Σάββατο 26 Σεπτεμβρίου 2015

ΞΕΝΟΦΩΝΤΑ «ΕΛΛΗΝΙΚΑ» μετάφραση

Βιβλίο 2  κεφάλαιο 1  πργρφ.16-32

Μετάφραση

16.Οι Αθηναίοι, εξορμώντας από τη Σάμο, λεηλατούσαν τη χώρα του βασιλιά και έπλεαν εναντίον της Χίου και της Εφέσου και προετοιμάζονταν για τη ναυμαχία, και εξέλεξαν επιπλέον ως στρατηγούς, κοντά σ’ αυτούς που υπήρχαν, τον Μένανδρο, τον Τυδέα και τον Κηφισόδοτο.
17.Ο Λύσανδρος απέπλευσε από τη Ρόδο για τον Ελλήσποντο απ’ τα παράλια της Ιωνίας για ( να εμποδίσει) τον απόπλου των πλοίων και για (να υποτάξει) τις πόλεις που είχαν αποστατήσει απ’ αυτούς. Και οι Αθηναίοι έβγαιναν απ’ το λιμάνι της Χίου στην ανοιχτή θάλασσα, γιατί η Ασία ήταν εχθρική σ’ αυτούς.
18.Ο Λύσανδρος έπλεε παραλιακά απ’ την Άβυδο προς τη Λάμψακο που ήταν σύμμαχος των Αθηναίων και οι Αβυδινοί και οι άλλοι έφτασαν πεζοπορώντας αρχηγός τους ήταν ο Θώρακας ο Λακεδαιμόνιος
19.Και αφού έκαναν επίθεση στην πόλη, την κυρίεψαν με έφοδο και την λεηλάτησαν οι στρατιώτες μια και ήταν πλούσια και γεμάτη κρασί, σιτάρι και άλλα εφόδια όμως όλους τους πολίτες ο Λύσανδρος τους άφησε ελεύθερους
20.Οι Αθηναίοι που τους ακολουθούσαν, πλέοντας από κοντά, αγκυροβόλησαν στον Ελαιούντα της Χερσονήσου με 180 πλοία. Εκεί, την ώρα που γευμάτιζαν, πληροφορήθηκαν τα γεγονότα στη Λάμψακο και αμέσως ανοίχτηκαν για τη Σηστό
21.Από κει, αφού εφοδιάστηκαν με τρόφιμα, έπλευσαν αμέσως για τους Αιγός Ποταμούς, απέναντι απ’ τη Λάμψακο εκεί ο Ελλήσποντος είχε μήκος 15 στάδια. Εκεί λοιπόν έπαιρναν το δείπνο τους.
22.Ο Λύσανδρος την επόμενη νύχτα, όταν ξημέρωνε, έδωσε σήμα να μπουν στα πλοία, αφού προγευματίσουν και αφού ετοίμασε τα πάντα σα για ναυμαχία και τοποθετούσε στα πλάγια των πλοίων παραπετάσματα, προειδοποίησε να μην κινηθεί κανείς απ’ την παράταξη και να μην ανοιχτεί στο πέλαγος.
23.Οι Αθηναίοι ταυτόχρονα με την ανατολή του ήλιου παρατάχτηκαν κατά μέτωπο μπροστά στο λιμάνι σα για ναυμαχία. Επειδή όμως ο Λύσανδρος δεν έβγαλε τα πλοία για να τους αντιμετωπίσει- ήταν άλλωστε αργά- γύρισαν πάλι στους Αιγός Ποταμούς.
24.Τότε ο Λύσανδρος διέταξε στα πιο γρήγορα πλοία να ακολουθούν τους Αθηναίους και, αφού παρατηρήσουν τι κάνουν αφού αποβιβαστούν στην ξηρά, να αποπλεύσουν και να του το ανακοινώσουν. Και δεν αποβίβασε από τα πλοία τους στρατιώτες, παρά μόνο αφού επέστρεψαν αυτά (τα γρήγορα πλοία).Αυτά έκανε για τέσσερις μέρες και οι Αθηναίοι έβγαιναν στην ανοιχτή θάλασσα.
25.Ο Αλκιβιάδης, όταν παρατήρησε από τα τείχη ότι οι Αθηναίοι είχαν αγκυροβολήσει στην αμμώδη παραλία και δεν ήταν κοντά σε καμία πόλη και αναζητούσαν τα εφόδια από τη Σηστό, που απείχε 15 στάδια από τα πλοία,  ενώ οι εχθροί ήταν σε λιμάνι και είχαν τα πάντα κοντά σε πόλη, τους είπε ότι δεν είχαν αγκυροβολήσει σε καλό μέρος αλλά τους συμβούλεψε να μετακινηθούν στη Σηστό κοντά και σε λιμάνι και σε πόλη. «Αν είστε εκεί» είπε «θα ναυμαχήσετε, όταν το θελήσετε».
26.Οι στρατηγοί όμως, και προπάντων ο Τυδέας και ο Μένανδρος, τον διέταξαν να φύγει, γιατί τώρα ήταν οι ίδιοι στρατηγοί και όχι εκείνος. Έτσι ο Αλκιβιάδης σηκώθηκε και έφυγε.


27.Ο Λύσανδρος την πέμπτη μέρα, αφότου οι Αθηναίοι έπλεαν εναντίον του, διέταξε αυτούς που κατασκόπευαν τους Αθηναίους σύμφωνα με τη διαταγή του, όταν δουν αυτούς να έχουν αποβιβαστεί και να είναι σκορπισμένοι στη Χερσόνησο (πράγμα που συνήθιζαν να κάνουν κάθε μέρα όλο και πιο πολύ, γιατί και τα τρόφιμα τ’ αγόραζαν από μακριά και περιφρονούσαν βέβαια το Λύσανδρο, επειδή δεν έβγαινε απ’ το λιμάνι) να επιστρέψουν με τα πλοία τους προς αυτόν και να υψώσουν μια ασπίδα στο μέσο της διαδρομής. Και εκείνοι έκαναν αυτά όπως τους πρόσταξε.
28.Τότε ο Λύσανδρος έδωσε σήμα να ξεκινήσει ο στόλος το γρηγορότερο πήγαινε μαζί τους και ο Θώρακας, έχοντας το πεζικό. Ο Κόνων, μόλις είδε την επιθετική κίνηση των εχθρών, έδωσε σήμα να τρέξουν αμέσως στα πλοία. Επειδή όμως οι άνθρωποι είχαν διασκορπιστεί, άλλα πλοία βρέθηκαν με δυο σειρές κωπηλάτες, άλλα με μια σειρά και άλλα εντελώς άδεια. Το πλοίο του Κόνωνα και άλλα 7 που ήταν κοντά του βγήκαν στ’ ανοιχτά, μαζί και η Πάραλος, ενώ όλα τα άλλα τα κατέλαβε ο Λύσανδρος στην ακτή. Τους περισσότερους άνδρες τους αιχμαλώτισε στην ακτή μερικοί κατέφυγαν στα μικρά οχυρά.
29.Ο Κόνων, ενώ έφευγε με τα 9 πλοία, μόλις κατάλαβε ότι οι Αθηναίοι είχαν καταστραφεί, αφού προσορμίστηκε στην Αβαρνίδα, το ακρωτήρι της Λαμψάκου, πήρε από κει τα μεγάλα πανιά των πλοίων του Λυσάνδρου και ο ίδιος με τα 8 πλοία έπλευσε για τον Ευαγόρα στην Κύπρο, ενώ η Πάραλος (έπλεε) προς την Αθήνα, για να αναγγείλει τα γεγονότα.
30.Ο Λύσανδρος μετέφερε στη Λάμψακο τα πλοία, τους αιχμαλώτους και κάθε είδους λάφυρα και συνέλαβε και μερικούς άλλους στρατηγούς και ανάμεσα τους το Φιλοκλή και τον Αδείμαντο. Την ίδια μέρα που κατόρθωσε αυτά, έστειλε στη Σπάρτη το Θεόπομπο, το Μιλήσιο πειρατή, για να αναγγείλει τα γεγονότα, ο οποίος, αφού έφτασε μετά από τρεις μέρες, τα ανακοίνωσε.
31.Μετά απ’ αυτά ο Λύσανδρος, αφού συγκέντρωσε τους συμμάχους, τους είπε να αποφασίσουν για τους αιχμαλώτους. Εκεί λοιπόν διατυπώνονταν πολλές κατηγορίες για τους Αθηναίους και για εκείνα τα εγκλήματα του πολέμου και για όσα αποφάσισαν να κάνουν με ψηφοφορία, αν νικούσαν στη ναυμαχία, ότι  θα έκοβαν δηλ. το δεξί χέρι όλων όσων θα συλλαμβάνονταν ζωντανοί και ότι, όταν έπιασαν δυο τριήρεις, μια απ’ την Κόρινθο και μια απ’ την Άνδρο, πέταξαν όλους τους άνδρες απ’ αυτές στη θάλασσα .Ο Φιλοκλής ήταν ο στρατηγός των Αθηναίων που τους εξόντωσε.
32.Λέγονταν και πολλά άλλα και φάνηκε καλό σ’ αυτούς να σκοτώσουν από τους αιχμαλώτους όσους ήταν Αθηναίοι, εκτός απ’ τον Αδείμαντο, επειδή αυτός μόνος στην εκκλησία του δήμου ήταν αντίθετος στην απόφαση για το κόψιμο των χεριών κατηγορήθηκε όμως από μερικούς ότι πρόδωσε τα πλοία. Ο Λύσανδρος, αφού ρώτησε πρώτος το Φιλοκλή, ο οποίος πέταξε στη θάλασσα τους Ανδρίους και τους Κορινθίους, τι άξιζε να πάθει, αφού άρχισε πρώτος να παραβαίνει τους νόμους κατά των Ελλήνων, τον έσφαξε.

Παρασκευή 18 Σεπτεμβρίου 2015

Κατηγορούμενο (στο υποκείμενο και στο αντικείμενο) - θεωρία

Κατηγορούμενο του υποκειμένου


Κατηγορούμενο λέγεται το ουσιαστικό ή το επίθετο που προσδίδει μια ιδιότητα στο υποκείμενο ή το αντικείμενο δια μέσου του ρήματος. Ως κατηγορούμενο μπορεί να τεθεί επίσης οποιοσδήποτε ονοματικός τύπος, δηλαδή αντωνυμίες, αριθμητικά, μετοχές, απαρέμφατο, καθώς και δευτερεύουσες ονοματικές προτάσεις.
 π.χ. Ἡ πόλις φρούριον κατέστη. (ουσιαστικό)
 Τὸ λέγειν πράττειν ἐστίν. (απαρέμφατο)
 Το επίθετο-κατηγορούμενο συμφωνεί πάντα σε γένος, αριθμό και πτώση με τον όρο στον οποίο αναφέρεται, δηλαδή με το υποκείμενο ή το αντικείμενο. 
Σε αρκετές περιπτώσεις όμως, όταν το υποκείμενο είναι μια αφηρημένη ή γενική έννοια, το κατηγορούμενο βρίσκεται σε ουδέτερο γένος ενικού αριθμού, ανεξάρτητα από το γένος του υποκειμένου. Το ίδιο ισχύει και για το ουσιαστικο κατηγορούμενο.
π.χ. Ἡ μὲν φύσις ἐστὶν ἄτακτον.(= Η φύση είναι κάτι το απείθαρχο.)
Ἡ πόλις φρούριον κατέστη. (ουσιαστικό)
Τα ρήματα τα οποία συντάσσονται με κατηγορούμενο στο υποκείμενό τους λέγονται συνδετικά και είναι τα εξής:
--γίγνομαι, καθίσταμαι (= γίνομαι),  ὑπάρχω, ἔφυν (=γεννήθηκα), πέφυκα (= είμαι από τη φύση μου),
--ἀποβαίνω (= φαίνομαι), ἐκβαίνω (= γίνομαι)
--αἱροῦμαι (= εκλέγω, εκλέγομαι),  χειροτονῶ (= εκλέγω με ανάταση του χεριού),  χειροτονοῦμαι, λαγχάνω (= τυχαίνω),  ἀποδείκνυμι (= διορίζω, καθιστώ), ἀποδείκνυμαι
--καλοῦμαι, λέγομαι, ὀνομάζομαι, προσαγορεύομαι

Κατηγορούμενο του αντικειμένου
Ορισμένα ρήματα συντάσσονται με δύο αιτιατικές από τις οποίες η μια λειτουργεί ως αντικείμενο του ρήματος και η δεύτερη αιτιατική ως κατηγορούμενο της πρώτης. 

π.χ. Ἡ πόλις Ἀγησίλαον εἵλοντο 
βασιλέα.
(= Η πόλη τον Αγησίλαο εξέλεξε 
βασιλιά.)

Τέτοια ρήματα είναι: 


α) τα δοξαστικά ρήματα: 
νομίζω, ἡγοῦμαι (= νομίζω), κρίνω, ὑπολαμβάνω, φαίνομαι, δοκῶ.

β) τα κλητικά ρήματα: καλῶ, λέγω, ὀνομάζω, προσαγορεύω (= ονομάζω).
πηγή: study4exams


Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2015

Ερωτήσεις εισαγωγής στον Ξενοφώντα

Στο ιστολόγιο του Κ. Μάντη μπορείτε να βρείτε αποδελτιωμένες τις ερωτήσεις της τράπεζας για την εισαγωγή στον Ξενοφώντα με τις απαντήσεις τους. Έχει κάνει ομολογουμένως πολύ καλή δουλειά και είναι μια βάση, για να ξεκινήσετε συστηματικά το διάβασμά σας. Το υλικό μπορείτε να δείτε εδώ. Καλή αρχή!


Τρίτη 18 Αυγούστου 2015

Στην ουρά...

Ένα διήγημα γραμμένο με αφορμή τα πρόσφατα γεγονότα της πολιτικής επικαιρότητας

ΣΤΗΝ ΟΥΡΑ
της Αγγελικής Τανίδου

-Δεν έχει άλλα εικοσάευρα. Μόνο πενηντάρικα βγάζει το μηχάνημα.
-Ας είναι… είπαν μερικοί χαμογελώντας.
Κοίτα που φτάσαμε, σκέφτηκε. Να είμαστε κι ευχαριστημένοι που θα πάρουμε πενήντα ευρώ. Από τα χρήματά μας!
Και περίμενε υπομονετικά τη σειρά του.


Ο Νίκος, πατημένα ογδόντα πια, ξυπνούσε κάθε μέρα κατά τις πέντε. Που να του κολλήσει ύπνος, μόλις έβλεπε την πρώτη αχτίδα του ήλιου.  Το χειμώνα βέβαια χουζούρευε λίγο παραπάνω αλλά το καλοκαίρι ήταν όρθιος μαζί με τα κοκόρια. Δυσεύρετο είδος στην πόλη τα κοκόρια.  Σηκωνόταν λοιπόν, πλενόταν με κρύο νερό να καθαρίσει  το κεφάλι από τα όνειρα και τις έγνοιες της νύχτας και έφτιαχνε το καφεδάκι του. Καθόταν στη βεράντα τα καλοκαίρια, και το απολάμβανε στη πρωινή ησυχία.
Η κατάσταση στη χώρα ήταν δύσκολη. Οικονομική κρίση, προβλήματα ρευστότητας, έλεγχος από τη Ευρώπη, επανειλημμένες διασκέψεις για να βρεθεί  λύση  με το χρέος. Είπε να ανοίξει την τηλεόραση να δει τις ενημερωτικές εκπομπές.  Όμως το δημοψήφισμα δεν το περίμενε. Κόντεψε να του φύγει το φλιτζάνι από το χέρι. Να αποφασίσει λέει ο λαός για το μέλλον μας στην Ευρώπη.
 Είχε κοιμηθεί νωρίς το προηγούμενο βράδυ και δεν πρόλαβε το διάγγελμα του πρωθυπουργού. Θυμήθηκε το  δημοψήφισμα του 1974, όταν θα αποφάσιζαν για το  βασιλιά.
Ο πατέρας του, βασιλικός μέχρι κόκαλο,  του ζάλιζε κάθε μέρα το κεφάλι μην πάει και κάνει καμιά κουτουράδα και ψηφίσει αβασίλευτη δημοκρατία. Με αυτά τα φιλελεύθερα  που του αράδιαζε δεν ήταν και πολύ σίγουρος για το γιο του. Τη μάνα, της είχε δώσει ήδη το ψηφοδέλτιο έτοιμο στο φακελάκι. Της είπε και το ανέκδοτο,  μη μπερδευτεί και το φυλάξει. Αυτό το ανέκδοτο- τι ανέκδοτο, πραγματικό γεγονός ήταν- μας το έλεγε κάθε φορά που είχαμε εκλογές.
Ο παππούς του έκανε αγώνα τότε στις εκλογές με την Ένωση Κέντρου, για να μαζέψει ψήφους το κόμμα. Είχε δώσει λοιπόν σε μια γειτόνισσα το σταυρωμένο ψηφοδέλτιο και της είπε να το φυλάξει μην το χάσει ως την Κυριακή. Όταν την είδε το πρωί της Δευτέρας στο δρόμο και τη ρώτησε αν το έριξε στην κάλπη, εκείνη με περισσή αφέλεια του απάντησε:
-Τι λες, κυρ Γιώργο; Εδώ στον κόρφο το ’χω. Δε μου είπες να το φυλάξω;
 Άρχισε να κάνει ζάπινγκ ανήσυχος. Συγκεχυμένες πληροφορίες ερχόταν από παντού. Δε θα πληρωθούν οι μισθοί και οι συντάξεις, θα γίνει κούρεμα καταθέσεων, δε θα ανοίξουν οι τράπεζες τη Δευτέρα… . Κι αυτοί οι δημοσιογράφοι τα παραφουσκώνουν λίγο τα πράματα, σκέφτηκε.
Άλλαξε κανάλι. Κι εκεί τα ίδια. Η κατάσταση ήταν σοβαρή. Ήπιε δυο γουλιές καφέ. Αν είχε τσιγάρο, σίγουρα θα άναβε ένα, κι ας του το ΄χε απαγορέψει ο γιατρός. Έκλεισε την τηλεόραση εκνευρισμένος.
Ντύθηκε βιαστικά και πήρε τα κλειδιά της εξώπορτας. Η γυναίκα του, μόλις είχε ξυπνήσει.
-Την άλλη Κυριακή έχουμε δημοψήφισμα της είπε κι έκλεισε πίσω του την πόρτα, αφήνοντας την μετέωρη.
Κάλεσε το ασανσέρ από τον 4ο και μόλις βγήκε από την πολυκατοικία πήρε μια βαθειά ανάσα. Περπατούσε προσεκτικά. Το χειμώνα είχε γλιστρήσει στο πεζοδρόμιο και ταλαιπωρήθηκε τρεις μήνες με ένα σπασμένο χέρι, μέχρι να συνέλθει. Τάχυνε λίγο το βήμα του και μόλις έστριψε στη γωνία είδε γύρω στο είκοσι άτομα να περιμένουν στο ΑΤΜ,  για να βγάλουν χρήματα.
Δεν έδωσε και πολύ σημασία. Σιγά μη στεκόταν στην ουρά. Εξάλλου πάντοτε φρόντιζε να έχει λίγα χρήματα στο σπίτι για ώρα ανάγκης. Μεγάλοι άνθρωποι ήταν κι αυτός και η γυναίκα του. Ένιωθε ασφάλεια μ΄ ένα κομπόδεμα.
Στο φούρνο δεν είχε πολύ κόσμο. Ήταν πρωί ακόμα. Πήρε το ψωμί και δυο κουλούρια. Μπήκε και στο σούπερ-μάρκετ για το γάλα και τα γιαουρτάκια της κυρίας Ευδοκίας. Πρόσεξε την ημερομηνία λήξης, τα έβαλε στο καλάθι και κατευθύνθηκε στο ταμείο. Δυο κυρίες περίμεναν με τα καρότσια τους  να ξεχειλίζουν τρόφιμα. Ζυμαρικά, όσπρια, κονσέρβες, σάλτσες, αλεύρι…
-          Τι έγινε κορίτσια; Πόλεμο έχουμε;
-          Τηλεόραση δε βλέπετε; πετάχτηκε η μια.
-          Από βδομάδα θα μας δίνουν χρήματα με το σταγονόμετρο, συμπλήρωσε η άλλη.
Έμεινε προβληματισμένος. Πανικός με το παραμικρό! Αυτή η νέα γενιά, στην ιδέα και μόνο ότι μπορεί να δυσκολευτεί, τρομάζει. Που να ζούσε πολέμους, πείνα, εμφύλιο, σκέφτηκε ο Νίκος. Πλήρωσε τα ψώνια του και ξεκίνησε για το σπίτι. Η ουρά στην τράπεζα είχε φτάσει μέχρι την επόμενη γωνία. Προσπέρασε πάλι και κατευθύνθηκε προς το σπίτι.
Δεν πρόλαβε να βάλει τα κλειδιά στην πόρτα και άκουσε τη γυναίκα του να μιλάει μεγαλόφωνα στο τηλέφωνο. Το έκλεισε βιαστικά.
                -Τα παιδιά ανησυχούν αν έχουμε χρήματα στο σπίτι. Να πάμε λέει να πάρουμε τα φάρμακά μας για ένα μήνα τουλάχιστον. Και κάναμε βλακεία, είπαν, που δε βγάλαμε μια κάρτα και τώρα θα στήνεσαι στην ουρά για τη σύνταξη. Και τις οικονομίες μας, θα μας τις φάνε οι τράπεζες… Ούτε για τις κηδείες μας δε θα έχουμε…
                -Τελείωσες κυρία Ευδοκία με το λογύδριο; Άσε με τώρα λιγάκι στην ησυχία μου και κλείσε και την τηλεόραση που την έχεις στη διαπασών.
Πήγε στην κουζίνα κι έψησε ένα δεύτερο καφέ. Έβγαλε τα τσιγάρα που αγόρασε από το περίπτερο κι άναψε ένα. Αν η Ευδοκία τολμούσε να του πει καμιά κουβέντα, θα της τα έφερνε στο κεφάλι.  Εκείνη, για μεγάλη του έκπληξη, μόλις τον είδε με το τσιγάρο στο χέρι, πήγε στο σαλόνι να φέρει ένα τασάκι. Από τα καλά της. Δεν είπε λέξη. Μετά από τόσα χρόνια συνύπαρξης ζυμώνονται οι άνθρωποι και δε  χρειάζεται να λένε πολλά. Επικοινωνούν με τα μάτια, με το νου, με την καρδιά. Τον άφησε πάλι μόνο του, όπως της το ζήτησε.
Στην ουρά για εξήντα ευρώ, σκέφτηκε. Έτσι όπως τα καταφέραμε… Μετά την κατοχή είχαν την ΟΥΝΡΑ, που έστελνε βοήθεια στους εξαθλιωμένους Έλληνες.  Στην αυλή του σχολείου με τα ξυπόλητα πιτσιρίκια να περιμένουν με τα τενεκεδένια σουπιεράκια τους στη σειρά να πάρουν από μια κουταλιά κρέμα ή γάλα κακάο που το έφτιαχναν με σκόνη λέει , όχι με αληθινό γάλα.
 -Σα μπουγαδόνερο, έλεγε ο παππούς.
Και πόσες ιστορίες ακόμα δεν άκουσε από τη γιαγιά του, όταν ήρθαν πρόσφυγες από τη Μικρασία  μετά την καταστροφή. Στη σειρά για να μπούνε στα πλοία, στη σειρά για μια θέση στους καταυλισμούς προσφύγων, στη σειρά για να πάρουν ρούχα και κουβέρτες από τον Ερυθρό Σταυρό. Κι αργότερα στη σειρά για την προσευχή στο σχολείο και για το συσσίτιο στο στρατό… Μόνο στον άλλο κόσμο πας κατά προτεραιότητα και με τη διαδικασία του κατεπείγοντος.
-Τόσες φορές  στη σειρά και σε σειρά ακόμα δε μπήκαμε, σκέφτηκε μελαγχολικά ο Νίκος.

Παράτησε και το δεύτερο καφέ μισοτελειωμένο και  πήγε να σταθεί για μια φορά ακόμα στην ουρά…