Παρασκευή, 6 Ιουνίου 2014

Προτάσεις για τη διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών στο Γυμνάσιο

Δυο ενδιαφέροντα άρθρα του Γεράσιμου Μαρκαντωνάτου από την εφημερίδα "ΤΟ ΒΗΜΑ" για τη διδασκαλία των αρχαίων στο Γυμνάσιο (μήπως και βρεθεί τρόπος να τα αγαπήσουν οι μαθητές)

Έχουμε την πεποίθηση ότι ελάχιστοι συνέλληνες υπάρχουν ακόμη σήμερα που πιστεύουν ότι είναι δυνατό να κατακτηθεί η νεοελληνική μας γλώσσα από τις νέες γενιές της πατρίδας μας και να καρπίσει χωρίς την παράλληλη διδασκαλία στοιχείων της αρχαίας ελληνικής, κατά κύριο λόγο της αττικής διαλέκτου, στο γυμνάσιο. Γιατί, όπως έχει συχνά τονιστεί, αν περιχαρακωθεί η Νεοελληνική στη συγχρονική της διάσταση μόνο και αποξενωθεί από την αρχαία μητέρα και τροφό της - και γενικότερα από τη λόγια γλωσσική μας παράδοση -, είναι αναπότρεπτο να ατονήσει και βαθμηδόν να συρρικνωθεί σε εκδοχή αποστεωμένη και μονολιθική. Αφού θα έχει αποκοπεί από τον γραμματικοσυντακτικό μηχανισμό παραγωγής και σύνθεσης και από τις ετυμολογικές ρίζες, δηλαδή από τις ζείδωρες πηγές της, θα διδάσκεται αναποφεύκτως στατικά και ρηχά. Αυτό θα εξυπηρετεί βεβαίως τους χρήστες της ώστε να επικοινωνούν μεταξύ τους πληροφοριακά στον καθημερινό βίο, όχι όμως να αποδύονται σε επίτευξη σοβαρής γλωσσικής δημιουργίας, διότι δεν θα μπορούν να αντλούν υλικό από όλα τα κοιτάσματά της, να επωφελούνται από τις δυνατότητες και τον πλούτο της και έτσι να επιτυγχάνουν παραγωγή λόγου απαιτητικότερου και ποιοτικά ανώτερου.

Γράφαμε σε προηγούμενο άρθρο μας στο «Βήμα της Κυριακής» (23.6.2013), υπογραμμίζοντας το χρέος που έχουμε όλοι μας απέναντι στη γλώσσα μας, ότι από τα περίπου 200 ανώμαλα ρήματα της αττικής διαλέκτου όλα σχεδόν χρησιμοποιούνται συνθετικά ή παραγωγικά στη Νεοελληνική και μάλιστα ευρύτατα και συχνότατα. Ετσι, λ.χ., τα νεοελληνικά ρήματα «σέρνω», «πέφτω» και «στέκομαι» πολύ λίγο βοηθούν στη σύνθεση αν δεν προσφύγει κάποιος στα αντίστοιχά τους αρχαιοελληνικά ρήματα«σύρω», «πίπτω» και «ίσταμαι» (πβ. «απο-σύρω», «εκ-πίπτω», «προ-ΐσταμαι» κ.λπ.). Ούτε μπορούμε να διακρίνουμε την έννοια της λέξης λ.χ. «έξαρση» από την έννοια της λέξης «εξαίρεση» αν αγνοούμε την ετυμολογία τους: «εξ-αίρω», «εξ-αιρώ». Με τη γνώση μόνο των νεοελληνικών λέξεων λ.χ. «μάτι», «σιτάρι» και «σπίτι» δεν μπορούμε να αναγνωρίσουμε τη σημασία των επίσης νεοελληνικών λέξεων, λ.χ.: «οφθαλμίατρος», «σιτοβολώνας» και «οικότροφος», αν δεν γνωρίζουμε τις αντίστοιχες αρχαιοελληνικές λέξεις «οφθαλμός», «σίτος» και «οίκος». Εάν δεν κατέχουμε την έννοια των αρχαιοελληνικών επιρρημάτων «ευ» και «λάθρα», είναι αδύνατο να καταλάβουμε λέξεις όπως «ευάριθμος», «λαθραναγνώστης» κ.λπ.

Είναι ευνόητο επίσης ότι χωρίς να έλθουμε σε επαφή με την αρχαία ελληνική, που θα μας εξοικειώσει με τις παραγωγικές ρίζες της γλώσσας μας και θα μας καταστήσει ικανούς να συνάγουμε τη σημασία των λέξεων από την ετυμολογία τους (λ.χ., ανήκουστος < α στερ.+ακούω, ανήκεστος < α στερ.+ακέομαι=γιατρεύω), θα αντιμετωπίζουμε ολοένα και μεγαλύτερες δυσχέρειες στην κατανόηση κειμένων, ειδικότερα από τη λόγια γραμματεία μας (Παπαδιαμάντης, Βιζυηνός, Κάλβος, εκκλησιαστικά κείμενα κ.λπ.), με αποτέλεσμα αναρίθμητα έργα της γραπτής μας παράδοσης να καταστούν σχεδόν απροσπέλασταστους νέους μας. Έχουμε όμως το δικαίωμα να τους αποξενώσουμε από έναν τόσο μεγάλο και πολύτιμο πνευματικό θησαυρό του Έθνους και του λαού μας; Εξάλλου χωρίς αυτή τη γνώση η Νεοελληνική θα αντιμετωπίζει ανυπέρβλητες δυσκολίες στο να πλάθει νέες λέξεις που απαιτεί αδιάλειπτα η ζωή και, το χειρότερο, θα γίνεται ολοένα και πιο ευένδοτη στην αφόρητη πίεση των ξένων γλωσσών, ειδικότερα της Αγγλικής, και αναπότρεπτα θα αφελληνίζεται, γιατί οι χρήστες της δεν θα έχουν τη δυνατότητα να επινοούν τα ελληνολεκτικά ισοδύναμα των ξένων όρων, αφού θα είναι αποκομμένοι από τις αστείρευτες πηγές της μητέρας-γλώσσας.

Το ότι λοιπόν η διδασκαλία της αρχαίας Ελληνικής στο γυμνάσιο - που πρέπει να γίνεται παράλληλα και συμπληρωματικά με τη συστηματική διδασκαλία της Νεοελληνικής - κρίνεται απαραίτητη είναι νομίζουμε κάτι το αναμφισβήτητο. Εκεί όμως όπου υπάρχει όντως πρόβλημα είναι στα μέσα και στον τρόπο διδασκαλίας· στα Αναγνωσματάρια, δηλαδή, που πρέπει να εισαχθούν, καθώς και στη μέθοδο διδασκαλίας. Δυστυχώς και στους δύο αυτούς τομείς δεν έχουμε σημειώσει έως τώρα επιτυχίες. Γιατί και τα εγχειρίδια που είναι σήμερα σε χρήση, αλλά και τα προηγούμενα - στη συγγραφή των οποίων είχαμε κι εμείς συμμετάσχει -, καθώς και τα παλαιότερα, είναι, κατά την ταπεινή μας γνώμη, ακατάλληλα γι' αυτόν τον σκοπό· θα λέγαμε μάλιστα ότι, κατά ένα μεγάλο ποσοστό, σε αυτά οφείλεται η αποτυχία του μαθήματος και ιδιαίτερα η απέχθεια ενός αριθμού μαθητών προς αυτό. τα ίδια πρέπει να πούμε και για τις μεθόδους διδασκαλίας τις οποίες εφαρμόζουμε στη συγκεκριμένη περίπτωση, που είναι αναχρονιστικές και απρόσφορες. Αλλά για όλα αυτά ευελπιστούμε ότι θα μας δοθεί η ευκαιρία να μιλήσουμε εκτενέστερα σε κάποιο επόμενο άρθρο μας


Σε προηγούμενο άρθρο μας στο «Βήμα» της Κυριακής (27.4.2014), επιχειρηματολογώντας υπέρ της διδασκαλίας της αρχαίας ελληνικής γλώσσας στο γυμνάσιο, είχαμε επισημάνει ότι στο μάθημα αυτό, εκεί όπου όντως υπάρχει πρόβλημα, είναι στα αναγνωσματάρια, καθώς και στη μέθοδο διδασκαλίας. Και μάλιστα είχαμε τότε υπογραμμίσει ότι σε αυτά οφείλεται κατά ένα μεγάλο ποσοστό η τυχόν απέχθεια ενός αριθμού μαθητών προς το μάθημα αυτό, όπως συμβαίνει κάτι ανάλογο ίσως και για άλλα μαθήματα.  Στην προκειμένη περίπτωση φαίνεται αναμφίλεκτο ότι τα αναγνωσματάρια που χρησιμοποιήθηκαν στο παρελθόν, όπως και αυτά που χρησιμοποιούνται τώρα, είναι κατά κανόνα απρόσφορα για παιδιά 12-15 ετών: οι ενότητες που περιέχουν είναι αδικαιολόγητα πολυσέλιδες και υπερφορτωμένες με ύλη που πράγματι προξενεί ανία και κόπωση στους μικρούς μαθητές· τα κείμενα που περιλαμβάνουν είναι εκτενέστατα και σε πολλές περιπτώσεις δυσνόητα για παιδιά γυμνασίου - συνοδευόμενα από ένα σωρό λεξιλογικά και εξηγητικά σχόλια και, το χειρότερο, από ένα πλήθος γραμματικών και συντακτικών όρων, κανόνων, εξαιρέσεων και άλλων περιττών λεπτομερειών.  

Ωστόσο, αν λάβουμε υπόψη μας την ηλικία των μαθητών του γυμνασίου και συνεπώς τη μαθησιακή και προσληπτική ικανότητά τους, το βεβαρημένο καθημερινό πρόγραμμά τους τόσο από τα άλλα μαθήματα όσο και από τις πρόσθετες εξωσχολικές δραστηριότητές τους, οδηγούμαστε αβίαστα στο συμπέρασμα ότι τα εγχειρίδια αυτά επιβάλλεται να είναι ολιγοσέλιδα και ανάλαφρα, με περιεχόμενο σε γενικές γραμμές απλό, ευκολονόητο και όσο το δυνατόν περισσότερο ελκυστικό. Έτσι κάθε ενότητα δεν θα πρέπει να εκτείνεται πέραν των δύο ή το πολύ τριών σελίδων· τα κείμενα ευκταίο θα ήταν να μην είναι εκτενέστερα των τριών ως το πολύ πέντε στίχων και να πλαισιώνονται με συνοπτικό αλλά κατατοπιστικό εισαγωγικό σημείωμα και με τα απολύτως απαραίτητα λεξιλογικά και ερμηνευτικά στοιχεία. Τα μικροκείμενα αυτά, αυτούσια ή διασκευασμένα, σκόπιμο κρίνεται να προέρχονται από πεζά έργα της αττικής διαλέκτου - αφού, όπως προσφυέστατα έχει ειπωθεί, η διάλεκτος αυτή αποτελεί το αναντικατάστατο όχημα που έχει τη δυνατότητα να μας μεταφέρει σε όλες τις γλωσσικές περιοχές της Ελληνικής - και να είναι βατά και εύληπτα, με τη βοήθεια φυσικά του διδάσκοντος και των παρατιθέμενων σχολίων.  

Στη διδασκαλία των κειμένων θα πρέπει να αποφεύγεται η εφαρμοζόμενη συνήθως μέθοδος της κατά λέξη μετάφρασης και μάλιστα αφού προηγείται κατά κανόνα η πληκτική και εκνευριστική εκείνη συντακτική ανάλυση-ανατομία των περιόδων του κειμένου. Προτιμότερο θα ήταν να καλούνται οι μαθητές να αποδίδουν, με ελεύθερο τρόπο, το νόημα των περιόδων - αυτενεργώντας αβίαστα υπό την καθοδήγηση του διδάσκοντος και με τη βοήθεια των παρακείμενων ερμηνευτικών σχολίων. Κάποιες εύστοχες ερωτήσεις κατανόησης κάτω από τα κείμενα θα ήταν πολύ χρήσιμες σε αυτή την περίπτωση. Εκεί όμως όπου πρέπει να διατίθεται ο περισσότερος χρόνος και να δίνεται η μεγαλύτερη βαρύτητα δεν είναι ούτε η νοηματική απόδοση των κειμένων ούτε τα γραμματικά ή τα συντακτικά φαινόμενα - ειρήσθω εν παρόδω ότι από τη γραμματική και το συντακτικό της αττικής διαλέκτου πρέπει να διδάσκονται μόνο τα πιο βασικά και απαραίτητα στοιχεία - αλλά η ετυμολογική συσχέτιση των καινούργιων κάθε φορά λέξεων με τις συναφείς λέξεις της νέας ελληνικής. Γιατί το μάθημα αυτό στο γυμνάσιο παραμένει κατά βάση γλωσσικό, αφού ο κυριότερος στόχος του είναι να κατανοήσουν οι μαθητές ότι η νεοελληνική γλώσσα έχει τις ρίζες της στην αρχαία ελληνική και ότι αποτελεί εξέλιξη και συνέχειά της.

Θα δοκιμάσουν όντως πραγματική έκπληξη οι μαθητές όταν συνειδητοποιήσουν επί παραδείγματι ότι οι περίεργοι εκείνοι τύποι των διακοσίων περίπου ανώμαλων ρημάτων της αρχαίας ελληνικής - που δυσκολεύονται ομολογουμένως τόσο πολύ να απομνημονεύσουν - μέσω των μηχανισμών παραγωγής και σύνθεσης κυλούν σαν γάργαρο νερό στα χείλη τους τόσο στον προφορικό καθημερινό τους λόγο όσο και στα κείμενα που διαβάζουν. Έτσι θα δουν λόγου χάρη ότι οι λέξεις: βάση, βάθρο, βήμα || δια-βάτης, δια-βήτης, δύσ-βατος κ.ά. ανάγονται στο αρχαίο ανώμαλο ρήμα «βαίνω»· οι λέξεις: πήξη, πηκτός, πάγος || ναυ-πηγός, παρά-πηγμα, συμ-παγής κ.ά. ετυμολογούνται από το ρήμα «πήγνυμι» κ.ο.κ.

Ευνόητο είναι ότι όλη αυτή η διαδικασία θα εξοικειώσει τα παιδιά με τις παραγωγικές βάσεις της γλώσσας μας και θα τα καταστήσει ικανά όχι μόνο να συνάγουν τη σημασία των λέξεων από την ετυμολογία τους αλλά και να εμπλουτίζουν το λεξιλόγιό τους και πάνω απ' όλα να εκφράζονται με ακρίβεια, ευχέρεια και δημιουργικότητα στις ποικίλες μορφές της προφορικής και γραπτής τους επικοινωνίας. Αυτό άλλωστε είναι και ο πρωταρχικός στόχος της διδασκαλίας τόσο της νέας όσο και της αρχαίας ελληνικής στο γυμνάσιο.

Ο κ. Γεράσιμος Α. Μαρκαντωνάτος είναι διδάκτωρ Κλασικής Φιλολογίας - συγγραφέας


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου