Τρίτη, 14 Οκτωβρίου 2014

Η χρήση του άναρθρου και έναρθρου απαρεμφάτου

Α. Το άναρθρο απαρέμφατο διακρίνεται σε ειδικό και τελικό απαρέμφατο

α) Ειδικό απαρέμφατο
Απαντά σε κάθε χρόνο και δέχεται άρνηση «ο».
Ισοδυναμεί με δευτερεύουσα ειδική πρόταση και μεταφράζεται με «ότι» + οριστική του χρόνου που βρίσκεται.
Μπορεί να συνοδεύεται από το δυνητικό «ν».
Το ειδικό απαρέμφατο συντάσσεται με τις εξής κατηγορίες ρημάτων:
Λεκτικά: λέγω, φημί, μολογ, παγγέλλομαι (= υπόσχομαι), γγυμαι κ.ά.
π.χ. Τ
ν μν καλν κγαθν νδρα κα γυνακα εδαίμονα εναί φημι, τν δ δικον κα πονηρν θλιον.
Δοξαστικά: δοκ, λπίζω, γομαι, κρίνω, νομίζω, οομαι, πιστεύω, εκάζω, λογίζομαι, πολαμβάνω κ.ά.
π.χ. Πάντας
μς οομαι γιγνώσκειν.
Γνωστικά και αισθητικά: γιγνώσκω, ερίσκω (= διαπιστώνω), πυνθάνομαι (= πληροφορούμαι),
π.χ. Πυνθάνομαι γ
ρ ατν πολογήσασθαι τατα.
Απρόσωπα ρήματα και απρόσωπες εκφράσεις παρόμοιας σημασίας: δοκε, λέγεται, νομίζεται, γγέλλεται, λόγος στί, φανερόν στι κ.ά.
π.χ.
μολογεται τν πόλιν μν ρχαιοτάτην εναι.

β) Τελικό απαρέμφατο
Απαντά σε κάθε χρόνο εκτός από μέλλοντα και δέχεται άρνηση «μή».
Ισοδυναμεί με δευτερεύουσα τελική πρόταση και μεταφράζεται με «να» + υποτακτική του χρόνου που βρίσκεται.
Το τελικό απαρέμφατο συντάσσεται με τις εξής κατηγορίες ρημάτων:
Βουλητικά: βούλομαι, πιθυμ, εχομαι, ζητ, δέομαι, ξι, δέχομαι κ.ά.
π.χ. Μένων
βούλετο πλουτεν.
Προτρεπτικά και παραχωρητικά: κελεύω, κηρύττω, παραιν, προτρέπω, ἐῶ (= αφήνω) κ.ά.
π.χ. Πρόξενον παρ
νει ς τάχιστα παραγενέσθαι.
Απαγορευτικά: παγορεύω, ποτρέπω, κωλύω, εργω κ.ά.
π.χ.
κώλυσαν μς πελθεν.
Αποπειρατικά και δυνητικά: δύναμαι, πιχειρ, πειρμαι, τολμ κ.ά.
π.χ. Πειρ
ται πείθειν μς.
Ρήματα που σημαίνουν συνήθεια, σκέψη, απόφαση, απαίτηση, παράκληση ή δισταγμό: θίζω, βουλεύομαι, διανοομαι, μέλλω, ξι, κν, φοβομαι , σκοπ κ.ά.
π.χ.
ψηφίσαντο βοηθεν πανδημεί.
Απρόσωπα ρήματα και απρόσωπες εκφράσεις παρόμοιας σημασίας: νάγκη στί, δεινόν στι, καλς χει, οόν τ’ στι, δε, προσήκει, χρ κ.ά.
π.χ.
γαθος μν προσήκει εναι.

Β. Το άναρθρο απαρέμφατο μπορεί να χρησιμοποιηθεί στον λόγο ως
            Yποκείμενο σε απρόσωπα ρήματα και απρόσωπες εκφράσεις: 
π.χ. Χρ το βάρους μεταδιδόναι τος φίλοις.

            Aντικείμενο σε προσωπικά ρήματα: 
π.χ. κήρυξεν τος λλησι συσκευάζεσθαι.

            Kατηγορούμενο σε συνδετικά ρήματα, ιδιαίτερα σε άλλο έναρθρο απαρέμφατο: 
π.χ. Τ λακωνίζειν στ φιλοσοφεν.

            Επεξήγηση σε προηγούμενη λέξη, συνηθέστερα επίρρημα, ή ουδέτερο δεικτικής αντωνυμίας: 
π.χ. μς οτως παίδευον, προτιμν τος γεραιτέρους.

                Προσδιορισμός της αναφοράς (απαρέμφατο της αναφοράς): όταν εξαρτάται από επίθετα που δηλώνουν ικανότητα, δυνατότητα, αναγκαιότητα, προθυμία, καταλληλότητα, όπως γαθός, ξιος, δεινός, τοιμος, κανός, καλός, ξύς, πρόθυμος, φοβερός, χρήσιμος, δύς, στυγνός, ῥᾴδιος, λιτς κ.ά. 
π.χ. Δεινα α γυνακες ερίσκειν τέχνας.

                Προσδιορισμός του σκοπού ή του αποτελέσματος: όταν εξαρτάται από ρήματα που δηλώνουν σκόπιμη ενέργεια (ποι, πράττω), κίνηση (φέρω, ρχομαι), παροχή, εκλογή, καθώς και τα ρήματα φύομαι και εμί. Αναλύεται σε τελική ή συμπερασματική πρόταση και μεταφράζεται με το «για να» ή «ώστε να» . 
π.χ. μοίως κα πλουσί κα πένητι παρέχω μαυτν ρωτν.

                Β’ όρος σύγκρισης, μόνο στις εξής περιπτώσεις: 
α) όταν ο α΄ όρος είναι επίσης απαρέμφατο. 
π.χ. Πότερον βούλει μένειν πιέναι; 
β) όταν ο α΄ όρος είναι δυσανάλογα ανώτερος από τον β΄ όρο σύγκρισης ( στε + απαρέμφατο). 
π.χ. σθοντο ατν λάττω χοντα δύναμιν στε τος φίλους φελεν.


           



 Απόλυτο Απαρέμφατο (δεν εξαρτάται από κάποιο ρήμα). 
Μερικά από τα πιο εύχρηστα απόλυτα απαρέμφατα είναι τα ακόλουθα:

τ π’ κείν / κείνοις εναι (όσο εξαρτάται από εκείνον/εκείνους),
τ π τούτ / τούτοις / σφς εναι (όσο εξαρτάται από αυτόν/αυτούς),
τ κατ τοτον εναι (όσο εξαρτάται από αυτόν),
τ νν εναι (όσο για τώρα),
τ ξύμπαν επεν (και γενικά),
κν εναι (θεληματικά),
ς συντόμως / ς συνελόντι / ς δι βραχέων επεν (για να μιλήσω σύντομα),
ς ν κεφαλαί επεν (για να μιλήσω περιληπτικά),
ς πος επεν, ς επεν (για να μιλήσω έτσι),
ς εκάσαι (όπως μπορεί να συμπεράνει κανείς),
ς τληθς επεν (για να πω την αλήθεια),
οτως επεν (για να το πω έτσι),
λίγου / μικρο / ο πολλο δεν (λίγο έλειψε),
ς μο δοκεν (κατά τη γνώμη μου),
σν θε επεν (για να πω με τη βοήθεια του Θεού). 
π.χ. ληθς γε, ς πος επεν, οδν ερήκασιν.


Απαρέμφατο σε θέση ρήματος σε: 
α) Κύριες προτάσεις επιθυμίας αντί για προστακτική ή ευχετική ευκτική: 
π.χ. νδρες, έναι π τος πολεμίους. 
β) Δευτερεύουσες απαρεμφατικές προτάσεις:

Xρονικές: 
π.χ. Πρν δ τατα πρξαι, μ σκοπετε τς επν τ βλτιστα.

Συμπερασματικές: 
π.χ. Ο δ διήλλαξαν φ’ τε μν χειν ερήνην ς πρς λλήλους, πιέναι δ καστον π τ αυτόν.

Αναφορικές Συμπερασματικές: 
π.χ. γ ο μόνον νν, λλ κα ε τοιοτος, οος τν μν μηδεν λλ πείθεσθαι τ λόγ.



Γ. Το υποκείμενο του απαρεμφάτου
Το υποκείμενο του απαρεμφάτου απαντά ή σε αιτιατική ή σε ονομαστική πτώση.
Έτσι έχουμε δύο διαφορετικούς τρόπους σύνταξης:
α) Ταυτοπροσωπία. Το υποκείμενο του απαρεμφάτου είναι το ίδιο με το υποκείμενο του ρήματος από το οποίο εξαρτάται το απαρέμφατο.
π.χ. Ο
τος μαθήσεται μ πιβουλεύειν τος σθενεστέροις. (ενν. «οτος» υποκείμενο του απαρεμφάτου «πιβουλεύειν»).

β) Ετεροπροσωπία. Το υποκείμενο του απαρεμφάτου είναι διαφορετικό από το υποκείμενο του ρήματος από το οποίο εξαρτάται το απαρέμφατο.
π.χ. Ο
Αγύπτιοι νόμιζον αυτος πρώτους γενέσθαι πάντων νθρώπων. («αυτος» υποκείμενο του απαρεμφάτου «γενέσθαι»).


To έναρθρο απαρέμφατο μεταφράζεται ως εξής:
α. Με αφηρημένο ουσιαστικό
π.χ. Προαιρο
μαι τ παινεν τος νέους (μτφρ. Προτιμώ τον έπαινο των νέων).
β. Με «το ότι »+ οριστική
π.χ. Κ
ρος διήνεγκε τν λλων νθρώπων τ δωρεσθαι πλεστα (μτφρ. Ο Κύρος διέφερε από τους άλλους ανθρώπους στο ότι δώριζε πολλά).
γ. Με «το να» + υποτακτική
π.χ. Τοσο
τον πέχω το ποιεν τι τν προσταττομένων (μτφρ. Τόσο απέχω από το να κάνω κάτι από αυτά του εντέλλονται).


ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΟΣ ΡΟΛΟΣ:
Το έναρθρο απαρέμφατο μπορεί να χρησιμοποιηθεί στον λόγο ως:
Υποκείμενο σε οποιοδήποτε προσωπικό ρήμα και βρίσκεται σε πτώση ονομαστική:
π.χ. Τ
λακωνίζειν στι φιλοσοφεν.
Aντικείμενο σε οποιοδήποτε (μεταβατικό) ρήμα και βρίσκεται σε μια από τις πλάγιες πτώσεις, ανάλογα με τη σύνταξη του ρήματος. π.χ.:
ρξαντο το διαβαίνειν (σε γενική πτώση)
Σωκράτης χρτο τ ρωτν κα ποκρίνασθαι (σε δοτική πτώση)
Τ ποθνσκειν οδες φοβεται […] τ δ δικεν φοβεται (σε αιτιατική πτώση)
Κατηγορούμενο με εξάρτηση από συνδετικό ρήμα:
π.χ
στω δ τ δικεν τ βλάπτειν κόντα παρ τν νόμον.
Επεξήγηση (ομοιόπτωτος ονοματικός προσδιορισμός) σε λέξη που προηγείται και ιδιαίτερα σε ουδέτερο δεικτικής αντωνυμίας:
π.χ. Κα
τοτο στιν τ δικεν, τ πλέον τν λλων ζητεν χειν.

Ετερόπτωτος ονοματικός προσδιορισμός σε μία από τις πλάγιες πτώσεις:
Γενική, Δοτική ,Αιτιατική

Επιρρηματικός προσδιορισμός,
εμπρόθετος (i) ή πλάγιας πτώσης (ii):

Ως εμπρόθετος προσδιορισμός με τις προθέσεις δι (= επειδή, διότι), πί, πρός, ες (για, για να, προς, στο να), κατ και μερικές φορές ες (= σε, σε σχέση με, ως προς), παρ (= σε σύγκριση με), μετ (μετά, κατόπιν), περ (αναφορικά με, για)

Με την επιρρηματική χρήση των πλάγιων πτώσεων.

α. Σε γενική πτώση β. Σε δοτική πτώση

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου