Κυριακή, 3 Σεπτεμβρίου 2017

ΑΝΩΤΑΤΗ ΠΑΙΔΕΙΑ


ΟΙ ΣΠΟΥΔΕΣ ΩΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ
Για τα ελληνικά δεδομένα, το ερώτημα αν αξίζει να πάει κάποιος στο πανεπιστήμιο μοιάζει ρητορικό. Σε μια χώρα, όπου οι εισαγωγικές εξετάσεις για το πανεπιστήμιο αποτελούν σταθερή πηγή ειδησεογραφίας, αναλύσεων και σχολιασμών, είναι προφανές ότι υπάρχει ευρεία κοινωνική συναίνεση σχετικά με τη σημασία του γεγονότος καθεαυτού και την αξία της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης κατ΄ επέκταση. Είναι ενδεικτικό ότι τα αποτελέσματα, οι βάσεις, ακόμη και τα θέματα των εισαγωγικών εξετάσεων τροφοδοτούν εντυπωσιακά πρωτοσέλιδα στις εφημερίδες. Συνεπώς, η ελληνική κοινωνία έχει απαντήσει θετικά στο ερώτημα αν αξίζει να μπει κάποιος στο πανεπιστήμιο. Το ερώτημα που θα έπρεπε λοιπόν να τεθεί, αφορά όχι το αν αξίζει αλλά γιατί αξίζει- σωστότερα, γιατί υπάρχει η γενικευμένη πεποίθηση ότι αξίζει- να αποκτήσει κάποιος πανεπιστημιακή εκπαίδευση. 

Ωστόσο, η παρούσα συγκυρία νομιμοποιεί ένα παρόμοιο ερώτημα για δύο λόγους: Πρώτον, η οικονομική κρίση υπονομεύει το κύρος των πανεπιστημιακών πτυχίων, εφόσον αυτά δεν εξασφαλίζουν πλέον μια θέση στην αγορά εργασίας. Δεύτερον, η συστηματική απαξίωση του δημοσίου πανεπιστημίου τα τελευταία χρόνια μέσα από εικόνες καταστροφής και χάους επίσης διασαλεύει το κύρος της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης. Η διπλή αυτή αμφισβήτηση επιτείνεται εξάλλου από το γεγονός ότι, για την είσοδο στο πανεπιστήμιο, η ελληνική οικογένεια έχει επενδύσει σημαντικό χρηματικό ποσό και ο υποψήφιος ή η υποψήφια έχει καταναλώσει δυσανάλογα μεγάλο κόπο, σωματικό και ψυχικό. 
Παρά τη φαινομενική αντίφαση, η διάχυτη αμφισβήτηση δεν ακυρώνει την κατ΄ ουσίαν αξιοδότηση της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης. Αντίθετα, οφείλεται ακριβώς σε αυτήν. Δηλαδή, επειδή στο πανεπιστημιακό πτυχίο έχουν επενδυθεί πολύπλευρες προσδοκίες, δυσανάλογα υψηλές για κάποιους- στοιχείο που εξηγεί και τη χρηματική επένδυση- η απαξίωσή του οδηγεί σε σθεναρότερη κριτική και μεγαλύτερη απογοήτευση. Η επένδυση στην εκπαίδευση έχει συνδεθεί με την προσδοκία κοινωνικής ανόδου, ιδιαίτερα στα αγροτικά και στα μικροαστικά στρώματα. 
Πράγματι, από την ίδρυση του πρώτου πανεπιστημίου στην Αθήνα το 1837, η αξιοδότηση της εκπαίδευσης εν γένει και της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης ειδικότερα αποτέλεσε σταθερό χαρακτηριστικό της ελληνικής κοινωνίας. Ηδη, με τα κείμενα των ελλήνων διαφωτιστών και τα Συντάγματα της Ελληνικής Επανάστασης, είχε εμπεδωθεί η αντίληψη ότι η εκπαίδευση δεν πρέπει να αποτελεί προνόμιο των ολίγων, μιας κοινωνικής ελίτ, αλλά να είναι κοινό αγαθό και δικαίωμα όλων των μελών του έθνους. Σε αντίθεση με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες, στη διάρκεια του 19ου αιώνα, στην Ελλάδα δεν υπήρχε το οικονομικό φράγμα των διδάκτρων για τη δευτεροβάθμια και την πανεπιστημιακή εκπαίδευση, γεγονός που δημιουργούσε μια δυναμική κοινωνικής κινητικότητας. Το ιδεολογικό και το συμβολικό βάρος της εκπαίδευσης διαμορφώθηκε ήδη από εκείνη την περίοδο, με την παράλληλη απαξίωση της χειρωνακτικής εργασίας. 


Το όραμα ενός πανεπιστημιακού πτυχίου έγινε ακόμη πιο εφικτό την εποχή της Μεταπολίτευσης, με τις εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις που προωθούσαν τον εκδημοκρατισμό της εκπαίδευσης και τον γοργό πολλαπλασιασμό των πανεπιστημιακών σχολών (νέα πανεπιστήμια αλλά και «ανωτατοποιήσεις»). Η έλλειψη στρατηγικού σχεδιασμού στην ανάπτυξη και στην εξάπλωση των πανεπιστημιακών τμημάτων οδήγησε ωστόσο σε έναν ανορθολογικό πληθωρισμό πτυχίων που απονέμονταν μαζικά και που το κύρος τους υποβαθμιζόταν συνεχώς. Η υψηλή ανεργία των πτυχιούχων επιδείνωνε την εικόνα της «αναποτελεσματικότητας» της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης. 
Ομως το πρόβλημα βρίσκεται ακριβώς εκεί: στη νοούμενη «αποτελεσματικότητα». Γιατί η έννοια της «αποτελεσματικότητας» υπονομεύει την ουσιαστική αξία της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης ως ευρύτερης, επιστημονικής παιδείας, η οποία δυνάμει οδηγεί σε πολλαπλές επαγγελματικές επιλογές. Η κοινωνική επένδυση και το άγχος της ανεργίας έχουν όμως επιφέρει την ευθεία σύνδεση της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης με την επαγγελματική αποκατάσταση. Συνεπώς, αν το πτυχίο δεν έχει επαγγελματικό αντίκρισμα, απαξιώνεται συνολικά. Τι χρειάζεται λοιπόν το πτυχίο; 
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι μπορεί κάποιος να πετύχει επαγγελματικά χωρίς να έχει πανεπιστημιακή εκπαίδευση. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι μια κοινωνία δεν χρειάζεται όσο το δυνατόν περισσότερα μέλη της να έχουν κατακτήσει αυτή τη βαθμίδα παιδείας. Ολοι οι νέοι, ανεξάρτητα από την κοινωνική και τη γεωγραφική τους προέλευση ή το φύλο τους, θα πρέπει να έχουν το δικαίωμα για ελεύθερη πρόσβαση στην εκπαίδευση- και, βεβαίως, και στο πανεπιστήμιο. Το δικαίωμα αυτό δεν μπορεί να αναλωθεί σε μια στενά χρησιμοθηρική στόχευση, ούτε και να ακυρωθεί μέσω της συστηματικής απαξίωσης των πανεπιστημιακών σπουδών στην Ελλάδα. 

Η κυρία Χριστίνα Κουλούρη είναι καθηγήτρια Νεότερης Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου. (εφημερίδα "ΤΟ ΒΗΜΑ" 29-8-2010)
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου