Παρασκευή, 7 Οκτωβρίου 2011

Η ποιητική γλώσσα του Σολωμού

Ο Ν. Βαγενάς αναλύει τη συμβολή του εθνικού μας ποιητή στη διαμόρφωση μιας κοινής νεοελληνικής ποιητικής γλώσσας μέσα από το πλήθος των γλωσσικών τάσεων και προτάσεων που προβάλλονταν εκείνη την εποχή

Το επίτευγμα του Σολωμού

Στο τελευταίο κείμενό μου στο «Βήμα» (29 Νοεμβρίου 1998) είχα υποστηρίξει ότι, αν θέλουμε να δούμε καθαρότερα τη φύση της ποιητικής προσπάθειας του Σολωμού, θα πρέπει να απομακρυνθούμε από τις στερεότυπες εικόνες του επτανησιακού και του αθηναϊκού λογοτεχνικού τοπίου της εποχής του, οι οποίες μας έχουν παραδοθεί από την ηρωική εποχή του δημοτικισμού, να προσδιορίσουμε με μεγαλύτερη ακρίβεια τα επτανησιακά λογοτεχνικά και εν γένει γραμματειακά συμφραζόμενα της σολωμικής ποίησης, και να δούμε αυτά τα συμφραζόμενα μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο των ελληνικών συμφραζομένων τους. Μια τέτοια εξέταση θα μας βοηθήσει να καταλάβουμε ότι ο Σολωμός όχι μόνο δεν αποτελούσε για τους Επτανησίους τη μοναδική πηγή ποιητικής αλήθειας, όπως πιστεύεται, αλλά και ότι, ως πηγή αλήθειας, τους ήταν άγνωστος κατά το ωριμότερο και ουσιαστικότερο μέρος του έργου του. Θα μας παροτρύνει, ακόμη, να κοιτάξουμε προσεκτικότερα τις σχέσεις του Σολωμού με τους ποιητές του κύκλου του, εκείνους που είχαν ή που μπορούσαν να έχουν πρόσβαση στο άδηλο για τους λοιπούς εγχείρημα των μειζόνων ποιητικών συνθέσεών του (Ο Κρητικός, Οι ελεύθεροι πολιορκημένοι, Ο Πόρφυρας). Το νόημα της γνωστής επιστολής του στον Τερτσέτη (1833) είναι προφανές, ώστε να μη χρειάζεται να το περιγράψουμε εδώ. Αυτό που μπορούμε να πούμε μελετώντας τους στίχους των ποιητών του σολωμικού κύκλου είναι ότι ούτε και αυτοί μπόρεσαν να έρθουν σε γόνιμη επαφή με το νόημα της σολωμικής τέχνης. Τον Σολωμό δεν μπόρεσαν να τον καταλάβουν, ή τουλάχιστον να ωφεληθούν ουσιαστικά από αυτόν, ούτε οι μαθητές του. Διαφορετικά, θα είχαν δώσει έργα σημαντικότερα, διαμορφωμένα και από τα βαθύτερα στοιχεία του διδάγματός του.

Κοιτάζοντας σήμερα τα πράγματα με την οπτική καθαρότητα που μπορεί να μας προσφέρει η χρονική απόσταση, αντιλαμβανόμαστε ότι δεν θα μπορούσαν να ήταν αλλιώς. Ο Σολωμός ήταν μια ποιητική μεγαλοφυΐα, από εκείνα τα σπάνια ποιητικά πνεύματα που, ενίοτε, υπερέχουν τόσο πολύ των συγχρόνων ομοτέχνων τους, ώστε αυτοί να μην μπορούν να τα ακολουθήσουν. Ετσι, ανέλαβε μόνος του και χωρίς ουσιαστική βοήθεια ένα τιτάνιο ποιητικό έργο, το οποίο ήταν έργο μιας ολόκληρης ποιητικής γενιάς: να διαμορφώσει μια κοινή νεοελληνική ποιητική γλώσσα μέσα από το πλήθος των γλωσσικών τάσεων και προτάσεων που κατετίθεντο εκείνη την εποχή. Το έργο αυτό έχει αρκετές αναλογίες με το γλωσσικό έργο που επετέλεσε η ποίηση της Κρητικής Ακμής, αλλά με δύο σημαντικές διαφορές:

1) Η κλίμακα της γλώσσας που είχαν να επεξεργαστούν οι ποιητές της Κρήτης ήταν τοπική, ενώ εκείνη του Σολωμού πανελλήνια· η διαμόρφωση της κρητικής ποιητικής γλώσσας, την οποία επέτυχαν οι ποιητές της Κρήτης, ήταν ευκολότερη, γιατί το υλικό που έπρεπε να «καθαριστεί» και να μορφοποιηθεί σε ομοιογενή ποιητική γλώσσα ήταν πολύ λιγότερο ετερόκλητο από το υλικό της ελληνικής γλώσσας της εποχής του Σολωμού, ο οποίος είχε να αντιμετωπίσει και τις κινούμενες στους αντίποδες της δικής του προσπάθειας θεσμοποιημένες γλωσσικές κατευθύνσεις του νέου κράτους.

2) Η εποχή της Κρητικής Ακμής διέθετε περισσότερους από έναν μεγάλους ποιητές (Κορνάρος, Χορτάτσης) και ελάσσονες αναλογικά σημαντικότερους από τους ελάσσονες σολωμικούς, ώστε να μπορούμε να πούμε ότι η ποιητική γλώσσα της ήταν αποτέλεσμα μιας μεγαλύτερης ποιητικής αλληλεγγύης. Ετσι, δεν θα πρέπει να μας παραξενεύει το γεγονός ότι ο Σολωμός δεν κατόρθωσε να ολοκληρώσει τις ποιητικές συνθέσεις της ωριμότητάς του.

Αλλά δεν ήταν μόνον οι αντικειμενικές συνθήκες που εμπόδισαν την ολοκλήρωση αυτών των συνθέσεων. Ηταν και μια προσωπική συντεταγμένη, που καθιστούσε το σολωμικό εγχείρημα ακόμη πιο δύσκολο. Και δεν εννοώ τις γλωσσικές ελλείψεις του ποιητή, τις οποίες ήταν αδύνατον να εξαλείψει πλήρως η επανασύνδεσή του με την ελληνική γλώσσα μετά την επάνοδό του από την Ιταλία (σε τελευταία ανάλυση, αυτές ενδέχεται να λειτουργούν ως ένα βαθμό και αντιστρόφως: να αποτελούν συγχρόνως, όπως στην περίπτωση του Κάλβου, και πηγή εκφραστικής γοητείας ­ βέβαια πολύ λιγότερο ορατή στον Σολωμό). Αναφέρομαι στην παράτολμη για την ελληνική γλωσσική διαμόρφωσή του προσπάθεια του Σολωμού να κάνει τραγικού (Ο Κρητικός, Ο Πόρφυρας) και επικοτραγικού περιεχομένου ποίηση (Οι ελεύθεροι πολιορκημένοι) με λυρική γλώσσα. Παρά την αποσπασματικότητα του έργου του, ο Σολωμός με τις συγχωνεύσεις του αυτές είναι ένας από τους ελάχιστους ευρωπαίους ποιητές της εποχής του που υλοποιούν πραγματικά ­ θέλω να πω: σε βάθος ­ το ρομαντικό όραμα της σύμμειξης των ποιητικών ειδών (μια παρόμοια ­ λυρικοτραγική ­ συγχώνευση επιτυγχάνει στην Ιταλία ο συνομήλικός του Λεοπάρντι) ­ και πιστεύω ότι από αυτή πηγάζει η μεγάλη καθαρότητα της σολωμικής γλώσσας. Η καθαρότητα της γλώσσας του Σολωμού, όπως άλλωστε και του Λεοπάρντι (και οι δύο χαρακτηρίστηκαν πρόδρομοι της γαλλικής «καθαρής ποίησης»), δεν είναι μεγαλύτερη από εκείνη άλλων λυρικών ποιητών της εποχής τους. Ωστόσο, δίνει την αίσθηση ότι είναι μεγαλύτερη, γιατί έχει μεγαλύτερο βάθος· γιατί ο σολωμικός λυρισμός, όπως και ο λεοπαρδικός, έχει βαρύτερο περιεχόμενο: εκφράζει συναισθήματα πυκνότερα και ασύμβατα με εκείνα του συνήθους λυρισμού.

Κι εδώ βρίσκεται η διαφορά του Σολωμού από τους ξενόγλωσσους ομοτέχνους του. Ενώ ο Λεοπάρντι είχε στη διάθεσή του μια καλλιεργημένη και σε σημαντικό βαθμό ομοιογενοποιημένη γλώσσα, ο Σολωμός έπρεπε να εργαστεί με το υλικό μιας ποιητικής γλώσσας πολύ λιγότερο πρόσφορης για την επίτευξη της σύμμειξης που επεδίωκε. Αυτό εννοούσε ο Σπ. Ζαμπέλιος όταν τον επέκρινε γιατί επιχείρησε να εκφράσει πράγματα τα οποία δεν του επέτρεπε η κατάσταση της ελληνικής γλώσσας εκείνη την εποχή.

Το βάρος του έργου που ανέλαβε ο Σολωμός ήταν τόσο ώστε η «συντριβή» του να μην είναι ανεξήγητη. Η μορφή των σωζομένων ποιημάτων του δεν οφείλεται τόσο στην εφαρμογή από τον ποιητή της ιδέας του ρομαντικού αποσπάσματος, όπως έχει ειπωθεί, όσο στη φύση του εγχειρήματός του (σε κανέναν ρομαντικό ποιητή η αποσπασματικότητα δεν έχει τη «συντριμματική» μορφή με την οποία εμφανίζεται στον Σολωμό). Ο Σολωμός υπέκυψε στις δυσκολίες του εγχειρήματός του, όμως κατόρθωσε, για να χρησιμοποιήσω μια μεταφορά του Σεφέρη, να βγάλει μέσα από τα γλωσσικά νεφελώματα της εποχής του ένα άστρο ­ για την ακρίβεια, κομμάτια ενός άστρου, τα οποία επρόκειτο να γίνουν ο κύριος οδηγητής και διαμορφωτής της κοινής ποιητικής γλώσσας μας και, ως εκ τούτου, ένας από τους κύριους διαμορφωτές της νεοελληνικής κοινής. Λέω επρόκειτο, γιατί χρειαζόταν χρόνος ώστε να μπορέσει να λειτουργήσει και σε βάθος το σολωμικό δίδαγμα.

Η επεξεργασία της ελληνικής ποιητικής γλώσσας που επετέλεσε ο Σολωμός ήταν τόσο βαθιά και τόσο λεπτή ώστε, αν είχε δημοσιεύσει τα αποσπάσματα των μεγάλων ποιημάτων του, η γλώσσα τους θα φαινόταν (και θα ήταν) τότε, όχι μόνο για τους Αθηναίους αλλά και για τους Επτανησίους, σε αισθητό βαθμό τεχνητή (πράγμα που θα έπρεπε να το ένιωθαν και οι άνθρωποι του κύκλου του, που γνώριζαν τα ποιήματά του). Επρεπε να ωριμάσουν οι συνθήκες και να διαμορφωθεί με την καθοδήγηση της γλώσσας των σολωμικών αποσπασμάτων η ελληνική κοινή ποιητική γλώσσα, για να μπορέσει η γλώσσα του Σολωμού, με μιαν ανεπαίσθητη όμως ισχυρή ανάδραση, την οποία η ίδια με σοφία προετοίμασε, να φυσικοποιηθεί πλήρως.

Ο κ. Νάσος Βαγενάς είναι καθηγητής της Θεωρίας και Κριτικής της Λογοτεχνίας στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών.

ΠΗΓΗ:εφημερίδα "το βήμα"

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου