Τρίτη, 7 Απριλίου 2020

ΣΤΟ ΠΟΤΑΜΙ - διήγημα


Είχαν πέντε μέρες κατασκηνωμένοι δίπλα στο ποτάμι. Τι κατασκηνωμένοι δηλαδή;  Κάτι πρόχειρα παραπήγματα με νάιλον και μερικές κουβέρτες. Ξύλα από σπασμένα κλαδιά από τα γύρω δέντρα ν΄ ανάψουν φωτιά για να ζεσταθούν. Αρχές Μάρτη αλλά το κρύο κρατούσε ακόμα για τα καλά. Οικογένειες με μικρά παιδιά, ξέμπαρκοι νεαροί, γυναίκες με μωρά στην αγκαλιά ακόμα και ηλικιωμένοι, στρυμωγμένοι ο ένας πλάι στον άλλο. Ψευδαίσθηση ασπίδας για το κρύο.
Οι Άλλοι τους είπαν πως τα σύνορα ήταν ανοιχτά. Θα τους άφηναν λέει να πάνε Γερμανία, Βέλγιο, όπου ήθελαν. Κάποιοι με τα πόδια, στα χέρια μικρούς μπόγους και σακίδια πλάτης και άλλοι με λεωφορεία, και κάρα ακόμα, έφταναν κατά εκατοντάδες στα σύνορα. Εκεί όμως βρήκαν το στρατό και την αστυνομία. Οι Απέναντι είχαν οργανωθεί. Οι Άλλοι, είπαν, ξέρουν κρυφά περάσματα από το ποτάμι και θα τους πάνε απέναντι. Λίγη υπομονή χρειαζόταν και πολλά λεφτά.

Η Σελίν ήταν από τη Συρία. Άφησε πίσω τον πόλεμο και τα ερείπια, πήρε την πεντάχρονη κόρη της και τον σχεδόν ενός έτους γιο της και ξεκίνησε με την ελπίδα να βρει κι αυτή, όπως τόσοι άλλοι, τη Γη της Επαγγελίας. Να πάει στην αδελφή της στην Ολλανδία. Ο άντρας της είχε σκοτωθεί στους βομβαρδισμούς. Τους μετέφεραν δωρεάν στα σύνορα αλλά εδώ και μέρες ήταν καθηλωμένοι στο ποτάμι με τα σύνορα κλειστά και τους διακινητές να ζητούν δυο χιλιάδες ευρώ το κεφάλι, το δικό της και ένα για τα μωρά, για να την περάσουν απέναντι. Παζάρι σωμάτων και ψυχών… Τα λιγοστά τρόφιμα που κουβάλησαν για το δρόμο είχαν σωθεί και τα μωρά άρχισαν να πεινάνε.
Ο Γιώργης, κόντευε τα εβδομήντα πια, κτηνοτρόφος από τότε που θυμόταν τον εαυτό του, κατέβαζε κάθε απόγευμα τα γίδια του στο ποτάμι μετά τη βοσκή. Είχε ακούσει στην τηλεόραση για τους πρόσφυγες και τους μετανάστες που μαζεύονταν στα σύνορα αλλά δεν έδινε και πολλή σημασία. Σάμπως εκεί πάνω κάθε μέρα  δεν περνούσαν στη χώρα άλλοτε λίγοι, άλλοτε περισσότεροι, χωρίς να δώσουν λογαριασμό σε κανένα; Τις τελευταίες μέρες  όμως ήταν αλλιώς τα πράματα.
Μπουλούκια άνθρωποι, παραταγμένοι στις όχθες του ποταμού, θαρρείς ποιος θα πέσει πρώτος να πιάσει το σταυρό, περίμεναν να νυχτώσει μήπως το σκοτάδι τους σπρώξει πιο εύκολα στην απέναντι όχθη. Και μετά τι; Ποιος ξέρει;
Δυο μεσημέρια τώρα ο Γιώργης άκουγε το επίμονο κλάμα ενός μωρού και πιανόταν η καρδιά του. Που να πιάσει να σφάξει τα κατσίκια για τον έμπορα το Πάσχα! Και αν χρειαζόταν να αποκόψει κανένα μικρό απ΄ τη μάνα του δεν το άντεχε! Έβαζε το γιο του να κάνει τη δουλειά. Τσίριζε τόσο γοερά που το άκουγε ξεκάθαρα κι ας τους χώριζαν καμιά εικοσαριά μέτρα στο στενό εκείνο πέρασμα του Έβρου. Και ήταν λες και τον περίμενε δυο μέρες τώρα και μετά ξεκινούσε να κλαίει το αφιλότιμο!
Το επόμενο μεσημέρι τα πράματα ήταν ήσυχα. Μόνο κάτι ζωηρές κουβέντες από μερικούς αγανακτισμένους έφταναν στ΄ αυτιά του. Όχι πως καταλάβαινε και καλά τι έλεγαν. Ήξερε βέβαια μερικά τούρκικα αλλά ως εκεί. Η ένταση της φωνής τους όμως πρόδιδε ανυπομονησία και οργή για την αργοπορία και την εξαπάτηση.
 Έκανε να φύγει και ακούστηκε πάλι το γνώριμο κλάμα. Αυτή τη φορά είχε πάρει μαζί του τα κιάλια του γιου του. Να δει επιτέλους πιο καθαρά τι γινόταν απέναντι! Τα έβγαλε με προσοχή από το σακίδιο και τα έφερε στα μάτια του. Μια παρέα καθισμένη πάνω σε κάτι κουβέρτες έτρωγαν με τα χέρια  ρύζι μέσα από ένα τεράστιο σκεύος. Πιο δίπλα δυο νεαροί έδειχναν κάτι ο ένας στον άλλο στο κινητό τους τηλέφωνο. Προσπαθούσε με αγωνία να εντοπίσει το παιδικό κλάμα. Πίσω από τους θάμνους παραπέρα ένας νταής είχε πιάσει απ΄ το γιακά ένα μπασμένο νεαρό και τον μάλωνε απ΄ ό,τι μπορούσε να καταλάβει απ΄ τις χειρονομίες και τις κραυγές που έφταναν στ΄ αυτιά του.
Και να! Τώρα μπροστά στα μάτια του μια νεαρή μητέρα που προσπαθούσε να καθησυχάσει το μωρό που είχε στην αγκαλιά της και έκλαιγε γοερά. Μήπως  το μυαλό του έγραφε τις νότες αυτής της απελπισμένης παιδικής μελωδίας; Έκανε ζουμ να εστιάσει και να καθαρίσει η εικόνα. Όχι. Έκλαιγε στ΄ αλήθεια. Ένα κοριτσάκι με ένα άσπρο μπουφάν και ένα φούξια σκούφο καθόταν δίπλα στη μάνα του και της τραβούσε το μανίκι. Κι εκείνη μια να ηρεμήσει το μωρό και μια να δει τι ήθελε η μικρή.
Ο Γιώργης παράτησε τα κιάλια και πήγε στο κοπάδι. Πήρε το παγούρι απ΄ το κλαδί του δέντρου που ήταν γεμάτο γάλα. Το άδειασε σε ένα κατσαρολάκι που είχε στην καρότσα του αγροτικού και μάζεψε ξερόκλαδα από τριγύρω. Άναψε στα γρήγορα φωτιά και το έβαλε πάνω. Σε μερικά λεπτά είχε βράσει. Το κράτησε στην όχθη του ποταμού να κρυώσει μες το νερό και το γύρισε ξανά στο παγούρι. Πήρε ένα μπουκάλι νερό που είχε μαζί κι έριξε μια ματιά στο σακίδιο. Λίγη πίτα από χθες, σπανακόπιτα που είχε κάνει η γυναίκα του, κάτι φρυγανιές μισοσπασμένες, ένα μήλο και δυο κομμάτια κέικ που δεν τα ΄φαγε. Ευτυχώς είχε την… καλή συνήθεια να ξεχνά κάμποσες μέρες μες το σακίδιο ό,τι δεν είχε φάει και να μαλώνει με τη γυναίκα του, όταν διαπίστωνε πως το σακίδιο είχε μυρίσει μούχλα από τα παρατημένα και μισοφαγωμένα.
Έβαλε το νερό στο σακίδιο, πήρε το παγούρι στον έναν ώμο και το σακίδιο στον άλλο και ξεκίνησε. Τριακόσια μέτρα πιο κάτω το ποτάμι στένευε περισσότερο. Πέρασε με προσοχή πάνω από τρεις μεγάλες πέτρες. Ευτυχώς δεν είχε βρέξει και το ποτάμι δε φούσκωσε. Μπήκε πιο κάτω μέχρι τη μέση στο νερό κρατώντας ψηλά το σακίδιο και σε μερικά λεπτά βγήκε απέναντι.
Γύρισε πίσω το κεφάλι να προσδιορίσει που ήταν και που έβλεπε με τα κιάλια. Τα ζώα του αμέριμνα στην απέναντι όχθη απολάμβαναν τον απογευματιάτικο ήλιο που μόλις έσκασε στον ουρανό μέσα από τα σύννεφα. Προχώρησε προς τα πάνω και αριστερά. Λίγα μέτρα παραπέρα την είδε. Η μικρή έπαιζε με τα χώματα. Ο μικρός, ήταν αγοράκι το μωρό - φορούσε ένα μπλε πλεκτό σκουφάκι - είχε κοκκινίσει απ’ το κλάμα αλλά τώρα μάλλον κουράστηκε να τσιρίζει -ίσως κατάλαβε πως άδικος ο κόπος - και κόντευε να αποκοιμηθεί στην αγκαλιά της μάνας του.
Η κοπέλα μόλις τον είδε να πλησιάζει, έτσι άγριος στην όψη και με τα μαλλιά πυκνά, παρόλη την ηλικία του, σγουρά και ακούρευτα φοβήθηκε, σάστισε λιγάκι και ανασηκώθηκε προς τα πίσω. Της έκανε νόημα με το χέρι. Γονάτισε μπροστά της. Της απίθωσε το μπουκάλι με το νερό, το σακίδιο και το παγούρι και σαν τους τρεις μάγους με τα δώρα -σε έναν όλοι- άνοιξε το παγούρι, της το έδωσε κι ένευσε προς το μωρό. Η μικρή παράτησε τα χώματα και άρχισε να ψάχνει διστακτικά το σακίδιο. Και η κοπέλα αποσβολωμένη έβαλε το χέρι στο στήθος χτυπώντας το απαλά.

ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΤΑΝΙΔΟΥ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου