Τρίτη, 15 Ιουλίου 2014

Για να μιλάμε και να γράφουμε σωστά ελληνικά


 Η ελληνική γλώσσα είναι πλούσια αλλά και δύσκολη πολλές φορές, όταν θέλουμε να τη εκφέρουμε σωστά. Όλοι μας σχεδόν στη ροή του λόγου κάνουμε λάθη. Να λοιπόν 100 επισημάνσεις, για να γίνουμε καλύτεροι στην χρήση τόσο του προφορικού όσο και του γραπτού λόγου.
1.Δὲν εἶ­ναι ζή­τη­μα ἁ­πλῶς προ­σω­πι­κό, ἀλ­λὰ μᾶς ἀ­φο­ρᾶ ὅ­λους (καὶ ὄ­χι: ἁ­πλά). Ἁ­πλῶς = μό­νο. Συμ­πε­ρι­φέ­ρε­ται ἁ­πλὰ (=μὲ ἁ­πλό, ἀ­νε­πι­τή­δευ­το τρό­πο).
2.Ἡ ὑ­πό­θε­ση δὲν τὸν ἀ­φο­ρὰ ἄ­με­σα (ἀλ­λὰ ἔμ­με­σα) (τρο­πι­κὸ ἐ­πίρ­ρη­μα). Νὰ πα­ρου­σια­στεῖ ἀ­μέ­σως (καὶ ὄ­χι: ἄ­με­σα) (χρο­νι­κὸ ἐ­πίρ­ρη­μα).
3.Πι­θα­νῶς ἢ πι­θα­νόν, προ­η­γου­μέ­νους, συγ­χρό­νως, κυ­ρί­ως, ὁ­λο­γρά­φως, ἐν­δε­χο­μέ­νως, αὐ­το­δι­καί­ως, ἑ­πο­μέ­νως (καὶ ὄ­χι σὲ-α).
4.15 Σε­πτεμ­βρί­ου ἢ 15 τοῦ Σε­πτέμ­βρη (καὶ ὄ­χι: 15 Σε­πτέμ­βρη).
5.Τὸ οὐσ. λά­θος δὲν μπο­ρεῖ νὰ χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται ὡς ἐ­πι­θε­τι­κὸς προσ­δι­ο­ρι­σμός: λαν­θα­σμέ­νη ἄ­πο­ψη (καὶ ὄ­χι: λά­θος ἄ­πο­ψη).
6.Κα­κῶς χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ται ἀ­δό­κι­μες λέ­ξεις ὅ­πως: νε­ο­λαῖ­ος, πι­σω­γύ­ρι­σμα, ἀν­τι­πα­λό­τη­τα κλπ.
7.Ἀ­πο­φεύ­γου­με κα­τά­χρη­ση δη­μι­ουρ­γί­ας οὐσ. σὲ -ποί­η­ση: ἐ­λα­χι­στο­ποί­η­ση, ἀ­νω­τα­το­ποί­η­ση κλπ.
8.Πρό­σκλη­ση σὲ συγ­κέν­τρω­ση (καὶ ὄ­χι: κά­λε­σμα σὲ μά­ζω­ξη).
9.Τὰ προ­πα­ρο­ξύ­το­να οὐδ. οὐσ. σὲ -ὁ κα­τε­βά­ζουν τὸν τό­νο στὴν πα­ρα­λή­γου­σα στὴ γέν. ἐν. καὶ πλ. (πα­νε­πι­στη­μί­ου, -ί­ων, πο­λέ­μου, θρι­άμ­βου) ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὶς λα­ϊ­κὲς λέ­ξεις (σί­δε­ρου, ἀλ­λά: σι­δή­ρου).
10. Κα­θι­ε­ρω­μέ­νες λέ­ξεις καὶ φρά­σεις στὴν κα­θα­ρεύ­ου­σα δὲ με­τα­γλωτ­τί­ζον­ται: Μι­κρὰ Ἀ­σί­α, Ἐ­ρυ­θρὰ θά­λασ­σα, Μέ­λας Δρυ­μός, ἡ Ἀ­ρι­στε­ρά, Λευ­κὸς Οἴ­κος, βα­ρὺ ὕ­δωρ, ἐκ­δο­τι­κὸς οἶ­κος, χει­με­ρί­α νάρ­κη, Μι­κρὰ Ἄρ­κτος, ἡ μά­στι­γα (τοῦ αἰ­ώ­να), ἡ πτέ­ρυ­γα (τῆς Βου­λῆς), κλά­δος (τῆς ἐ­πι­στή­μης), σι­νι­κὴ με­λά­νη, δα­μό­κλει­ος σπά­θη κλπ.
11. Δι­α­τη­ροῦ­με ἀ­ναλ­λοί­ω­τες τὶς του­λά­χι­στον 2000 ἀρ­χα­ϊ­στι­κὲς φρά­σεις καὶ λέ­ξεις ποὺ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­με στὸ γρα­πτὸ (χω­ρὶς νὰ θέ­του­με εἰ­σα­γω­γι­κὰ) καὶ προ­φο­ρι­κὸ λό­γο, ὅ­πως: ἐν πά­ση πε­ρι­πτώ­σει, σὺν τοῖς ἄλ­λοις, καὶ οὕ­τω καθ’ ἑ­ξῆς, ἐκ τοῦ σύ­νεγ­γυς, ἐν κρύ­πτω καὶ πα­ρα­βύ­στω, χάρ­μα ἰ­δέ­σθαι, ἐν τῷ με­τα­ξύ, πα­ρα­δείγ­μα­τος χά­ριν, ἐξ ἄλ­λου, ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄ­νευ, αὐ­τὸς κὰθ΄ ἑ­αυ­τόν, ἐκ προ­οι­μί­ου, τοῖς με­τρη­τοῖς, ἂφ΄ ἑ­νὸς μὲν – ἂφ΄ ἑ­τέ­ρου δέ, ὓπ΄ ὄ­ψιν, φὲρ΄ εἰ­πεῖν, ἐν γέ­νει, αὐ­θω­ρεὶ καὶ πα­ρα­χρῆ­μα, εἰ­ρή­σθω ἐν πα­ρό­δω), τύ­ποις, εἴ­θι­σται, τι­μῆς ἕ­νε­κεν, ἒφ΄ ὄ­ρου ζω­ῆς, ἐν κα­τα­κλεί­δι, ἐν μέ­ρει, ἐ­πὶ πλη­ρω­μή, λί­αν κα­λῶς, ἐν ρι­πὴ ὀ­φθαλ­μοῦ, κοι­νὴ συ­ναι­νέ­σει, ἁ­βρό­χοις πο­σίν, ἐν γνώ­σει, ἐξ αἰ­τί­ας κλπ. Ὁ­ρι­σμέ­νες φρά­σεις γρά­φον­ται στὴ δη­μο­τι­κὴ σὲ μί­α λέ­ξη: ἐ­ξαι­τί­ας, ἐ­ξάλ­λου, ἀ­φε­νός, ὑ­πό­ψιν κλπ.
12. Ἡ συ­νά­δελ­φος (καὶ ὄ­χι: συ­να­δέλ­φισ­σα).
13. Δέ­σμη μέ­τρων (καὶ ὄ­χι: πα­κέ­το), ἐκ­δο­χὴ πο­λι­τι­κῶν ἐ­ξε­λί­ξε­ων (καὶ ὄ­χι: σε­νά­ρι­ο).
14. Ἀ­πο­φεύ­γου­με ξέ­νες λέ­ξεις καὶ ἐκ­φρά­σεις, ὅ­ταν ὑ­πάρ­χουν ἀν­τί­στοι­χες ἑλ­λη­νι­κές: ρι­σκά­ρω (δι­α­κιν­δύ­νευ­α), μον­τά­ρω (συ­ναρ­μο­λο­γῶ), κα­ριέ­ρα (στα­δι­ο­δρο­μί­α), σαμ­πο­τὰζ (δο­λι­ο­φθο­ρά), ἴ­μα­τζ (εἰ­κό­να, ἐν­τύ­πω­ση), πρε­στὶζ (κύ­ρος), γκλά­μουρ (σα­γή­νη, αἴ­γλη), σνόμ­πα­ρα (πε­ρι­φρο­νῶ, ὑ­πο­τι­μῶ), μί­τινγκ (συ­νάν­τη­ση), κοὺλ (ψύ­χραι­μος), πρὲς ροὺμ (αἴ­θου­σα τύ­που), πρὲς κόν­φε­ρανς (συ­νέν­τευ­ξη τύ­που), σπόν­σο­ρας (χρη­μα­το­δό­της, χο­ρη­γός), τὶμ (ὁ­μά­δα), προ­τζε­κτ (ἔρ­γο, με­λέ­τη), ντι­ζά­ιν (σχέ­δι­ο), τά­ι­μινγκ (συγ­χρο­νι­σμὸς) κλπ.
15. Τῆς γραμ­μα­τέ­ως, τῆς για­τροῦ, τῆς γυ­μνα­σι­άρ­χου.
16. Ἀ­πο­φεύ­γου­με ἑρ­μη­νεύ­μα­τα ἀγ­γλι­κῶν λέ­ξε­ων ἑλ­λη­νι­κῆς προ­ε­λεύ­σε­ως ποὺ οἱ ἀν­τί­στοι­χές τους ἑλ­λη­νι­κὲς ἔ­χουν ἄλ­λη ση­μα­σί­α (π.χ. φαν­τα­στι­κός: ὁ τῆς φαν­τα­σί­ας, τρο­με­ρός: ὁ προ­ξε­νῶν τρό­μο, καὶ ὄ­χι κα­τα­πλη­κτι­κός, ὑ­πέ­ρο­χος, ποὺ ση­μαί­νουν οἱ ἀγ­γλι­κὲς fantastic, terrific). Ἐ­πί­σης, δὲ με­τα­φρά­ζον­ται ἀγ­γλι­σμοί: δῶ­σε μου τὸ πιά­το (καὶ ὄ­χι: πέ­ρα­σέ μου τὸ πιά­το), ἀ­πευ­θεί­ας με­τά­δο­ση (καὶ ὄ­χι: ζων­τα­νὴ με­τά­δο­ση), κά­νω λά­θος (καὶ ὄ­χι: εἶ­μαι λά­θος), θὰ σοὺ ξα­να­τη­λε­φω­νή­σω (καὶ ὄ­χι: θὰ σὲ πά­ρω πί­σω).
17. Πρὶν ἀ­πὸ τὴν ἔ­ναρ­ξη (καὶ ὄ­χι: πρὶν τὴν ἔ­ναρ­ξη).
18. Τρι­ά­μι­σι κι­λά, τρει­σή­μι­σι μέ­ρες.
19. Πτώ­σεις ἐ­πιθ. σὲ -ής/ής: ο/ἡ δι­ε­θνής, τοῦ/τῆς δι­ε­θνοῦς, τὸν/τὴ δι­ε­θνῆ, τὸ δι­ε­θνές, τὰ δι­ε­θνῆ, ο/ἡ συ­νή­θης, τοῦ/τῆς συ­νή­θους, τὸν/τὴν συ­νή­θη, τὸ σύ­νη­θες, τὰ συ­νή­θη, τῶν συ­νή­θων. Προ­σο­χὴ (μό­νο γιὰ ἀρσ.): Τοῦ εὐ­γε­νοῦς ἀ­γώ­να, ἀλ­λά: τοῦ εὐ­γε­νῆ (=ἀ­ρι­στο­κρά­τη) (ἐ­πίθ. τὸ α΄, οὐσ. τὸ (Γ). Ἐ­πι­στή­μη συγ­γε­νοῦς (ἐ­πίθ.) κλά­δου. Εἶ­ναι φί­λος ἑ­νὸς στε­νοῦ μου συγ­γε­νῆ (οὔσ.).
20. Ὁ τό­νος τῶν προ­πα­ρο­ξύ­το­νων ἐ­πιθ. σὲ -ός κα­τε­βαί­νει στὴν πα­ρα­λή­γου­σα τῆς γέν. ἐν. καὶ γέν. καὶ αἰτ. πλ., ὅ­ταν αὐ­τὰ χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ται ὡς οὐ­σι­α­στι­κά: συμ­πε­ρι­φο­ρὰ βάρ­βα­ρων ἀν­θρώ­πων, ἀλ­λά: οἱ ἐ­πι­δρο­μὲς τῶν βαρ­βά­ρων.
21. Εὐ­χα­ρι­στοῦ­με ὅ­λους ὅ­σοι μᾶς συμ­πα­ρα­στά­θη­καν (καὶ ὄ­χι: ὅ­σους, δι­ό­τι εἶ­ναι ὑ­ποκ. στὸ ρ. ποῦ ἀ­κο­λου­θεῖ), η: εὐ­χα­ρι­στοῦ­με ὅ­σους …
22. Οἱ ἀ­να­δι­πλα­σι­α­σμοὶ τῶν πάθ. μτχ. ἄλ­λο­τε δι­α­τη­ροῦν­ται καὶ ἄλ­λο­τε ὄ­χι: συγ­κα­λυμ­μέ­νος, ἀ­πο­κομ­μέ­νος, δι­α­λυ­μέ­νος, πα­ρα­ταγ­μέ­νος, συμ­φω­νη­μέ­νος, μυ­η­μέ­νος κλπ. (καὶ ὄ­χι πιά: συγ­κε­κα­λυμ­μέ­νος, ἀ­πο­κε­κομ­μέ­νος, δι­α­λε­λυ­μέ­νος, πα­ρα­τε­ταγ­μέ­νος, συμ­πε­φω­νη­μέ­νος, με­μυ­η­μέ­νος), ἀλ­λὰ μό­νο: πα­ρα­τε­τα­μέ­νος, πε­πει­ρα­μέ­νος, δι­α­κε­κρι­μέ­νος, ἐ­πι­τε­τραμ­μέ­νος(=ἀ­να­πλη­ρω­τὴς πρε­σβευ­τή), κα­τα­βε­βλη­μέ­νος, βε­βι­α­σμέ­νος, ἀ­πο­δε­δειγ­μέ­νος, δε­δη­λω­μέ­νος, τὰ πε­πραγ­μέ­να, ἡ πε­πα­τη­μέ­νη, ἀ­να­με­μιγ­μέ­νος, με­μο­νω­μέ­νος κλπ. Προ­σο­χή: θε­ω­ρῶ δε­δο­μέ­νη τὴν ἐ­κλο­γή του. Ἐ­νήρ­γη­σα βά­σει τῶν δε­δο­μέ­νων ποὺ εἶ­χα στὴ δι­ά­θε­σή μου. Ἀλ­λά: Εἶ­μαι δο­σμέ­νος στὸν ἀ­γώ­να. Μί­λη­σε μὲ τε­τριμ­μέ­νες φρά­σεις. Ἀλ­λά: Φο­ρά­ει τριμ­μέ­να ροῦ­χα κλπ.
23. Ἀ­σχο­λού­μα­στε, ἀ­σχο­λού­μα­σταν (καὶ ὄ­χι: ἀ­σχο­λι­ό­μα­στε κλπ. δι­ό­τι τὸ ρ. εἶ­ναι ἀ­σχο­λοῦ­μαι καὶ ὄ­χι ἀ­σχο­λι­έ­μαι).
24. θο­ρυ­βώ­δης, ὀγ­κώ­δης, θυ­ελ­λώ­δης, ἐν­στι­κτώ­δης κλπ. (καὶ ὄ­χι: σὲ -ώ­δι­κος).
25. Τὸ σὰν χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται γιὰ πα­ρο­μοί­ω­ση καὶ ὡς σύν­δε­σμος χρο­νι­κὸς ἢ αἰ­τι­ο­λο­γι­κός: Ψη­λὸς σὰν κυ­πα­ρίσ­σι. Σὰν ἔρ­θεις μὲ τὸ κα­λό. Ἐ­σὺ σὰν συγ­γε­νὴς ἔ­πρε­πε νὰ ἐ­πέμ­βεις. Τὸ ὡς συ­νο­δεύ­ει κα­τη­γο­ρού­με­να: Ὑ­πη­ρε­τεῖ ὡς κα­θη­γη­τής. Τὸ κα­τη­γο­ρού­με­νο μπαί­νει στὴν ἴ­δια πτώ­ση μὲ τὴ λέ­ξη στὴν ὁ­ποί­α ἀ­να­φέ­ρε­ται: Ἡ ἐ­κλο­γή του ὡς κα­θη­γη­τῆ (καὶ ὄ­χι: ὡς κα­θη­γη­τής).
26. Τὸ πά­νω καὶ τὸ κά­τω στὴ δη­μο­τι­κὴ εἶ­ναι μό­νο το­πι­κὰ ἐ­πιρρ. καὶ κα­κῶς με­τα­γλωτ­τί­ζον­ται τὰ ἐ­πὶ καὶ ὑ­πὸ τῆς κα­θα­ρεύ­ου­σας σὲ πε­ρι­πτώ­σεις ὅ­πως οἱ ἑ­ξῆς: Μί­λη­σε πά­νω στὸ θέ­μα ποὺ μᾶς ἀ­πα­σχο­λεῖ (σω­στό: γιὰ τὸ θέ­μα ἢ ἐ­πὶ τοῦ θέ­μα­τος), θὰ προ­σπα­θή­σου­με κά­τω) ἀπ΄ αὐ­τὲς τὶς συν­θῆ­κες (σω­στό: μὲ αὐ­τὲς ἢ ὑπ΄ αὐ­τές).
27. Τὸ ρ. προ­οι­ω­νί­ζο­μαι εἶ­ναι ἀ­πο­θε­τι­κό, δηλ. δὲ δι­α­θέ­τει ἐ­νερ­γη­τι­κὴ φω­νή.
28. Ἀ­νε­νη­μέ­ρω­τος (καὶ ὄ­χι: ἀ­νη­μέ­ρω­τος), κοι­νο­λο­γῶ (καὶ ὄ­χι: κοι­νω­νι­ο­λογῶ), δὲ θὰ προ­ε­τί­θε­σθε (καὶ ὄ­χι: προ­ε­τί­θε­σθο), τί­θεν­ται (καὶ ὄ­χι: τί­θον­ται.), κοι­νό­το­πος, κοι­νο­το­πί­α (καὶ ὄ­χι: κοι­νό­τυ­πος, κοι­νο­τυ­πί­α), με­γε­θύ­νω, με­γέ­θυν­ση (καὶ ὄ­χι: με­γεν­θύ­νω, με­γέν­θυ­ση), ἐμ­βά­θυν­ση (καὶ ὄ­χι: ἐμ­βάν­θυν­ση), ἀ­πα­θα­να­τί­ζω (καὶ ὄ­χι: ἀ­πο­θα­να­τί­ζω), ἀν­τε­πε­ξέρ­χο­μαι (καὶ ὄ­χι: ἀν­τα­πε­ξέρ­χο­μαι), με­λα­ψὸς (καὶ ὄ­χι: με­λαμ­ψός), Ὀ­κτώ­βρι­ος (καὶ ὄ­χι: Ὀ­κτώμ­βρι­ος), χει­ρουρ­γὸς (καὶ ὄ­χι: χει­ροῦρ­γος), πα­ρει­σφρέ­ω (καὶ ὄ­χι: πα­ρει­σφρύ­ω), πα­ρεμ­πι­πτόν­τως (καὶ ὄ­χι: πα­ρε­πι­πτόν­τως), ἔ­χω ἀ­παυ­δή­σει (καὶ ὄ­χι: ἔ­χω ἀ­πηυ­δή­σει), λι­πο­βα­ρὴς (καὶ ὄ­χι: ἐλ­λι­πο­βα­ρής), ὑ­πο­θάλ­πω, πε­ρι­θάλ­πω (καὶ ὄ­χι: ὑ­πο­θάλ­πτω, πε­ρι­θάλ­πτω), ἀ­κα­το­νό­μα­στος (καὶ ὄ­χι: ἀ­κα­τα­νό­μα­στος), ἀ­θυ­ρό­στο­μος (καὶ ὄ­χι: ἀν­θη­ρό­στο­μος).
29. Τὰ ρή­μα­τα τῶν προ­τά­σε­ων ποὺ ἀ­κο­λου­θοῦν συν­τάσ­σον­ται μὲ αἴτ. καὶ ὄ­χι μὲ γέν. Δὲν ἐ­πι­δέ­χε­ται ἀ­να­βο­λή. Δὲ χρει­ά­ζε­ται πε­ραι­τέ­ρω συ­στά­σεις. Δι­έ­φυ­γε τὴν προ­σο­χή μου. Στε­ροῦ­μαι τὰ ἀ­πα­ραί­τη­τα. Ἀ­πεκ­δύ­ο­μαι τὶς εὐ­θύ­νες μου.
30. Τὰ ἄρ­θρα τὸν, τὴν καὶ τὰ μό­ρι­α δέν, μὴν δι­α­τη­ροῦν τὸ ν ὅ­ταν ἀ­κο­λου­θεῖ λέ­ξη ποὺ ἀρ­χί­ζει ἀ­πὸ φω­νῆ­εν, ἀ­πὸ στιγ­μι­αῖ­ο σύμ­φω­νο (κ, π, τ, μπ, ντ, γκ, τσ, τζ) καὶ ἀ­πὸ τὰ δι­πλὰ ξ, ψ. Τὸ ἴ­διο συμ­βαί­νει καὶ μὲ τὴν πρόσ. ἀν­των. τὴν, ἐ­νῶ ἡ ἀν­των. τὸν δι­α­τη­ρεῖ τὸ ν πάν­το­τε: τὸν ἄν­θρω­πο, τὴν πό­λη, τὸ δρό­μο, δὲ φο­βᾶ­μαι, μὴν πε­ρά­σεις, τὴ βλέ­πω, τὸν βλέ­πω.
31. Οἱ τύ­ποι τῆς ἐ­ρω­τη­μα­τι­κῆς ἀν­των. ποιὸς εἶ­ναι μο­νο­σύλ­λα­βοι καὶ δὲν το­νί­ζον­ται: ποιές, ποιοί, ποιοὺς κλπ.
32. Οἱ μτχ. σὲ -ντας γρά­φον­ται μὲ ώ ὅ­ταν αὐ­τὸ το­νί­ζε­ται καὶ μὲ ο ὅ­ταν δὲν το­νί­ζε­ται: κά­νον­τας, τρα­βών­τας.
33. Γι’ αὐ­τὸ (καὶ ὄ­χι: γι­αυ­τό).
34. Ἡ ἔγ­κλι­ση τό­νου στὸ μο­νο­το­νι­κὸ δι­α­τη­ρεῖ­ται: ὁ ἄν­θρω­πός τους.
35. Πού (ἀ­ναφ. ἀν­των.), ποῦ (ἐ­ρω­τημ. ἐ­πίρρ.), πώς (εἴδ. σύνδ.), πῶς (ἐ­ρω­τημ. ἐ­πίρρ.): ρώ­τη­σα αὐ­τὸν ποὺ ἦ­ταν ὑ­πεύ­θυ­νος ποῦ μπο­ροῦ­σα νὰ σὲ βρῶ. Πῶς μπο­ροῦ­σα νὰ πῶ πώς δὲ σὲ ξέ­ρω;
36. Μί­α, μί­α (=μι­ά), δύ­ο, δύ­ο (=δυ­ό).
37. Κλη­τι­κή: κυ­ρί­α Πρό­ε­δρε (καὶ ὄ­χι: κυ­ρί­α Πρό­ε­δρος).
38. Ἡ ἀ­να­πλη­ρώ­τρι­α δι­ευ­θύν­τρι­α / ὑ­πουρ­γὸς (καὶ ὄ­χι: ἡ ἀ­να­πλη­ρω­τὴς δι­ευ­θυν­τὴς / ὑ­πουρ­γός).
39. Δί­νω, ἀλ­λά: πα­ρα­δί­δω, ἀ­να­δί­δω, ἀ­πο­δί­δω κλπ. / δεί­χνω, ἀλ­λά: ἀ­να­δει­κνύ­ω, ἐ­πι­δει­κνύ­ω, ἀ­πο­δεί­κνυ­α) κλπ. / ρί­χνω, ἀλ­λά: ἀ­πορ­ρί­πτω, κα­ταρ­ρί­πτω, ἐ­πιρ­ρί­πτω κλπ. / λύ­νω, ἀλ­λά: ἐ­πι­λύ­ω, δι­α­λύ­ω κλπ. / στέλ­νω, ἀλ­λά: ἀ­πο­στέλ­λω, δι­α­στέλ­λω κλπ. / κλεί­νω, ἀλ­λά: ἀ­πο­κλεί­ω, πε­ρι­κλεί­ω κλπ. / κό­βω, ἀλ­λά: ἀ­πο­κό­πτω, δι­α­κό­πτω κλπ.
40. Γί­νον­ται ὅ­λοι δε­κτοὶ ἀ­νε­ξαρ­τή­τως ἡ­λι­κί­ας καὶ φύ­λου (καὶ ὄ­χι: ἀ­νε­ξαρ­τή­του ἡ­λι­κί­ας …).
41. Ἀ­πο­λαύ­ει τῆς ἐμ­πι­στο­σύ­νης (καὶ ὄ­χι: ἀ­πο­λαμ­βά­νει).
42. Τῶν (πρώ­ην) τρι­τό­κλι­των θη­λυ­κῶν οὐ­σι­α­στι­κῶν νὰ προ­τι­μᾶ­ται ἡ γε­νι­κὴ σὲ -ἕ­ως ἀν­τὶ σὲ -ής με­τὰ ἀ­πὸ λό­γι­ες προ­θέ­σεις ἢ λό­γι­ες ἢ μὴ λό­γι­ες τυ­πο­ποι­η­μέ­νες φρά­σεις: πρὸ τῆς ἀ­πο­φά­σε­ως, ὑ­πὲρ τῆς λύ­σε­ως, πε­ρὶ τῆς σχέ­σε­ως, σχέ­δι­ο πό­λε­ως, πρώ­της τά­ξε­ως, ὁ­δη­γί­ες χρή­σε­ως, ἡ­με­ρο­μη­νί­α λή­ξε­ως, ὁ­μά­δα κρού­σε­ως, κρί­ση συ­νει­δή­σε­ως, χαί­ρω ἐ­κτι­μή­σε­ως, πά­σης φύ­σε­ως, πο­ρεί­α πλεύ­σε­ως, ἔ­τος ἱ­δρύ­σε­ως κλπ.
43. Δὲ χρει­ά­ζον­ται εἰ­σα­γω­γι­κὰ ὅ­ταν χρη­σι­μο­ποι­οῦ­με με­τα­φο­ρι­κὴ ση­μα­σί­α λέ­ξε­ων: ἡ ρί­ζα τοῦ προ­βλή­μα­τος, τρα­βά­ω τὴν προ­σο­χὴ (καὶ ὄ­χι: ἡ «ρί­ζα» …, «τρα­βά­ω» …) κλπ. Χρη­σι­μο­ποι­οῦ­με εἰ­σα­γω­γι­κά, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὶς γνω­στὲς πε­ρι­πτώ­σεις τῶν αὐ­το­λε­ξεὶ ἐ­πα­να­λαμ­βα­νό­με­νων, τῶν γνω­μι­κῶν καὶ τῶν τί­τλων ἔρ­γων, ὀ­νο­μά­των πλοί­ων, ἱ­δρυ­μά­των κλπ., ὅ­ταν μί­α λέ­ξη ἢ φρά­ση τὴ λέ­με εἰ­ρω­νι­κά, ἐν­νο­ών­τας τὴν ἀ­κρι­βῶς ἀν­τί­θε­τη ση­μα­σί­α, ἡ ὁ­ποί­α στὸ γρα­πτὸ λό­γο δὲν μπο­ρεῖ ἀλ­λι­ῶς νὰ ἀ­πο­δο­θεῖ, ἐ­νῶ, ἀν­τί­θε­τα, στὸν προ­φο­ρι­κὸ ἡ φω­νὴ παίρ­νει τὴν ἀ­νά­λο­γη χροι­ά: μοῦ ἐ­πι­φύ­λα­ξε «θερ­μὴ» ὑ­πο­δο­χὴ (δήλ. ψυ­χρή).
44. Ὑ­πὲρ τὸ δέ­ον (καὶ ὄ­χι: ὑ­πὲρ τοῦ δέ­ον­τος).
45. Τὰ ρ. δι­αρ­ρέ­ω καὶ λει­τουρ­γῶ εἶ­ναι ἀ­με­τά­βα­τα: δι­έρ­ρευ­σε ἀ­πὸ πο­λι­τι­κοὺς κύ­κλους ἡ πλη­ρο­φο­ρί­α ὅ­τι… η: πο­λι­τι­κοὶ κύ­κλοι φρόν­τι­σαν νὰ δι­αρ­ρεύ­σει ἡ πλη­ρο­φο­ρί­α ὅ­τι … (καὶ ὄ­χι: πο­λι­τι­κοὶ κύ­κλοι δι­έρ­ρευ­σαν τὴν πλη­ρο­φο­ρί­α ὅ­τι …). θὰ θέ­σω τὸ μη­χά­νη­μα σὲ λει­τουρ­γί­α (καὶ ὄ­χι: θὰ τὸ λει­τουρ­γή­σω).
46. Ἐ­ξε­λέ­γην, ἐ­ξε­πλά­γην, προ­ή­χθης, συ­νέ­βη, ἐ­πλή­γη, συ­νε­λή­φθη­σαν, δι­ε­ξή­χθη­σαν κλπ., κα­τὰ τοὺς πάθ. ἀ­ορ. β΄ τῆς ἀρ­χαί­ας (καὶ ὄ­χι: ἐ­κλέ­χτη­κα, ἐκ­πλά­γη­κα, προ­ά­χθη­κες, συ­νέ­βη­κε, πλή­χτη­κε, συλ­λή­φθη­καν, δι­ε­ξά­χθη­καν κλπ).
47. Αὐ­τὸς κὰθ΄ ἑ­αυ­τόν, αὐ­τοῦ κὰθ΄ ἑ­αυ­τόν, αὐ­τὸν κὰθ΄ ἑ­αυ­τόν, αὐ­τοὶ κὰθ΄ ἑ­αυ­τούς, αὐ­τῶν κὰθ΄ ἑ­αυ­τοὺς κλπ. (καὶ ὄ­χι: αὐ­τοῦ κὰθ΄ ἑ­αυ­τοῦ, αὐ­τῆς κὰθ΄ ἑ­αυ­τῆς, αὐ­τοὶ κὰθ΄ ἐ­αυ­τοὶ κλπ.).
48. Ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τὸ θέ­μα αὐ­τὸ (καὶ ὄ­χι: ὅ­σο ἀ­φο­ρᾶ στὸ θέ­μα αὐ­τό, δι­ό­τι ἀ­πο­τε­λεῖ με­τα­γλώτ­τι­ση τῆς λό­γι­ας σύν­τα­ξης: ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ εἰς τὸ θέ­μα αὐ­τό).
49. Ὅ­ταν, δύ­ο συ­νή­θως, συ­νε­χό­με­να ἐ­πί­θε­τα ἀ­πο­τε­λοῦν ἐ­πι­θε­τι­κοὺς προσ­δι­ο­ρι­σμοὺς οὐ­σι­α­στι­κοῦ ποὺ ἀ­κο­λου­θεῖ, ἀλ­λὰ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο ἀ­πο­δί­δει μί­α οὐ­σι­ώ­δη ἔν­νοι­α σ΄ αὐ­τό, δὲ χω­ρί­ζον­ται με­τα­ξύ τους μὲ κόμ­μα: ἐ­λα­φρὸ δί­τρο­χο μό­νιπ­πο, εἶ­δος ἰ­τα­λι­κοῦ ἀ­φρώ­δους κρα­σιοῦ, ὁ­λό­σω­μο γυ­ναι­κεῖ­ο μα­γιό.
50. Τὰ ἐ­πί­θε­τα σὲ -εἰ­ος / -ἰ­ὸς ποὺ προ­έρ­χον­ται ἀ­πὸ κύ­ρι­α ὀ­νό­μα­τα πραγ­μα­τι­κῶν προ­σώ­πων γρά­φον­ται μὲ εἰ (ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ος), ἐ­νῶ αὐ­τὰ ποὺ προ­έρ­χον­ται ἀ­πὸ το­πω­νύ­μι­α μὲ ἰ (με­τσό­βι­ο). Ὅ­σα προ­έρ­χον­ται ἀ­πὸ κύ­ρι­α ὀ­νό­μα­τα μυ­θι­κῶν προ­σώ­πων, μπο­ροῦν νὰ γρά­φον­ται καὶ μὲ τοὺς δύ­ο τρό­πους (ἀ­πολ­λώ­νι­ος, ἀ­πολ­λώ­νει­ος).
51. Σὲ πολ­λὰ ρή­μα­τα ἡ χρο­νι­κὴ αὔ­ξη­ση δι­α­τη­ρεῖ­ται: ἤ­λεγ­ξα, δι­ηύ­θυ­να, δι­ε­νήρ­γη­σα, ἀ­πέ­κτη­σα κλπ. (καὶ ὄ­χι: ἔ­λεγ­ξα, δι­εύ­θυ­να κλπ).
