημα

Μήπως, όμως, η επιτυχία του συγκεκριμένου παιχνιδιού έγκειται περισσότερο στην οργάνωση των ομάδων και την επιλογή των μελών που συμμετέχουν σε αυτές; Από το πρώτο Survivor το όνομα των ομάδων δημιουργούσε συνειρμούς: Οι «Μαχητές» και οι «Διάσημοι»! Χοντροκομμένος και μπακαλίστικος διαχωρισμός της ελληνικής κοινωνίας, που δεν παύει, όμως, να αποτελεί εξαιρετικά επιτυχημένο κοινωνιογράφημα.

Και οι δυο ομάδες μάχονται για τη νίκη: οι «Διάσημοι» που ήταν άσημοι, ώστε να μην δικαιούνται αυτομάτως τον τίτλο τους και οι «Μαχητές» (πρώην ανώνυμοι), που έγιναν επώνυμοι, δημοφιλείς και διάσημοι κατά τη διάρκεια του «αγώνα τους για την επιβίωση».

Οι «Διάσημοι-άσημοι» και οι «Μαχητές-επώνυμοι» συνιστούν, λοιπόν, τηλεοπτικές κατασκευές. Προσφέρονται στους Έλληνες τηλεθεατές για να εκτονώσουν το μένος, τη ζήλεια και την εμπάθεια τους προς εκείνους που κατάφεραν να «γίνουν κάτι» (ομάδα «Διασήμων»), όσο οι ίδιοι αισθάνονταν ότι παρέμεναν ένα «τίποτα». Ταυτοχρόνως, να εκδηλώσουν την συμπάθεια, την οικειότητα και την προτίμησή τους για τους ανθρώπους της διπλανής πόρτας που δίνουν σαν μαχητές τη μάχη τους, μπας και κερδίσουν κάποια χρήματα μαζί με πρόσκαιρη και σύντομη διασημότητα.

Πρόκειται συνεπώς για μια ακόμα τηλεοπτική εκδοχή του «άρτος και θεάματα», όχι πλέον της ρωμαϊκής, αλλά της δικής μας, μεταμοντέρνας εποχής. Εδώ, οι παίκτες, σαν σύγχρονοι μονομάχοι, αγωνίζονται «μέχρι θανάτου» για τη νίκη, ενώ ο τηλεοπτικός «όχλος» των «πληβείων» τους θαυμάζει και τους επευφημεί, όχι πια στις αρένες, αλλά μέσα από τα σαλόνια και τα κοινωνικά δίκτυα.

Όπως χαρακτηριστικά είχε αναφέρει ο δημοσιογράφος κ. Δανίκας στην εφημερίδα Πρώτο Θέμα: «Ο θεατής ταυτίζει την κατάστασή του με εκείνη των πρωταγωνιστών σ’ αυτό το reality show. Αισθάνεται δηλαδή ότι με νύχια και δόντια προσπαθεί να επιβιώσει σε συνθήκες ζούγκλας. Σαν να έχει «φυτευτεί» σε κάποια αχαρτογράφητη περιοχή. Όπου κανένας νόμος. Κανένας θεσμός. Καμία σύμβαση. Κανένα οργανωμένο κράτος. Κανείς μα κανείς δεν πρόκειται να σπεύσει να τον προστατεύσει. Μόνος εναντίον όλων. Μόνος ανάμεσα σε άγρια θηρία. Ο σώζων εαυτόν σωθήτω!»

Και συνεχίζει: «Όπως κάθε πρωτόγονου η κατάσταση, έτσι και η σημερινή. Κάτι να φάω. Κάτι να «πηδήξω». Κάπου να προφυλαχτώ. Και την οικογένειά μου να προστατέψω. Όλοι οι άλλοι εχθροί. Να με κλέψουν, να με «γδάρουν», να με καταστρέψουν, να με εξαφανίσουν. Ο νόμος της ζούγκλας. Σε όλο το μεγαλείο του!».

Η ναυτία ενός κόσμου που πολλαπλασιάζεται

Για να εκνευρίσουμε τους συνήθεις «αντιλαϊκιστές», θα πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι η πολιτική και κοινωνική ευθύνη για την επιλογή της ποιότητας των πολιτιστικών δράσεων, με τις οποίες διασκεδάζει, ξεκουράζεται, «επιμορφώνεται» ή ακόμα χειραγωγείται ιδεολογικά η ευρύτερη κοινή γνώμη, ανήκει αποκλειστικά στις εκάστοτε ελίτ. Ή στους εμπειρογνώμονες που επιλέγουν το περιεχόμενο και την αισθητική των παραπάνω δράσεων, σύμφωνα με τα δικά τους κριτήρια περί της εμπορικότητας, αλλά και περί του «χυδαίου χαρακτήρα» της λαϊκής αισθητικής.

Η εκ των υστέρων απαξίωση αυτών ακριβώς των προτιμήσεων και γενικότερα του λαϊκού γούστου από ορισμένους αφ’ υψηλού δημοσιογραφούντες συνήθως υποκρύπτει την εμπλοκή αυτών ακριβώς των κύκλων στην προηγούμενη σταδιακή απαξίωση των πιο παραδοσιακών λαϊκών αντιστάσεων. Απαξίωση που συνετελέσθη μέσω χυδαίων πολιτιστικών εξαμερικανισμών. Οι δήθεν ελίτ σήμερα ειρωνεύονται (δικαίως ίσως), το τηλεοπτικό κοινό των διάφορων survivor. Έχουν, όμως, ενεργό συμμετοχή στην ιστορική διαμόρφωση των παραπάνω προτιμήσεων του κοινού των τηλεσκουπιδιών.

Κλείνοντας, σχετικά με αυτό το υπερτροφικό κενό του σύγχρονου κόσμου του μαζικού θεάματος, που αποδομεί κάθε δυνατότητα σκέψης των πολιτών (κατά μείζονα λόγω κριτικής σκέψης), θα άξιζε να αναφέρουμε την άποψη του Baudrillard (1996) για όλες αυτές τις φούσκες που παράγουν αέρα κοπανιστό και αδράνεια.

Διαβάζουμε στο βιβλίο του «Η Διαφάνεια του Κακού» (εκδόσεις Εξάντας σ. 42): «Υπάρχει μια ιδιάζουσα ναυτία μέσα σε αυτήν την τεράστια ανωφέλεια. Η ναυτία ενός κόσμου που πολλαπλασιάζεται, γίνεται υπερτροφικός, αλλά δεν καταφέρνει να γεννήσει. Όλες αυτές οι μνήμες, όλα αυτά τα αρχεία, όλα αυτά τα συγκεντρωμένα τεκμήρια δεν καταφέρνουν να γεννήσουν μια ιδέα»…