Τετάρτη, 11 Ιουλίου 2012

ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ ΚΑΙ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ

Aπό τις "Μεταμορφώσεις" του Απουλήιου το μοναδικό παραμύθι που διαθέτουμε από την αρχαιότητα που μας αφηγείται τις δοκιμασίες που πέρασε ένα μυθικό ζευγάρι Ο ΕΡΩΤΑΣ ΚΑΙ Η ΨΥΧΗ μέχρι να ενωθούν με τα δεσμά της παντοτινής αγάπης...

 Mια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς και μια βασίλισσα που είχαν τρεις όμορφες κόρες . Η μικρότερη όμως είχε εξαίσια ομορφιά, που ο ανθρώπινος λόγος αδυνατούσε να περιγράψει. Είχε αρχίσει μάλιστα να διαδίδεται ότι επρόκειτο για μια νέα Αφροδίτη και αρκετοί άνθρωποι ξεκινούσαν από διάφορα μέρη του κόσμου, για να τη δουν και να της αποδώσουν θεϊκές τιμές. Είχαν ερημώσει οι σπουδαιότεροι ναοί της Αφροδίτης, ακόμα και στους ιερούς τόπους-προπύργια της θεάς του έρωτα και της ομορφιάς, όπως στην Πάφο, στην Κνίδο και στα Κύθηρα, όπου οι άνθρωποι είχαν αρχίσει να λατρεύουν την Ψυχή-έτσι έλεγαν την κοπέλα.
Αυτός ο παραλογισμός όμως γέννησε το φθόνο της Αφροδίτης για τη νεαρή ανταγωνίστριά της, που δεν μπορούσε να αντέξει στην ιδέα ότι παραγκωνίζεται από μια κοινή θνητή. Κάλεσε λοιπόν το γιο της, το θεό Έρωτα, να πάρει εκδίκηση για λογαριασμό της, να τοξεύσει το βέλος του στην καρδιά της Ψυχής και να την κάνει να ερωτευτεί τον πιο άσημο, ταπεινό και άσχημο άντρα του κόσμου!
 Η ομορφιά της Ψυχής είχε γίνει κατάρα, αφού όλοι τη θαύμαζαν σαν κάτι το απλησίαστο και θεϊκό, αλλά κανείς δεν τολμούσε να τη ζητήσει σε γάμο. Κι ενώ οι αδελφές της καλοπαντρεύτηκαν, η ίδια έφτασε να μισεί την ομορφιά της που την κρατούσε απομονωμένη και απρόσιτη σε όλους.
 Ο πατέρας της Ψυχής, ανήσυχος για την τύχη της κόρης του, απευθύνθηκε στο μαντείο του Απόλλωνα στη Μίλητο, για να μάθει τι έπρεπε να κάνει, ώστε επιτέλους να καταφέρει να την παντρέψει .Ο χρησμός τον συμβούλευε να ντύσει την Ψυχή νύφη και να την ανεβάσει στην κορυφή ενός βράχου, για να την πάρει γυναίκα του ένας φαρμακερός απάνθρωπος που πετούσε μα τα φτερά του, βασάνιζε και παρέλυε τα πάντα και τον έτρεμε ακόμη και ο Δίας Ο βασιλιάς υπάκουσε στη θεϊκή εντολή και η γαμήλια τελετή θύμιζε μάλλον κηδεία παρά γάμο. Η κοπέλα καταριόταν την ομορφιά της και περίμενε να αντιμετωπίσει τη μοίρα της. 
Σε λίγο η πνοή του Ζέφυρου τη σήκωσε και την παρέσυρε ανάλαφρα στην καταπράσινη κοιλάδα που βρισκόταν στα ριζά του βράχου. Στο βάθος διέκρινε ένα πυκνό δάσος και μια πηγή με κρυστάλλινα νερά. Δίπλα ένα λαμπρό οικοδόμημα απαράμιλλης τέχνης και ομορφιάς στολισμένο με αγάλματα, χρυσό κι ασήμι. Στο εσωτερικό του παλατιού-που σίγουρα ήταν η κατοικία κάποιου θεού- συνέβαινε κάτι εκπληκτικό!!! Αόρατοι υπηρέτες ικανοποιούσαν κάθε της επιθυμία, πριν ακόμα προλάβει να τη σκεφτεί. Η Ψυχή, αφού περιπλανήθηκε για κάμποση ώρα θαυμάζοντας όσα έβλεπε, έκανε ένα ζεστό μπάνιο απόλαυσε ένα υπέροχο δείπνο και ξάπλωσε στο στρωμένο κρεβάτι, όπου και αποκοιμήθηκε. Δεν πέρασε πολλή ώρα και ένας μυστηριώδης άγνωστος, που δεν ήταν άλλος από το θεό Έρωτα, την πλησίασε, την έκανε δική του κι όταν ανέτειλε ο ήλιος έφυγε βιαστικά. 

Την ονειρική εκείνη νύχτα τη διαδέχτηκαν και άλλες πολλές. Η Ψυχή ερωτεύτηκε το μυστηριώδη άγνωστο — που ψηλαφούσε στο σκοτάδι —, ο οποίος όχι μόνο αρνήθηκε να της αποκαλύψει την αληθινή του μορφή, αλλά της ζήτησε επιτακτικά να του υποσχεθεί πως ούτε εκείνη θα προσπαθούσε ποτέ να ανακαλύψει την ταυτότητα του. 
Στο μεταξύ η φήμη για το δυστυχισμένο γάμο της Ψυχής έφτασε στ΄αυτιά των αδελφών της που επιθυμούσαν να τη συναντήσουν. Η Ψυχή, νιώθοντας ενοχές, γιατί άθελα της ίσως υπέβαλλε την οικογένεια της σε ταλαιπωρία, σκέφτηκε να τις δει και να τις διαβεβαιώσει πόσο ευτυχισμένη είναι. Ο μυστηριώδης εραστής της είχε έντονες αντιρρήσεις γι’ αυτό, τονίζοντας της ότι ήταν επικίνδυνο να μάθουν άνθρωποι από τον έξω κόσμο πως είχε γλιτώσει από τη μοίρα της, η Ψυχή όμως ήταν αμετάπειστη.
 Ο Ζέφυρος έφερε τελικά τις δύο αδελφές της στο παλάτι της κοιλάδας και η οικογενειακή συνάντηση κύλησε στην αρχή συγκινητικά και ευχάριστα. Γιατί όσο περνούσε η ώρα οι αδελφές της Ψυχής άρχισαν να κατακυριεύονται από ζήλια. Συνειδητοποιούσαν σιγά-σιγά ότι η άτυχη αδελφή τους είχε σταθεί πολύ πιο τυχερή από εκείνες. Ζούσε μέσα στον πλούτο και τη χλιδή, μαζί με έναν υπέροχο και γενναιόδωρο σύζυγο (που πολύ ήθελαν να γνωρίσουν, αλλά εκείνος έλειπε τάχα σε κυνήγι). Η κακία τους για την τύχη της αδελφής τους ξεχείλισε και το μίσος και η ζήλια τους για τον ευτυχισμένο γάμο της έγινε ακόμα μεγαλύτερη, όταν, καθώς έφευγαν, η Ψυχή τους χάρισε μερικά εντυπωσιακά χρυσαφικά. Άρχισαν αμέσως να συνωμοτούν εναντίον της αδελφής τους και να ονειρεύονται τα πλούτη της. 
Στο μεταξύ η ανυποψίαστη Ψυχή είχε μείνει έγκυος. 
Παρακάλεσε λοιπόν τον Έρωτα να προσκαλέσει και πάλι τις αδελφές της, αφού ήθελε να μοιραστεί τη χαρά της με αγαπημένα της πρόσωπα. Οι αντιρρήσεις του θεού δεν είχαν κανένα αποτέλεσμα ούτε αυτή τη φορά, και έτσι ο Ζέφυρος μετέφερε και πάλι τις δυο αδελφές στο παλάτι. Εκείνες, αφού προσποιήθηκαν ότι χάρηκαν για την εγκυμοσύνη της αδελφής τους, πήγαν την κουβέντα στο θέμα που τις ενδιέφερε περισσότερο: Πού ήταν ο άντρας της Ψυχής; Γιατί έλειπε και πάλι; Η Ψυχή είχε ξεχάσει αυτά που τους είχε πει την πρώτη φορά, ότι δηλαδή ο άντρας της έλειπε γιατί λάτρευε το κυνήγι. Έτσι, τον παρουσίασε τώρα σαν ένα μεσήλικα που ταξίδευε συχνά για εμπορικούς λόγους. 
Οι δύο αδελφές, που γνώριζαν ότι η Ψυχή ήταν πάντοτε ειλικρινής, υποψιάστηκαν από την απάντηση της ότι μάλλον δε γνώριζε την ακριβή μορφή του άντρα της. Δεν ήταν δύσκολο λοιπόν, σε μια επόμενη συνάντηση, να την κάνουν να ομολογήσει ότι δεν τον είχε δει ποτέ και να βάλουν σε εφαρμογή το πανούργο σχέδιό τους. Την έπεισαν ότι πλαγιάζει μ’ένα δράκο (που είχε αναφέρει ο χρησμός του μαντείου του Απόλλωνα)και ότι σύντομα θα κατασπαράξει κι αυτή και το παιδί της, πριν προλάβει να το φέρει στον κόσμο. Όταν είδαν το φοβισμένο ύφος της, τη συμβούλεψαν να σκοτώσει το σύζυγό της, καθώς αυτός θα κοιμόταν. Με τη βοήθεια ενός λυχναριού θα φώτιζε την όψη του ενώ μ΄ ένα κοφτερό ξυράφι θα του έκοβε το λαιμό. 
Την επόμενη νύχτα, όταν ο Έρωτας αποκοιμήθηκε πλάι της, η Ψυχή πλησίασε από πάνω του με το λυχνάρι στο ένα χέρι και το μαχαίρι στο άλλο. Σκύβοντας διαπίστωσε ότι ο σύντροφος της, αυτός που όλο εκείνο τον καιρό κοιμόταν μαζί της ήταν ο πανέμορφος θεός Έρωτας. Εξέτασε με προσοχή κάθε σπιθαμή του κορμιού του αλλά καθώς πήρε τη φαρέτρα του πληγώθηκε από μια σαϊτα και ερωτεύτηκε τον ίδιο τον Έρωτα. Από τη χαρά της έκανε μια απότομη κίνηση, με αποτέλεσμα να στάξει καυτό λάδι απ΄το λυχνάρι στο γυμνό του ώμο. Ο Έρωτας ξύπνησε οργισμένος και, κατηγορώντας την για ανυπακοή της αποκάλυψε ότι η μητέρα του η Αφροδίτη τον έστειλε για να την καταδικάσει στον πιο εξευτελιστικό γάμο αλλά εκείνος την ερωτεύτηκε και την έκανε γυναίκα του. Τώρα όμως θα τον έχανε για πάντα!!!
Εκείνη τότε μέσα στη λύπη της ρίχτηκε στον κοντινό ποταμό να πνιγεί, όμως ο ποτάμιος θεός την έβγαλε σώα στην όχθη του. Εκεί τη συνάντησε ο τραγοπόδαρος θεός Πάνας, ο οποίος τη συμβούλεψε να ξαναβρεί τον αγαπημένο της, να εξευμενίσει τη θεά Αφροδίτη και να προσπαθήσει να τον ξανακερδίσει. 
 Η Ψυχή αναθάρρησε και ανέλαβε δράση. Μ’ ένα ψέμα αποφάσισε πρώτα να εκδικηθεί τις αδελφές της. Βρήκε την πρώτη αδελφή της και της είπε ότι τάχα την είχε εγκαταλείψει ο άντρας της, γιατί είχε ερωτευτεί εκείνη. Η αδελφή της έπεσε στην παγίδα και την πίστεψε. Έσπευσε, λοιπόν, κρυφά στον ψηλό βράχο και περίμενε τον Ζέφυρο να την παραλάβει. Εκείνος όμως δεν είχε καμιά εντολή μεταφοράς, και έτσι, όταν εκείνη αφέθηκε στο φύσημα του, γκρεμοτσακίστηκε στο έδαφος. Το ίδιο τέλος περίμενε και τη δεύτερη αδελφή της. 
Στο μεταξύ ο Έρωτας πληγωμένος από το καυτό λάδι του λυχναριού αλλά κι από την αγάπη του για την Ψυχή βρίσκεται άρρωστος στο παλάτι της Αφροδίτης , που, όταν μαθαίνει τα καμώματα του γιου της γίνεται έξω φρενών με την παρακοή του, ενώ η ιδέα να κάνει νύφη την πιο μισητή γυναίκα στον κόσμο της προκαλεί τρέλα.. Έτσι αποφασίζει να τιμωρήσει την κοπέλα, αν και οι άλλες θεές προσπαθούν να την αποτρέψουν. Δεν έφτανε που η Ψυχή μαστιγώθηκε αλύπητα από τη Θλίψη και την Έγνοια, οι οποίες της ξερίζωσαν τα μαλλιά, αλλά έσπευσε και η ίδια η Αφροδίτη να της κομματιάσει τα ρούχα, ενώ στη συνέχεια την υπέβαλε σε απίθανες δοκιμασίες, τις οποίες η Ψυχή όφειλε να υποστεί αν ήθελε να αποδείξει την αγάπη της. 
Η πρώτη ήταν να διαχωρίσει σε μια μέρα ένα σωρό ανακατεμένους σπόρους από πολλά και διαφορετικά φυτά: από κριθάρι μέχρι μπιζέλια και από φακές και σπόρους παπαρούνας μέχρι σιτάρι. Δε θα τα κατάφερνε, αν δεν τη βοηθούσαν τα μυρμήγκια, που λυπήθηκαν την αγαπημένη του θεού Έρωτα. Η δεύτερη δοκιμασία ήταν να φέρει μια τούφα μαλλί από το χρυσόμαλλο δέρας ενός κοπαδιού άγριων προβάτων με κοφτερά κέρατα και δηλητήριο στο στόμα, που έβοσκαν πίσω από το ορμητικό ποτάμι, στην απόκρημνη κοιλάδα ενός επικίνδυνου δάσους. Στο έργο αυτό τη βοήθησε η Νύμφη Σύριγγα, που της είπε να περιμένει το μεσημέρι, όταν τα πρόβατα δεν αντέχουν τη ζέστη και κοιμούνται. Τότε ήταν η κατάλληλη στιγμή να μαζέψει τις τούφες από μαλλί που είχαν πιαστεί στα κλαδιά των θάμνων και στις καλαμιές. Η τρίτη δοκιμασία ήταν η χειρότερη. Η Ψυχή έπρεπε να φέρει στην Αφροδίτη νερό από μια παγωμένη πηγή που βρισκόταν σε έναν ψηλό, απότομο και γλιστερό βράχο που τον φυλούσαν δυο ακοίμητοι δράκοι. Η Ψυχή το κατόρθωσε και αυτό με τη βοήθεια του αετού του Δία. 
Η Αφροδίτη δεν πέτυχε το στόχο της και γι’ αυτό της ανέθεσε ακόμα μια δοκιμασία, πολύ δυσκολότερη από τις προηγούμενες. Η Ψυχή έπρεπε να πάει στον Κάτω Κόσμο και να ζητήσει από την Περσεφόνη να της δώσει ένα κουτάκι με τη θαυματουργή αλοιφή που χάριζε υπερφυσική ομορφιά. Δεν ήταν δύσκολο να καταλάβει η Ψυχή ότι δεν υπήρχε περίπτωση να καταφέρει να πάει και προπάντων να επιστρέψει από τον Άδη, γι’ αυτό ετοιμάστηκε να πηδήξει από έναν ψηλό πύργο και να θέσει τέλος στη ζωή της. Μια φωνή, όμως, που βγήκε από τα σωθικά του πύργου της έδωσε οδηγίες για να κατέβει με ασφάλεια στον Άδη και να γυρίσει σώα και αβλαβής με τον όρο να μην ανοίξει το κουτάκι που θα της έδινε η Περσεφόνη.
Η αποστολή εκτελέστηκε με μεγάλη επιτυχία, αλλά,  η περιέργεια της δεν της βγήκε σε καλό. Η Ψυχή δεν κρατήθηκε και άνοιξε το κουτάκι για να δει το περιεχόμενο του και βγαίνει από μέσα ένας ναρκωτικός ατμός που την τυλίγει ολόκληρη, μουδιάζει τα μέλη της και τη βυθίζει σε ύπνο βαθύ , όμοιο με θάνατο.
Η παρέμβαση του Έρωτα ξυπνά την Ψυχή, που σπεύδει να δώσει το κουτί στην Αφροδίτη ενώ ο Έρωτας βάζει σ’ εφαρμογή το σχέδιό του να γίνει δεκτή η Ψυχή από την Αφροδίτη και τους άλλους θεούς. Το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να υποσχεθεί στον Δία μια τίμια συναλλαγή: Αν ο μέγιστος των Ολυμπίων του έδινε για σύζυγο την Ψυχή, τότε ο Έρωτας αναλάμβανε την ευθύνη να ανακαλύψει και να του προσφέρει την ωραιότερη ερωμένη του κόσμου.
 Έτσι, η Ψυχή έγινε η αθάνατη και αιώνια σύζυγος του Έρωτα, προβιβάστηκε σε θεότητα, συμφιλιώθηκε με την Αφροδίτη και έφερε στον κόσμο ένα χαριτωμένο κοριτσάκι που ονομάστηκε Ηδονή.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου