Κυριακή, 10 Σεπτεμβρίου 2017

Ο χαρακτήρας των σύγχρονων Ελλήνων


Από την εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 17-12-2010


«Παρά τη σύνθετη προέλευσή τους, την ευρεία γεωγραφική εξάπλωσή τους και τα κοσμοπολίτικα ένστικτά τους, οι σύγχρονοι Έλληνες είναι ένας αξιοσημείωτα ομοιογενής λαός, αισθητά διαφορετικός κατά τον χαρακτήρα από τους γειτονικούς λαούς, ενωμένος από τον κοινό ενθουσιασμό για τους εθνικούς στόχους και βαθύτατα πεπεισμένος για την ανωτερότητά τους έναντι των άλλων εθνών. Ο ξεχωριστός χαρακτήρας τους, σε συνδυασμό με την παραδοσιακή τάση τους να αντιμετωπίζουν τους μη ελληνικούς πληθυσμούς ως βαρβάρους, αντισταθμίζει, στην πραγματικότητα, τη μεγάλη ενέργεια και τον ζήλο τους στην αφομοίωση άλλων φυλών. Η προνομιακή θέση που απέκτησαν στην Τουρκοκρατία, οφειλόμενη στον ανώτερο πολιτισμό τους, την ευελιξία τους, τον πλούτο τους και το μονοπώλιο της εκκλησιαστικής εξουσίας, θα τους επέτρεπαν πιθανώς να εξελληνίσουν μονίμως το μεγαλύτερο μέρος της Βαλκανικής, αν έδειχναν περισσότερη συμπάθεια προς τις άλλες χριστιανικά φυλές. [...] Ο έντονος πατριωτικός ζήλος των Ελλήνων είναι συγκρίσιμος με εκείνον των Ούγγρων. Δύναται να εκφυλισθεί σε αλαζονεία και δυσανεξία· ενίοτε τυφλώνει την κρίση τους και τους εμπλέκει σε απερίσκεπτα εγχειρήματα, αλλά παρ' όλα αυτά παρέχει την καλύτερη εγγύηση για την τελική επίτευξη των εθνικών στόχων τους. [...]

»Το πατριωτικό τους αίσθημα, δυστυχώς, υπόκειται στην εκμετάλλευση ιδιοτελών δημαγωγών και δημοσιογράφων, που ανταγωνίζονται στην υπερβολή των εθνικών αξιώσεων και στην κολακεία της εθνικής ματαιοδοξίας. Σε καμία άλλη χώρα το πάθος της πολιτικής δεν είναι τόσο έντονο. Παθιασμένες πολιτικές συζητήσεις δίνουν και παίρνουν στα καφενεία· οι εφημερίδες, που είναι εξαιρετικά πολυάριθμες και γενικώς μικρής αξίας, καταβροχθίζονται· και κάθε κυβερνητικό μέτρο επικρίνεται και αποδίδεται σε ιδιοτελή συμφέροντα. [...] Μεγάλο μέρος της ενέργειας του έθνους ξοδεύεται σε αυτό τον διαρκή πολιτικό πυρετό, εκτρέπεται από πρακτικούς στόχους και, ούτως ειπείν, εξαερώνεται με τα λόγια. Η ανεξαρτησία της γνώμης και η κριτική τείνουν προς την απειθαρχία του δημοσίου τομέα και έχει παρατηρηθεί ότι κάθε Ελληνας στρατιώτης είναι ένας στρατηγός και κάθε ναύτης ναύαρχος. Στη διάρκεια του πολέμου του 1897, νεαρός ανθυποπλοίαρχος τηλεγράφησε στον υπουργό Στρατιωτικών επικρίνοντας τον ναύαρχο του και η στάση του επαινέθηκε από διάφορες εφημερίδες. [...]


»Οι Έλληνες επιδεικνύουν μεγάλη πνευματική ζωντάνια· είναι έξυπνοι, ερευνητικοί, πνευματώδεις και επινοητικοί, αλλά αβαθείς. Η παρατεταμένη πνευματική προσπάθεια και η ακρίβεια δεν τους αρέσουν, η δε αποστροφή τους στη χειρωνακτική εργασία είναι περισσότερο εμφανής. Ακόμη και οι αγρότες είναι μετρίως εργατικοί· άφθονες ευκαιρίες ξεκούρασης προσφέρουν οι εκκλησιαστικές εορτές. Η επιθυμία της εκπαίδευσης είναι έντονη ακόμη και στα χαμηλότερα στρώματα· τα ρητορικά και λογοτεχνικά επιτεύγματα ασκούν μεγαλύτερη έλξη στην πλειονότητα από τα επιτεύγματα στα πεδία της σύγχρονης επιστήμης. Ο αριθμός των προσώπων που επιδιώκουν τη σταδιοδρομία στα επαγγέλματα του πνεύματος είναι υπερβολικός· σχηματίζουν ένα τμήμα της κοινωνίας που περισσεύει, ένα μορφωμένο προλεταριάτο, που προσκολλάται σε διάφορα κόμματα με την ελπίδα της κρατικής απασχόλησης και ξοδεύει την ύπαρξη του ασκόπως, περιφερόμενο στα καφενεία και τους δρόμους όταν το κόμμα τους είναι εκτός εξουσίας. [...]

»Τα ελαττώματα των Ελλήνων, σε μεγάλο βαθμό, πρέπει να αποδοθούν στη μακροχρόνια υποταγή τους σε ξένες φυλές. Η εξυπνάδα τους συχνά εκφυλίζεται σε πονηριά, η ευρηματικότητα τους σε ανειλικρίνεια, η φειδώ τους σε απληστία και η επινοητικότητά τους σε απάτη. Η ανεντιμότητα δεν είναι εθνικό ελάττωμα, αλλά πολλοί που δεν θα καταδέχονταν να κλέψουν δεν θα διστάσουν να καρπωθούν παράνομα κέρδη μέσω δολιότητας και παραπλάνησης. Πράγματι, η εξαπάτηση συχνά ασκείται ανώφελα για την απλή πνευματική ικανοποίηση που παρέχει. Στην οξύνοια των οικονομικών τους δοσοληψιών, οι Ελληνες παροιμιωδώς υπερτερούν των Εβραίων, αλλά υπολείπονται των Αρμενίων· η αξιοσημείωτη ικανότητά τους στις επιχειρήσεις ορισμένες φορές βλάπτεται από την κοντόφθαλμη προσέγγισή τους, που τους κάνει να επιδιώκουν το άμεσο κέρδος εις βάρος του μακροπρόθεσμου. Η ματαιοδοξία και ο εγωισμός τους, που σημειώνονται και από τους πιο ευνοϊκούς παρατηρητές, τους κάνει ζηλόφθονους, απαιτητικούς και ευάλωτους στην κολακεία. [...] Γενικώς, οι Ελληνες μπορεί να περιγραφούν ως ένας έξυπνος, φιλόδοξος και ευρηματικός λαός, ικανός για μεγάλες προσπάθειες και θυσίες, αλλά ελλιπής σε ορισμένα πιο στερεά χαρακτηριστικά που οδηγούν στη εθνική μεγαλοσύνη».

Τα παραπάνω, σχετικά με τον χαρακτήρα του Έλληνα, προέρχονται από την ενδέκατη έκδοση της εγκυκλοπαίδειας Brittanica του 1910. Ίσως κάποιους δυσαρεστήσουν, ενδέχεται άλλους να ικανοποιήσουν, ελπίζω όμως να βάλουν σε σκέψεις όσους τα διαβάσουν...



Αρνητικά χαρακτηριστικά των Νεοελλήνων
- Οι πολίτες στην Ελλάδα δεν αντιλαμβάνονται πάντοτε τη διασύνδεση ανάμεσα στην υγιή ανάπτυξη του κράτους και τη δική τους ευημερία.
- Οι Νεοέλληνες παραμένουν επίμονα απείθαρχοι, καθώς γνωρίζουν πως οι πολιτικοί θα υποχωρήσουν μπροστά στο ενδεχόμενο της λαϊκής δυσαρέσκειας και θα αλλάξουν όποιον νόμο δεν ευχαριστεί τους πολίτες.
- Οι Νεοέλληνες έχουν υιοθετήσει τη λογική της ήσσονος προσπάθειας και του κακώς εννοούμενου δημοσιοϋπαλληλικού τρόπου αντίληψης
- Οι Νεοέλληνες θεωρούν πως η «καλοπέραση» και ο πολυτελής ράθυμος βίος αποτελούν υπέρτατες αξίες
- Πολλοί Νεοέλληνες τείνουν να αποθεώνουν καθετί ξένο και να καταφεύγουν σ’ έναν άγονο μιμητισμό
- Κύριο χαρακτηριστικό των Νεοελλήνων που γίνεται ολοένα και πιο αισθητό είναι η τάση τους να ενδίδουν στον λαϊκισμό των πολιτικών 
- Οι Νεοέλληνες έχουν αφεθεί σ’ έναν τρόπο ζωής στον οποίο κυριαρχεί η ευκολία κι έχουν απομακρυνθεί από τις επιλογές εκείνες που οδηγούν στην πνευματική και ψυχική τους καλλιέργεια.
- Οι Νεοέλληνες έχουν αποκτήσει μια ιδιαιτέρως κακή νοοτροπία φθόνου απέναντι στους συνανθρώπους τους.
- Οι Νεοέλληνες εντυπωσιάζονται από το υψηλό βιοτικό επίπεδο άλλων λαών και επιθυμούν να έχουν ανάλογα προνόμια 
- Οι Έλληνες ταλανίζονται διαχρονικά από τη διχόνοια που τους αποτρέπει από το να συσπειρωθούν 

Θετικά χαρακτηριστικά των Νεοελλήνων
- Οι Νεοέλληνες, όπως αυτό αποδεικνύεται από τις συνεχείς διακρίσεις όσων σταδιοδρομούν σε χώρες του εξωτερικού, έχουν και τη δυνατότητα και τη θέληση να εργαστούν σκληρά και να επιτύχουν σημαντικά πράγματα, αρκεί να τους δοθεί η ευκαιρία να δράσουν σ’ ένα οργανωμένο περιβάλλον, το οποίο δεν μαστίζεται από τη γραφειοκρατία, την ελλιπή χρηματοδότηση και την απουσία υποδομών.

- Οι πολίτες στην Ελλάδα διατηρούν ακόμη, και παρά τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν καθημερινά, αυξημένο το αίσθημα του ανθρωπισμού και της φιλανθρωπίας.

- Οι πολίτες στην Ελλάδα, υπό την επίδραση πιθανώς του κλίματος, είναι άνθρωποι πρόσχαροι και κοινωνικοί

- Οι πολίτες στην Ελλάδα είναι δημιουργικοί κι εφευρετικοί∙ έχουν ανεπτυγμένη ευφυΐα και είναι ικανοί να προσαρμοστούν γρήγορα σε νέα δεδομένα.

- Οι πολίτες στην Ελλάδα αγαπούν βαθιά την ελευθερία τους, όπως και τη δημοκρατία. Κι είναι γι’ αυτό πρόθυμοι, όπως το έχουν αποδείξει αλλεπάλληλες φορές, ακόμη και να θυσιάσουν τη ζωή τους για να διασφαλίσουν την ανεξαρτησία της χώρας τους.


- Οι Έλληνες έχουν αυξημένο το θρησκευτικό αίσθημα και τιμούν σε μεγάλο βαθμό τις ηθικές ποιότητες του χριστιανισμού.

Το σχεδιάγραμμα που προηγείται αποτελεί μια σύντομη διασκευή ενός εκτεταμένου που μπορείτε να δείτε εδώ

Κυριακή, 3 Σεπτεμβρίου 2017

ΑΝΩΤΑΤΗ ΠΑΙΔΕΙΑ


ΟΙ ΣΠΟΥΔΕΣ ΩΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ
Για τα ελληνικά δεδομένα, το ερώτημα αν αξίζει να πάει κάποιος στο πανεπιστήμιο μοιάζει ρητορικό. Σε μια χώρα, όπου οι εισαγωγικές εξετάσεις για το πανεπιστήμιο αποτελούν σταθερή πηγή ειδησεογραφίας, αναλύσεων και σχολιασμών, είναι προφανές ότι υπάρχει ευρεία κοινωνική συναίνεση σχετικά με τη σημασία του γεγονότος καθεαυτού και την αξία της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης κατ΄ επέκταση. Είναι ενδεικτικό ότι τα αποτελέσματα, οι βάσεις, ακόμη και τα θέματα των εισαγωγικών εξετάσεων τροφοδοτούν εντυπωσιακά πρωτοσέλιδα στις εφημερίδες. Συνεπώς, η ελληνική κοινωνία έχει απαντήσει θετικά στο ερώτημα αν αξίζει να μπει κάποιος στο πανεπιστήμιο. Το ερώτημα που θα έπρεπε λοιπόν να τεθεί, αφορά όχι το αν αξίζει αλλά γιατί αξίζει- σωστότερα, γιατί υπάρχει η γενικευμένη πεποίθηση ότι αξίζει- να αποκτήσει κάποιος πανεπιστημιακή εκπαίδευση. 

Ωστόσο, η παρούσα συγκυρία νομιμοποιεί ένα παρόμοιο ερώτημα για δύο λόγους: Πρώτον, η οικονομική κρίση υπονομεύει το κύρος των πανεπιστημιακών πτυχίων, εφόσον αυτά δεν εξασφαλίζουν πλέον μια θέση στην αγορά εργασίας. Δεύτερον, η συστηματική απαξίωση του δημοσίου πανεπιστημίου τα τελευταία χρόνια μέσα από εικόνες καταστροφής και χάους επίσης διασαλεύει το κύρος της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης. Η διπλή αυτή αμφισβήτηση επιτείνεται εξάλλου από το γεγονός ότι, για την είσοδο στο πανεπιστήμιο, η ελληνική οικογένεια έχει επενδύσει σημαντικό χρηματικό ποσό και ο υποψήφιος ή η υποψήφια έχει καταναλώσει δυσανάλογα μεγάλο κόπο, σωματικό και ψυχικό. 
Παρά τη φαινομενική αντίφαση, η διάχυτη αμφισβήτηση δεν ακυρώνει την κατ΄ ουσίαν αξιοδότηση της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης. Αντίθετα, οφείλεται ακριβώς σε αυτήν. Δηλαδή, επειδή στο πανεπιστημιακό πτυχίο έχουν επενδυθεί πολύπλευρες προσδοκίες, δυσανάλογα υψηλές για κάποιους- στοιχείο που εξηγεί και τη χρηματική επένδυση- η απαξίωσή του οδηγεί σε σθεναρότερη κριτική και μεγαλύτερη απογοήτευση. Η επένδυση στην εκπαίδευση έχει συνδεθεί με την προσδοκία κοινωνικής ανόδου, ιδιαίτερα στα αγροτικά και στα μικροαστικά στρώματα. 
Πράγματι, από την ίδρυση του πρώτου πανεπιστημίου στην Αθήνα το 1837, η αξιοδότηση της εκπαίδευσης εν γένει και της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης ειδικότερα αποτέλεσε σταθερό χαρακτηριστικό της ελληνικής κοινωνίας. Ηδη, με τα κείμενα των ελλήνων διαφωτιστών και τα Συντάγματα της Ελληνικής Επανάστασης, είχε εμπεδωθεί η αντίληψη ότι η εκπαίδευση δεν πρέπει να αποτελεί προνόμιο των ολίγων, μιας κοινωνικής ελίτ, αλλά να είναι κοινό αγαθό και δικαίωμα όλων των μελών του έθνους. Σε αντίθεση με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες, στη διάρκεια του 19ου αιώνα, στην Ελλάδα δεν υπήρχε το οικονομικό φράγμα των διδάκτρων για τη δευτεροβάθμια και την πανεπιστημιακή εκπαίδευση, γεγονός που δημιουργούσε μια δυναμική κοινωνικής κινητικότητας. Το ιδεολογικό και το συμβολικό βάρος της εκπαίδευσης διαμορφώθηκε ήδη από εκείνη την περίοδο, με την παράλληλη απαξίωση της χειρωνακτικής εργασίας. 


Το όραμα ενός πανεπιστημιακού πτυχίου έγινε ακόμη πιο εφικτό την εποχή της Μεταπολίτευσης, με τις εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις που προωθούσαν τον εκδημοκρατισμό της εκπαίδευσης και τον γοργό πολλαπλασιασμό των πανεπιστημιακών σχολών (νέα πανεπιστήμια αλλά και «ανωτατοποιήσεις»). Η έλλειψη στρατηγικού σχεδιασμού στην ανάπτυξη και στην εξάπλωση των πανεπιστημιακών τμημάτων οδήγησε ωστόσο σε έναν ανορθολογικό πληθωρισμό πτυχίων που απονέμονταν μαζικά και που το κύρος τους υποβαθμιζόταν συνεχώς. Η υψηλή ανεργία των πτυχιούχων επιδείνωνε την εικόνα της «αναποτελεσματικότητας» της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης. 
Ομως το πρόβλημα βρίσκεται ακριβώς εκεί: στη νοούμενη «αποτελεσματικότητα». Γιατί η έννοια της «αποτελεσματικότητας» υπονομεύει την ουσιαστική αξία της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης ως ευρύτερης, επιστημονικής παιδείας, η οποία δυνάμει οδηγεί σε πολλαπλές επαγγελματικές επιλογές. Η κοινωνική επένδυση και το άγχος της ανεργίας έχουν όμως επιφέρει την ευθεία σύνδεση της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης με την επαγγελματική αποκατάσταση. Συνεπώς, αν το πτυχίο δεν έχει επαγγελματικό αντίκρισμα, απαξιώνεται συνολικά. Τι χρειάζεται λοιπόν το πτυχίο; 
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι μπορεί κάποιος να πετύχει επαγγελματικά χωρίς να έχει πανεπιστημιακή εκπαίδευση. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι μια κοινωνία δεν χρειάζεται όσο το δυνατόν περισσότερα μέλη της να έχουν κατακτήσει αυτή τη βαθμίδα παιδείας. Ολοι οι νέοι, ανεξάρτητα από την κοινωνική και τη γεωγραφική τους προέλευση ή το φύλο τους, θα πρέπει να έχουν το δικαίωμα για ελεύθερη πρόσβαση στην εκπαίδευση- και, βεβαίως, και στο πανεπιστήμιο. Το δικαίωμα αυτό δεν μπορεί να αναλωθεί σε μια στενά χρησιμοθηρική στόχευση, ούτε και να ακυρωθεί μέσω της συστηματικής απαξίωσης των πανεπιστημιακών σπουδών στην Ελλάδα. 

Η κυρία Χριστίνα Κουλούρη είναι καθηγήτρια Νεότερης Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου. (εφημερίδα "ΤΟ ΒΗΜΑ" 29-8-2010)
 

Παρασκευή, 1 Σεπτεμβρίου 2017

Ένα τραγούδι κι ένα ποίημα συν-διαλέγονται

  «Θα σπάσω κούπες για τα λόγια που ’πες
και ποτηράκια για τα πικρά λογάκια
άμαν, άμαν, άμαν, γίανιορουμ μπεν
άμαν, άμαν, άμαν, σέβιορουμ σεν
αχ, αχ, τσιφτετέλι
άμαν, άμαν, γιαλελέλι
Εχτές το βράδυ σ’ είδα στ’ όνειρό μου
πως είχες τα μαλλάκια σου ριγμένα στο λαιμό μου
άμαν, άμαν, άμαν, γίανιορουμ μπεν
άμαν, άμαν, άμαν, σέβιορουμ σεν
αχ, αχ, τσιφτετέλι
άμαν, άμαν, γιαλελέλι» 




Νίκος Κυριακίδης «Εψές το βράδυ σε είδα στ’ όνειρό μου»

Ο ποιητής επεξεργάζεται δημιουργικά το μικρασιατικό παραδοσιακό τραγούδι και ιδού το αποτέλεσμα:

Φωνή και ούτι
Αμάν!
Βγήκε κι αυτή η ανάσα...
μνήμες την έπνιγαν
πείσματα τη σπρώχναν,
ουλές την ομορφαίναν.
Έρωτες πόνου,
κρυφοί σαν
την ελπίδα
άγριοι
όπως κάθε σαρκοφάγου,
που συνήθως
πεινά.
Αμάν!
Κι απ’ εδώ και κάτω
δάκρυα βγαίνουν
Χασούρες
λάθη
γλύκα υγρή,
γι’ αυτό
«κοίτα με
κι από τη μέση
και χάμω»
Τσιφτετέλι,
επιτάφιος.

άσκηση δημιουργικής γραφής: προσπαθήστε, ακολουθώντας τη λογική του παραδείγματος, να μεταγράψετε στη μοντέρνα ποίηση ένα παραδοσιακό τραγούδι (ποντιακό, βλάχικο,κρητικό κλπ)