52. Εἰ­δω­λο­λα­τρί­α, πρω­το­πο­ρί­α κλπ. (καὶ ὄ­χι σὲ -εἴ­α), δι­ό­τι προ­έρ­χον­ται ἀ­πὸ οὐ­σι­α­στι­κὰ (εἰ­δω­λο­λά­τρης κλπ.) καὶ ὄ­χι ἀ­πὸ ρή­μα­τα.
53. Προ­σο­χὴ στὶς προ­στα­κτι­κὲς ἀ­ο­ρί­στων: πα­ρήγ­γει­λα ἕ­να πο­τὸ / πα­ράγ­γει­λέ μου ἕ­να πο­τό, αὐ­τὸς ἀν­τέ­γρα­ψε τὶς ση­μει­ώ­σεις / ἀν­τί­γρα­ψέ μου τὶς ση­μει­ώ­σεις, αὐ­τὸς ἀ­πέρ­ρι­ψε τὴν πρό­τα­ση τοῦ / ἐ­σὺ ἀ­πόρ­ρι­ψε τὴν πρό­τα­σή του.
54. Οἱ μέ­θο­δοι αὐ­τὲς (καὶ ὄ­χι: οἱ μέ­θο­δοι αὐ­τοί).
55. Ἡ φρά­ση «ἐξ ἁ­πα­λῶν ὀ­νύ­χων» ση­μαί­νει παι­δι­ό­θεν, ἀ­πὸ τὴν παι­δι­κὴ ἡ­λι­κί­α (καὶ ὄ­χι: ἁ­δρο­με­ρῶς, ἀ­κρο­θι­γῶς).
56. Ὁ­ποι­οσ­δή­πο­τε, ὁ­τι­δή­πο­τε (καὶ ὄ­χι: ὁ ὁ­ποι­οσ­δή­πο­τε, τὸ ὁ­τι­δή­πο­τε).
57. Τέ­ως βα­σι­λιάς: ὁ μέ­χρι πρὸ τί­νος βα­σι­λιάς. Πρώ­ην βα­σι­λιάς: ὁ πρὶν ἀ­πὸ πο­λὺ και­ρὸ βα­σι­λιάς.
58. Χι­λι­ε­τί­α: πε­ρί­ο­δος χι­λί­ων ἐ­τῶν. Χι­λι­ε­τη­ρί­δα: ἡ ἐ­πέ­τει­ος χι­λί­ων ἐ­τῶν.
59. Ὁ κύ­ρι­ος Κον­το­λέ­ων, τοῦ κ. Κον­το­λέ­ον­τος, ἡ κυ­ρί­α Κον­το­λέ­ον­τος, τῆς κ. Κον­το­λέ­ον­τος κλπ. (καὶ ὄ­χι τοῦ κ. Κον­το­λέ­ων, ἡ κ. Κον­το­λέ­ων).
60. Συμ­με­τέ­χω, πρτ. συμ­με­τεῖ­χα, μέλλ. ἑ­ξα­κολ. θὰ συμ­με­τέ­χω ὅ­λο τὸ χρό­νο στὶς ἐκ­δη­λώ­σεις, μέλλ. στίγμ. Θὰ συμ­με­τά­σχι­υ στὴν ἐκ­δή­λω­ση, ἀ­όρ. συμ­με­τέ­σχον, πρκ.-ὑ­πρσ. ἔ­χω-εἶ­χα συμ­με­τά­σχει.
61. Δὲν ἀ­πο­φά­σι­σα ἀ­κό­μη, για­τί δὲν ἔ­χω τὰ ἀ­παι­τού­με­να στοι­χεῖ­α (καὶ ὄ­χι: Δὲν ἀ­πο­φά­σι­σα ἀ­κό­μη. Καὶ αὐ­τὸ για­τί…).
62. Ἀ­νῆ­κα, ἀ­νῆ­κες, ἀ­νῆ­κε κλπ. (καὶ ὄ­χι: ἄ­νη­κα, ἄ­νη­κες, ἄ­νη­κε κλπ.)
63. Πα­ρα­τα­τι­κὸς συ­νη­ρη­μέ­νων ρη­μά­των σὲ -οῦ­μαι: Σχο­λι­κὴ γραμ­μα­τι­κὴ δη­μο­τι­κῆς: στε­ρού­μουν (!), στε­ρού­σουν (!), στε­ροῦν­ταν, στε­ρού­μα­σταν, στε­ρού­σα­σταν (!), στε­ροῦν­ταν. Γραμ­μα­τι­κὴ κα­θα­ρεύ­ου­σας: ἐ­στε­ρού­μην, ἐ­στε­ρεῖ­σο, ἐ­στε­ρεῖ­το, ἐ­στε­ρού­με­θα, ἐ­στε­ρεῖ­σθε, ἐ­στε­ροῦν­το. Προ­τει­νό­με­νη κλί­ση: (ε)στε­ρού­μην, (ε)στε­ρεῖ­σο, (ε)στε­ρεῖ­το, στε­ρού­μα­σταν, (ε)στε­ρεῖ­σθε, στε­ροῦν­ταν.
64. Ποι­οῦ­μαι τὴν νήσ­σαν (κοι­νῶς: κά­νω τὴν πά­πια) (καὶ ὄ­χι: ποι­ῶ τὴν νήσ­σαν).


65. Τὸ ἐ­πι­χεί­ρη­μα ποὺ προ­βλή­θη­κε εἶ­ναι ὑ­πὲρ αὐ­τοῦ (καὶ ὄ­χι: ὑ­πέρ του).
66. Ἐ­πι­τα­χύ­νω / προ­ω­θῶ / ἐ­πι­σπεύ­δω τὸ θέ­μα / πρό­γραμ­μα κλπ. (καὶ ὄ­χι: τρέ­χω τὸ θέ­μα / πρό­γραμ­μα).
67. Ὁ­ρι­σμέ­να ἀ­φη­ρη­μέ­να οὐ­σι­α­στι­κά, ὅ­πως: πο­λι­τι­κή, λο­γι­κή, πρα­κτι­κή, συμ­πε­ρι­φο­ρά,ὑ­πο­δο­μὴ κλπ.δὲ χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ται στὸν πλ.: ἡ πο­λι­τι­κὴ ποὺ θὰ ἀ­κο­λου­θη­θεῖ σὲ πολ­λοὺς το­μεῖς (καὶ ὄ­χι:οἱ πο­λι­τι­κὲς ποὺ …) κλπ.
68. Δρώ­με­να= α. τε­λε­τουρ­γί­ες β. ὅ­σα πα­ρι­στά­νον­ται σὲ θε­α­τρι­κὴ σκη­νή. Τε­κται­νό­με­να= μη­χα­νορ­ρα­φί­ες.  Εἶ­ναι λαν­θα­σμέ­νο τὸ ἑρ­μή­νευ­μα: δι­α­δρα­μα­τι­ζό­με­να (π.χ. τὰ δρώ­με­να / τε­κται­νό­με­να τῆς πο­λι­τι­κῆς ζω­ῆς).
69. Ἀ­πο­τεί­νο­μαι, μέλλ. θὰ ἀ­πο­τα­θῶ (καὶ ὄ­χι: ἀ­πο­ταν­θῶ).
70. Χρό­νοι συν­θέ­των τοῦ ἄ­γω: ἐνστ. ἐ­ξά­γω, πρτ. ἐ­ξῆ­γα, μέλλ. ἐ­ξα­κολ. κά­θε χρό­νο θὰ ἐ­ξά­γω, μέλλ. στιγμ. ἡ χώ­ρα φέ­τος θὰ ἐ­ξα­γά­γει ἑ­σπε­ρι­δο­ει­δῆ, ἀ­όρ. ἐ­ξή­γα­γα, πρκ.-ὑ­πρσ. ἔ­χω-εἶ­χα ἐ­ξα­γά­γει.
71. Χρό­νοι τῶν ρη­μά­των σὲ -λλῶ: ἔνστ. ἐ­πι­βάλ­λω, πρτ. ἐ­πέ­βαλ­λα, μέλλ. ἑ­ξα­κολ. θὰ κα­τα­βάλ­λω κά­θε μή­να τὸ ἐ­νοί­κι­ο, μέλλ. στίγμ. θὰ σοὺ κα­τα­βά­λω τὸ ἀν­τί­τι­μο (ἅ­παξ), ἀ­όρ. ἐ­πέ­βα­λα, πρκ.-ὑ­πρσ. ἔ­χω-εἶ­χα ἐ­πι­βά­λει.
72. Ρή­μα­τα ποὺ στὸν ἀ­όρ. λή­γουν σὲ -ησα, -ισα, -υ­σα, -οισα στὸ β΄ πλ. πρστ. ἐ­νεργ. ἀ­όρ. δι­α­τη­ροῦν τὴν ὀρ­θο­γρα­φί­α τῆς πα­ρα­λή­γου­σας: κρα­τῆ­στε, κα­θα­ρί­στε, λύ­στε, ἀ­θροῖ­στε.
73. Ὀρ­θο­γρα­φί­α λέ­ξε­ων: βι­ο­τι­κός, βί­ω­μα, βι­ω­μα­τι­κός, βι­ώ­σι­μος / ἄ­με­σος, ἔμ­με­σος / ἐκ­με­ταλ­λεύ­ο­μαι, ἐκ­με­τάλ­λευ­ση / ὠ­φε­λῶ, (ἀ­φέ­λει­α, ὠ­φέ­λη­μα, ὠ­φέ­λι­μος, ὠ­φε­λι­μι­στής, ὀ­φεί­λω, ὀ­φει­λή, ὄ­φε­λος, ὀ­φει­λέ­της / ἐ­πιρ­ρο­ή, ἐ­πη­ρε­ά­ζω, ἐ­πή­ρει­α / διά­λειμ­μα, δι­ά­λυ­μα (χη­μι­κό), δί­λημ­μα / ἔλ­λει­ψη, ἔλ­λειμ­μα, ἐλ­λι­πὴς / ἐν­νέ­α, ἐν­νι­α­κό­σι­α, ἔ­να­τος, ἐ­νε­νήν­τα / βορ­ρᾶς, βο­ριὰς / ὑ­πε­ρη­φά­νεια, πε­ρη­φά­νια / ποι­κίλ­λω, ποι­κί­λος, ποι­κι­λί­α / γέν­νη­ση, γέ­νε­ση, γε­νέ­θλι­α / ἀλ­λι­ῶς, ἀλ­λιώ­τι­κος, ἀλ­λοι­ώ­νω, ἀλ­λοί­ω­ση / ἀ­μεί­βω, ἀ­μοι­βὴ / ἀ­λεί­φω, ἀ­λοι­φὴ / ἀ­να­στή­λω­ση, ὑ­πο­στύ­λω­ση / δυ­σφή­μη­ση, δι­α­φή­μι­ση / μέ­σω, λό­γω: τὸ ἔ­στει­λα μέ­σω τοῦ κοι­νοῦ μας φί­λου, δὲν πῆ­γα λό­γω τῆς βρο­χῆς / ποιό, πι­ό: δὲν ξέ­ρω ποιὸ εἶ­ναι πι­ὸ κα­λὸ / κα­τά­λη­ξη ρ. σὲ -τὲ (β΄ πλ. ἐ­νεργ. φ.) καὶ -ταὶ (γ΄ ἐν. πάθ. φ.): νὰ μὴ θε­ω­ρεῖ­τε ἀ­ναγ­κα­στι­κὰ σω­στὸ ὅ,­τι θε­ω­ρεῖ­ται γε­νι­κὰ ἀ­πο­δε­κτὸ / ἔ­δω­σα, θὰ δώ­σω, δό­θη­κα, θὰ δο­θῶ / σά­τι­ρα, σα­τι­ρίζθ3, σα­τι­ρι­κὸ ποί­η­μα, Σά­τυ­ρος (μύθ. ἀ­κό­λου­θος τοῦ Δι­ο­νύ­σου), σά­τυ­ρος (ἀ­σελ­γής), σα­τυ­ρι­κὸς (ὁ τοῦ Σα­τύ­ρου), σα­τυ­ρι­κὸ δρά­μα (τὸ ἀρ­χαῖ­ο λο­γο­τε­χνι­κὸ εἶ­δος) / Κέ­κροψ, Χέ­οψ / συ­νεί­δη­ση, συ­νει­δη­το­ποί­η­ση / μή­νυ­μα, μή­νυ­ση / κη­ρύσ­σω, κή­ρυγ­μα / μο­νώ­ρο­φος, δι­ώ­ρο­φος, πο­λυ­ώ­ρο­φος / πα­ρα­λή­φθη­κε σή­με­ρα τὸ ἐμ­πό­ρευ­μα (< πα­ρα­λαμ­βά­νω), πα­ρα­λεί­φθη­κε μί­α γραμ­μὴ ἂπ΄ τὸ κεί­με­νο (< πα­ρα­λεί­πω) / ἔ­λεγ­χος, ἄγ­χος, με­λαγ­χο­λί­α / ὅ­τι, ὅ,­τι: εἶ­πε ὅ­τι θὰ πά­ει, πά­ρε ὅ,­τι θέ­λεις / τυ­ραν­νί­α, ἀ­πόρ­ροι­α, εἰ­λι­κρί­νει­α, κοι­τά­ζω, συ­νεν­νο­οῦ­μαι, δει­σι­δαι­μο­νί­α, συν­δύ­α­ζα:), ἀ­να­καί­νι­ση, ἐ­λάτ­τω­μα, πλα­τει­α­σμός, συν­δαι­τυ­μό­νας, με­γα­λε­πή­βο­λος, βε­βα­ρη­μέ­νος, ἐ­πα­νει­λημ­μέ­νος, συ­νω­μο­σί­α, ὁρ­κω­μο­σί­α, φτώ­χεια, ὤ­σμω­ση, δι­α­πί­δυ­ση, Εὐ­ρι­πί­δης, Θου­κυ­δί­δης, Ἰ­ά­σο­νας, ἀ­πόρ­ριμ­μα, συ­νημ­μέ­νος, εἰ­σι­τή­ρι­ο, ἀν­ταλ­λάσ­σω, δι­α­κε­κρι­μέ­νος συγ­κε­κρι­μέ­νος, ἐγ­κε­κρι­μέ­νος, κα­τα­χώ­ρι­ση, δι­κλί­δα, δου­λειά, δω­σί­λο­γος, ἐγ­χεί­ρη­ση, δι­α­τε­θει­μέ­νος, ἐ­κτε­θει­μέ­νος, ἕλ­κη­θρο.
74. Νέ­α ὀρ­θο­γρα­φί­α λέ­ξε­ων: ἀ­βγό, ἀ­λί­μο­νο, ἀ­νι­ψιός, ἀν­τι­κρί­ζω, Ἀ­ρά­χο­βα, ἀ­φή­νω, βα­θι­ά, βε­ζί­ρης, βρε­μέ­νος, βρι­κό­λα­κας, βρό­μα, γα­βγί­ζω, γα­ρί­φα­λο, γλι­τώ­νω, γό­μα, δυ­ό­μι­σι κλπ., ζή­λια, κα­βγάς, κα­η­μέ­νος, και­νού­ριος, κα­μι­ά, κό­κα­λο, κο­λό­να, κο­πέ­λα, κρε­βά­τι, Λά­ρι­σα, λι­μέ­ρι, λιώ­νω, μα­κε­λι­ό, μα­κρι­ά, Μα­νό­λης, μαν­τί­λι, μό­λος, Μο­ρι­ᾶς, μπί­ρα, Να­βα­ρί­νο, νη­στί­σι­μος, νιώ­θω, ξί­δι, ξι­πά­ζω, πα­λι­κά­ρι, πρίγ­κι­πας, σά­κος, σβή­νω, σι­νά­φι, σιν­τρι­βά­νι, σι­ρί­τι, Σλά­βος, στά­βλος, συ­γνώ­μη, συμ­πά­θι­ο, τά­λι­ρο, τρε­λός, Τρί­κα­λα, φιν­τά­νι, φλι­τζά­νι, φτή­νια, χλο­μός, χνό­το, χρε­ο­κο­πί­α. Τὰ ξέ­να προ­ση­γο­ρι­κὰ καὶ κύ­ρι­α ὀ­νό­μα­τα γρά­φον­ται μὲ τὸν ἁ­πλού­στε­ρο τρό­πο: τρέ­νο, Σέξ­πιρ.
75. Νὰ δι­α­βά­σε­τε μέ­χρι τὴ σε­λί­δα 69 (καὶ ὄ­χι: μέ­χρι καὶ τὴ σε­λί­δα 69).
76. Λαν­θα­σμέ­νη γε­νι­κὴ ἢ λαν­θα­σμέ­νος το­νι­σμὸς ὀ­νο­μα­σι­ῶν ὁ­δῶν τῆς Ἀ­θή­νας: λε­ω­φό­ρος Κη­φι­σι­ᾶς (καὶ ὄ­χι: Κη­φι­σί­ας), ὁ­δὸς Μάρ­νη (καὶ ὄ­χι: Μάρ­νης), ὁ­δὸς Τράλ­λε­ων (καὶ ὄ­χι: Τραλ­λέ­ων), ὁ­δὸς Βα­τά­τζη (καὶ ὄ­χι: Βα­τα­τζή), ὁ­δὸς Κο­ροί­βου (καὶ ὄ­χι: Κο­ρο­ϊ­βου), ὁ­δὸς Χερ­σῶ­νος (καὶ ὄ­χι: Χέρ­σω­νος), ὁ­δὸς Χά­ρη­τος (ὁ Χά­ρης, -ἠ­τος) (καὶ ὄ­χι: Χά­ρι­τος), ὁ­δὸς Ἁλ­κυ­ο­νί­δων (καὶ ὄ­χι: Ἁλ­κυ­ο­νι­δῶν), ὁ­δὸς Ἀτ­θί­δων (καὶ ὄ­χι: Ἀτ­θι­δῶν), ὁ­δὸς Ση­μα­χι­δῶν (Ση­μα­χί­δαι: ἀρ­χαῖ­ος ἀτ­τι­κὸς δῆ­μος) (καὶ ὄ­χι: Συμ­μα­χι­δῶν).
77. Τοῦ Σι­κά­γου, τῆς Νι­κα­ρά­γου­ας, τοῦ Μι­λά­νου, τοῦ Με­ξι­κοῦ, τῆς Κα­λι­φόρ­νι­ας, τῆς Ρι­βι­έ­ρας κλπ. (καὶ ὄ­χι: τοῦ Σι­κά­γο, τῆς Νι­κα­ρά­γου­α κλπ.).
78. Ἡ λέ­ξη αὐ­τὴ ἀ­παν­τᾶ συ­χνὰ στὸν Ὅ­μη­ρο (καὶ ὄ­χι: ἀ­παν­τᾶ­ται).
79. Ὀρ­θο­γρα­φί­α με­ρι­κῶν ὁ­μό­η­χων λέ­ξε­ων: τὸ τεῖ­χος, ὁ τοῖ­χος / ἔ­χω κλί­ση στὴ μου­σι­κὴ (<κλί­νω), πῆ­ρα κλή­ση ἀ­πὸ τὸ δι­κα­στή­ρι­ο (<κα­λῶ) / σύγ­κλι­ση ἀ­πό­ψε­ων, σύγ­κλη­ση συ­νε­δρί­ου, σύγ­κλει­ση δον­τιῶν / ἑ­τε­ρό­κλι­το οὐ­σι­α­στι­κό, ἑ­τε­ρό­κλη­το πλῆ­θος / κλεί­νω τὴν πόρ­τα, κλί­νω τὸ ρῆ­μα / ἡ ἐ­ξάρ­τη­ση ἀ­πὸ τὰ ναρ­κω­τι­κὰ (<ἐ­ξαρ­τῶ), ἡ ἐ­ξάρ­τυ­ση τοῦ στρα­τι­ώ­τη (<ἑ­ξαρ­τύ­ω), ἡ ἐ­ξάρ­τι­ση τοῦ πλοί­ου (<ἑ­ξαρ­τί­ζω) / ἡ σο­ρός του θὰ ἐ­κτε­θεῖ σὲ λα­ϊ­κὸ προ­σκύ­νη­μα, ὁ σω­ρὸς ἀ­πὸ ξύ­λα / τί μέλ­λει γε­νέ­σθαι;, δὲ μὲ μέ­λει τί θὰ γί­νει / ὁ στί­χος τοῦ ποι­ή­μα­τος, νὰ πα­ρα­τα­χθεῖ­τε σὲ τρεῖς στοί­χους / φύλ­λο τοῦ δέν­τρου, τὸ ἀρ­σε­νι­κὸ φύ­λο / ψη­λὴ γυ­ναί­κα, ψι­λὴ κυ­ρι­ό­τη­τα | κλω­στὴ | φω­νὴ κλπ. / ἐ­φορ(ε)ί­α Οἰ­κο­νο­μι­κὴ Ἀρ­χαι­ο­τή­των, εὐ­φο­ρί­α τῆς γῆς | πνευ­μα­τι­κὴ | ψυ­χι­κὴ / κόλ­λη­μα χαρ­τιῶν, νο­μι­κὸ κώ­λυ­μα / πο­λι­τι­κὸ κόμ­μα, ἔ­πε­σε σὲ κῶ­μα / ἀ­πευ­θύ­νω ἔκ­κλη­ση, ἔ­κλυ­ση ἠ­θῶν / σύγ­χυ­ση νο­η­μά­των (<συγ­χέ­ω), ψυ­χι­κὴ σύγ­χι­ση (<συγ­χί­ζω) / ἰ­ω­νι­κὴ φι­λο­σο­φί­α (<Ἰ­ω­νί­α), Ἰ­ο­νι­κὴ Τρά­πε­ζα (<Ἰ­ό­νι­ο) / λι­μὸς (=πεί­να), λοι­μὸς (=λοι­μῶ­δες νό­ση­μα, πα­νώ­λης).
80. Βρέ­χει ἐ­πὶ δι­καί­ους καὶ ἀ­δί­κους (καὶ ὄ­χι: ἐ­πὶ δι­καί­ων καὶ ἀ­δί­κων).
81. Ἀ­νέ­κα­θεν (καὶ ὄ­χι: ἀ­πὸ ἀ­νέ­κα­θεν), μα­κρό­θεν (καὶ ὄ­χι: ἐκ τοῦ μα­κρό­θεν).
82. Ἐ­πὶ τού­τῳ (καὶ ὄ­χι: ἐ­πὶ τού­του).
83. Οἱ στύ­λοι τοῦ Ὀ­λυμ­πί­ου Δι­ὸς (καὶ ὄ­χι: οἱ στῆ­λες).
84. Ὀρ­θο­γρα­φί­α ἡ / καὶ ση­μα­σί­α με­ρι­κῶν πα­ρω­νύ­μων: τε­χνι­κός, τε­χνη­τὸς / ἄλ­λο­τε, ἄλ­λω­στε / πη­λή­κι­ο, πη­λί­κο / παίρ­νω δῶ­ρο, περ­νῶ τὸ δρό­μο / βρό­χος (=θη­λιά), βρόγ­χος (τῶν πνευ­μό­νων) / ἐγ­κύ­πτει στὴ με­λέ­τη τῆς φι­λο­σο­φί­ας, ἐν­σκή­πτει κα­κο­και­ρί­α / κυ­κλα­δι­κὸ εἰ­δώ­λι­ο, ἑ­δώ­λι­ο τοῦ κα­τη­γο­ρου­μέ­νου / τὸν κα­τα­τρέ­χουν οἱ ἐ­χθροί του, τὸν κα­τα­τρύ­χουν οἱ ἀρ­ρώ­στιες / κλη­ρο­δο­τῶ τὸ σπί­τι στὸ γιό μου, κλη­ρο­νο­μῶ τὸ σπί­τι ἀ­πὸ τὸν πα­τέ­ρα μου / ἡ αὐ­γὴ ὑ­πο­φώ­σκει, ὁ κίν­δυ­νος τοῦ πο­λέ­μου ὑ­πο­βό­σκει / κυ­κλο­φο­ρι­α­κὴ συμ­φό­ρη­ση σ΄ ὅ­λην τὴν πό­λη, τὸ κυ­κλο­φο­ρι­κὸ σύ­στη­μα τοῦ ἀν­θρώ­πι­νου σώ­μα­τος / τὸ μεῖγ­μα συ­νί­στα­ται ἀ­πὸ τὰ ἑ­ξῆς ὑ­λι­κά, συ­νι­στᾶ­ται ἡ ἀ­νά­παυ­ση τοῦ ἀ­σθε­νοῦς / ψυ­χι­κὴ ὀ­δύ­νη, (ὀ­δί­νες (=πό­νοι τῆς γέν­νας) / οἱ ἐμ­πει­ρί­ες ἀ­πὸ τὶς ἀ­πο­τυ­χί­ες μας μᾶς πα­ρέ­χουν πο­λύ­τι­μη πεί­ρα / οἱ κά­τοι­κοι τῆς ὑ­παί­θρου, βγῆ­κα στὸ ὕ­παι­θρο γιὰ νὰ ξε­μου­δι­ά­σω / ἀ­παι­τεῖ­ται ἡ νο­ση­λεί­α του σὲ κλι­νι­κή, ἡ ἀ­σφα­λι­στι­κή του ἐ­ται­ρί­α θὰ κα­τα­βά­λει τὰ νο­σή­λι­α.
85. Ἐ­πα­να­λαμ­βά­νω (καὶ ὄ­χι: ξα­να­ε­πα­να­λαμ­βά­νω).
86. Τὸ νο­μο­σχέ­δι­ο ψη­φί­στη­κε κὰτ΄ ἀρ­χὴν (=στὰ βα­σι­κὰ ση­μεῖ­α). Κὰτ΄ ἀρ­χὰς (=ἀρ­χι­κὰ) νό­μι­ζα πὼς ἦ­ταν σω­στό, ἀλ­λὰ με­τὰ ἄλ­λα­ξα γνώ­μη.
87. Ἁ­ψί­κο­ρος = αὐ­τὸς ποὺ χορ­ταί­νει εὔ­κο­λα (καὶ ὄ­χι: ὀ­ξύ­θυ­μος).
88. Πρέ­πει νὰ συ­νει­σφέ­ρουν ὅ­λοι στὸν ἔ­ρα­νο καὶ δὴ καὶ οἱ πλού­σι­οι (καὶ ὄ­χι: καὶ δὴ οἱ πλού­σι­οι).
89. Στὸ βι­βλί­ο τοῦ πραγ­μα­τεύ­ε­ται τὸ θέ­μα τῶν κοι­νω­νι­κῶν θε­σμῶν (καὶ ὄ­χι: δι­α­πραγ­μα­τεύ­ε­ται). Ἀλ­λά: Ὁ Ὑ­πουρ­γὸς Ἐ­ξω­τε­ρι­κῶν δι­α­πραγ­μα­τεύ­ε­ται τοὺς ὅ­ρους τῆς εἰ­ρή­νης.
90. Ὁ ἐ­πι­κε­φα­λῆς, τοῦ ἐ­πι­κε­φα­λῆς, τὸν ἐ­πι­κε­φα­λῆς, οἱ ἐ­πι­κε­φα­λῆς κλπ.
91. Κα­λύ­τε­ρος ἢ πι­ὸ κα­λὸς (καὶ ὄ­χι: πι­ὸ κα­λύ­τε­ρος).
92. Κα­μί­α ἀλ­λα­γὴ δὲν ἐ­πέ­φε­ρε ὁ νέ­ος κα­νο­νι­σμός, ἤ: οὐ­δε­μί­α ἀλ­λα­γὴ ἐ­πέ­φε­ρε ὁ νέ­ος κα­νο­νι­σμὸς (καὶ ὄ­χι: κα­μί­α ἀλ­λα­γὴ ἐ­πέ­φε­ρε ὁ …, η: οὐ­δε­μί­α ἀλ­λα­γὴ δὲν ἐ­πέ­φε­ρε ὁ …).
93. Ὁ εὐ­θύς, τοῦ εὐ­θῦ ἢ εὐ­θέ­ος (καὶ ὄ­χι σέ: -ως) κλπ.
94. Τὰ σύν­θε­τα μὲ προ­θέ­σεις ρή­μα­τα στὸν πρτ. καὶ στὸν ἀ­όρ. ἄλ­λο­τε ἔ­χουν ἐ­σω­τε­ρι­κὴ συλ­λα­βι­κὴ αὔ­ξη­ση καὶ ἄλ­λο­τε ὄ­χι: ἐ­ξέ­φρα­σα (καὶ ὄ­χι: ἔκ­φρα­σα), ἐ­ξέ­φρα­σαν (καὶ ὄ­χι: ἔκ­φρα­σαν) η: ἐκ­φρά­σα­νε, συ­νέ­θε­σα (καὶ ὄ­χι: σύν­θε­σα), συ­νέ­θε­σαν (καὶ ὄ­χι: σύν­θε­σαν) η: συν­θέ­σα­νε, εἰ­σέ­πρα­ξα (καὶ ὄ­χι: εἴ­σπρα­ξα), εἰ­σέ­πρα­ξαν (καὶ ὄ­χι: εἴ­σπρα­ξαν) η: εἰ­σπρά­ξα­νε κλπ., ἀλ­λὰ μό­νο: δι­α­χώ­ρι­σα, με­τα­βί­βα­ζα, ἐκ­φώ­νη­σα, ἐ­κλι­πά­ρη­σα κλπ.
95. Ἐ­νήρ­γη­σα στὸ πλαί­σι­ο τῶν ἁρ­μο­δι­ο­τή­των μου (καὶ ὄ­χι: στὰ πλαί­σι­α).
96. Στὴ συ­νέ­λευ­ση ζή­τη­σα τὸ λό­γο γιὰ νὰ δι­α­τυ­πώ­σω / ἐκ­φρά­σω / ἐκ­θέ­σω τὴν ἄ­πο­ψή μου (καὶ ὄ­χι: γιὰ νὰ το­πο­θε­τη­θῶ).
97. Τὰ τε­λευ­ταί­α γε­γο­νό­τα φο­βᾶ­μαι πὼς θὰ ἀ­νοί­ξουν τὸν ἀ­σκὸ τοῦ Αἰ­ό­λου (καὶ ὄ­χι: τοὺς ἀ­σκούς).
98. Τὰ ὀ­νό­μα­τα ἑλ­λη­νι­κῶν πό­λε­ων καὶ νο­μῶν πρέ­πει νὰ χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ται στὸ λό­γι­ο τύ­πο τους σὲ ὀ­νο­μα­σί­ες ἱ­δρυ­μά­των, ὀρ­γα­νι­σμῶν, κτι­ρί­ων κλπ. καὶ σὲ κα­θι­ε­ρω­μέ­νες ὀ­νο­μα­σί­ες ἀ­γρο­τι­κῶν προ­ϊ­όν­των: 1° Πει­ρα­μα­τι­κὸ Λύ­κει­ο Ἀ­θη­νῶν, Δῆ­μος Πει­ραι­ῶς, Πα­νε­πι­στή­μι­ο Πα­τρών, Σταθ­μὸς Λα­ρί­σης, νο­μὸς Πέλ­λης, Δη­μο­τι­κὴ Βι­βλι­ο­θή­κη Ἰ­ω­αν­νί­νων, Μη­τρό­πο­λη Πρε­βέ­ζης, Σχο­λὴ Ἐμ­πο­ρι­κοῦ Ναυ­τι­κοῦ Κε­φαλ­λη­νί­ας, πι­πε­ριὲς Φλω­ρί­νης, ἐ­λιὲς Ἀμ­φισ­σης, φι­στί­κια Αἰ­γί­νης κλπ.
99. Λά­θη στὴ στρα­τι­ω­τι­κὴ ὁ­ρο­λο­γί­α: ἡ πε­ρί­πο­λος (καὶ ὄ­χι οὔδ.), ὁ γε­μι­στή­ρας, ὁ τε­λα­μώ­νας, ὁ ἀ­ορ­τή­ρας, ὁ ζω­στή­ρας (καὶ ὄ­χι θήλ.), οἱ λο­χί­ες (καὶ ὄ­χι: οἱ λο­χί­οι), στρα­τι­ώ­της προ­σκε­κολ­λη­μέ­νος σὲ ἄλ­λη μο­νά­δα (καὶ ὄ­χι: προ­σκω­λυ­ό­με­νος).
100. Ὁ προ­βλή­τας τοῦ λι­μα­νιοῦ (καὶ ὄ­χι: ἡ προ­βλή­τα).
Σύν­τα­ξη: Δ. Κρα­σα­νά­κης, κα­θη­γη­τὴς 1ου Ἑ­νι­αί­ου Πει­ρα­μα­τι­κοῦ Λυ­κεί­ου Ἀ­θη­νῶν

 πηγή : filonoi.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου