Κυριακή, 20 Μαρτίου 2016

Ημέρα ποίησης 2016

Αύριο γιορτάζουμε την ημέρα ποίησης.Ίσως κάποιος σκεφτεί πως "δεν είναι εποχή για ποίηση και άλλα παρόμοια" κατά πως λέει ο ποιητής. Αναδημοσιεύω για το λόγο αυτό ένα άρθρο του Στρατή Πασχάλη από την Ελευθεροτυπία με τίτλο "ΠΟΙΗΣΗ ΣΕ ΜΙΚΡΟΨΥΧΟΥΣ ΚΑΙΡΟΥΣ", για να καταδείξουμε την διαχρονική αναγκαιότητα της ποίησης, που μας δίνει ανάσες ζωής στην εντατική που παλεύουμε να επιβιώσουμε τον τελευταίο καιρό.Καλή ανάγνωση!
Στο μεταξύ πολλές φορές μου φαίνεται
πως είναι πιο καλά να κοιμηθείς παρά να βρίσκεσαι έτσι χωρίς
σύντροφο
και να επιμένεις τόσο. Και τι να κάνεις μέσα στην αναμονή, και
τι να πεις;
Δεν ξέρω. Κι οι ποιητές τι χρειάζονται σ' έναν μικρόψυχο
καιρό;
Το διάσημο ρητορικό ερώτημα του Χέλντερλιν στο ποίημα Αρτος και οίνος, μεταφρασμένο από τον Τάκη Παπατσώνη. Και ιδού η απάντηση από τον ίδιο τον ποιητή, λίγο πιο κάτω:
Οι Ποιητές [ωστόσο] σαν τους ιερείς του Βάκχου τους
σεβασμίους
χρεωστούν να φανερώνονται από Χώρα εις Χώραν, εν μέσω
των ιερών νυχτών.
Αναρωτιέμαι γιατί επιμένουμε τόσο στην απαισιόδοξη ερώτηση και όχι στην απάντηση για την αναγκαιότητα (πάση θυσία) της ποίησης που έδωσε ο ίδιος ο μεγάλος ρομαντικός στον εαυτό του. Φαντάζομαι γιατί η απάντηση είναι μια σιβυλλική φράση ονειροπαρμένου, μη πειστική για τη θεωρητική πλευρά, η οποία συνεχώς ασχολείται με την ποίηση σαν να ήταν αντικείμενο επιστημονικής έρευνας και συνεχώς διερωτάται (μήπως πονηρά;) για τη χρησιμότητα της ποίησης, για την εξέλιξη της ποίησης, για το μέλλον της ποίησης -κάνοντας ουσιαστικά τι;-, αμφισβητώντας τη δυνατότητα της ποίησης να υπάρχει και να δρα ως ποίηση και μόνο ποίηση, ανεπίδεκτη φιλολογικής κατάταξης, κριτικού σχολιασμού και θεωρητικής κωδικοποίησης, φαινόμενο της ζωής, που όσο κι αν αλλάζει μένει κατ' ουσίαν διαρκώς το ίδιο, μηχανισμός ανατροπής κάθε βεβαιότητάς μας, μηχανισμός σαγήνης (εδώ θα αγανακτήσουν πολλοί -το περίφημο μαλαρμεϊκό «δέλεαρ», απαράδεκτο για τον Τσέλαν, αλλά αλίμονο αν η αλήθεια -του ποιήματος- δεν δελεάζει, πόσω μάλλον όταν η σαγήνη εξάλλου έχει πολλές εκδοχές, ακόμα και αντι-σαγηνευτικής γοητείας) αναρχικά προκύπτοντας μέσα από μια ιδιαίτερη χρήση των φθόγγων γεννώντας μια φωνητική εικόνα γεμάτη νόημα, όσο και μη-νόημα, με διαφορετική αφορμή κάθε φορά, ανάλογα με τις εποχές, τα ήθη, τις γλώσσες, αλλά με έναν και μόνο σκοπό: την εκδήλωση απορίας (κατανυκτικής σιωπής) μπροστά στο αίνιγμα (ή τη φρίκη), που είναι η ύπαρξη και ο κόσμος.


Αλλά νομίζω πως ακούω κιόλας τους ειδικούς να μου λένε ότι γενικεύω, και ότι δεν μπορώ να τα βάζω όλα στο ίδιο τσουβάλι, μια και η κατασκευή στίχων φαινόμενο των κοινωνιών είναι, και ότι κάθε εποχή έχει τον ιδιαίτερο τρόπο της να εκδηλώνει αυτή την τεχνική ενασχόληση, και ότι εν τέλει όσα πιστεύουμε σήμερα για την ποίηση και τη λειτουργία της συνιστούν μονάχα κληροδοτήματα, απομεινάρια, της ρομαντικής εποχής (τι άλλο είναι, άραγε, ο ρομαντισμός εκτός από την έκρηξη της αληθινής ποιητικότητας μέσα στο ορθολογούμενο ευρωπαϊκό περιβάλλον), που τοποθέτησε τον ποιητή στη θέση του προφήτη, απ' όπου ξέπεσε με τη μηχανοποίηση της ζωής σε παράδοξο μοναχικό αμφισβητία, φωνή βοώντος εν τη ερήμω, φτάνοντας να καταντήσει ένας περιθωριακός συγγραφέας που ενδιαφέρει μόνο φιλολογούντες ή διανοούμενους λογίους, ίσως και κάποιους προβληματικούς αναγνώστες.
Σύμφωνοι, θα απαντήσω. Αλλά θα προσθέσω ότι δεν προτίθεμαι από αυτό εδώ το βήμα να σιγοντάρω κάποιον θρήνο για τον θάνατο της ποίησης (αν είναι έτσι, προτιμώ να πάψω να τη γράφω και ν' ασχολούμαι μ' αυτήν), ότι στο κάτω κάτω όλη αυτή η συζήτηση που βάζει το ποιητικό φαινόμενο σε κρεβάτι ανατομείου ύποπτη μου φαίνεται, και ότι μια και η 21 Μαρτίου ορίστηκε για να γιορτάζεται παγκοσμίως η ποίηση, πρώτη μέρα της άνοιξης, δηλαδή της φυσικής αναγέννησης, θα 'ταν καλό σήμερα ν' αφήσουμε τις αμφιβολίες και τους δισταγμούς και να μιλήσουμε ποιητικά, χρησιμοποιώντας δηλαδή τους όρους της ίδιας της ποίησης, που σ' όποιον αιώνα κι αν τη βρούμε, τα ίδια μέσα πάντα χειρίζεται για να μεταφέρει στον άλλον τις ιδέες και τα αισθήματα: το παιχνίδι της λεκτικής φαντασίας, τις εικόνες, τους ρυθμούς (κυρίως αυτούς), τα γνωμικά και ό,τι άλλο μπορεί να συμβάλει στην καταλυτική μετάδοση, μα και στην κυριολεκτική πραγμάτωση της Μεταφοράς.
Θα επιμείνω λοιπόν στην απάντηση του Χέλντερλιν. Οι ποιητές έχουν χρέος να εμφανίζονται στους διάφορους τόπους και στους διάφορους χρόνους, ιερείς του Βάκχου, μες στο βαθύ σκοτάδι της αγιασμένης νύχτας. Ανθρωποι του σκοταδιού, άρα, με την ιερή οφειλή της παρουσίας τους (της μαρτυρίας τους) σε αυτούς τους μικρόψυχους καιρούς, μυημένοι στις αναπόδεικτες «μεθόδους» της παραληρηματικής ή της νηφάλιας μέθης.
Ολες οι εποχές έχουν το σκοτάδι τους. Το σημερινό σκοτάδι: όχι μόνον οι αξίες που ξέπεσαν και που μίκρυνε ο ορίζοντας του ανθρώπου, αλλά και γιατί ποτέ άλλοτε δεν εγκαταλείφθηκαν οι αρχέγονες καταβολές -μία απ' αυτές, η πιο κρίσιμη, είναι η φύση (εδώ θ' ανατριχιάσουν πολλοί, αν και δεν εννοώ κάποια «απάνθρωπη» νεοϊδεαλιστική φυσιολατρία, αλλά κάτι από την πνευματική και βαθιά ανθρώπινη ποιότητα των καλοκαιρινών μεσογειακών τοπίων, που απέδωσε τόσο στοχαστικά, και τόσο αισθησιακά ταυτόχρονα, ο Καμί)-, ποτέ άλλοτε η στάση δεν ήταν τόσο ωφελιμιστική και περιφρονητική απέναντι σε ό,τι μας περιβάλλει.
Ο Βαλερί, αναφερόμενος γενικότερα στην τέχνη και διαισθανόμενος την ανθρωπολογική μετάλλαξη που συνεπάγεται η προσαρμογή στην καταπληκτική εξέλιξη της τεχνικής, η οποία γεννά καινούριους τρόπους χειρισμού και βίωσης των φαινομένων και των εκδηλώσεων της ζωής, σημειώνει: «Διάφορες ενδείξεις ίσως να δημιουργούν τον φόβο μήπως η αύξηση της έντασης και της ακρίβειας, και η κατάσταση μόνιμης αισθητηριακής και νοητικής αταξίας, γέννημα των δραστικών καινοτομιών που μεταμόρφωσαν τη ζωή του ανθρώπου, κάνουν την ευαισθησία του ολοένα και πιο πλαδαρή και τη νόησή του λιγότερο ευέλικτη απ' όσο ήταν» (Γενική έννοια της τέχνης).
Η απομάκρυνση του σώματος και της ψυχής από την πρωτογενή σχέση με τον περίγυρο, φυσικό και κοινωνικό, και ο εθισμός σ' έναν τρόπο ζωής που βασίζεται σε δευτερογενή πλαστά μέσα, η εξάρτηση από μηχανικές κινήσεις, εκφράσεις και νοοτροπίες, βυθίζει τον άνθρωπο καθημερινά σε αυτό το είδος αισθητηριακής και νοητικής αταξίας, που αμβλύνει επικίνδυνα την ευαισθησία και συρρικνώνει το νου σε σημείο ολέθριας αποβλάκωσης. Ολες οι φυσικές (και μεταφυσικές) βάσεις των μέχρι τώρα πολιτισμών (παρεμφερείς, παρ' όλες τις φανατικές διαφορές τους) τείνουν να εξαφανιστούν. Η φυλάκιση στο υπερπροστατευμένο τεχνολογικό περιβάλλον αποκλείει κάθε δυνατότητα επαφής με τις πρωτογενείς ζωτικές ενέργειες και οδηγεί σε αδυναμία αποδοχής και γόνιμης βιωματικής μετάφρασης των εντυπώσεων που προσέφεραν οι αυθεντικότεροι τρόποι του άλλοτε. Με αποτέλεσμα, την τυφλή παραδοχή και υπακοή στα στερεότυπα που σερβίρονται ως μόνες επιλογές ζωής, σκέψης και δράσης. Οσο κι αν μας απασχολεί η κρίση της τέχνης και η απομάκρυνση του σύγχρονου ανθρώπου από αυτήν, πολύ σοβαρότερο ζήτημα είναι ο εγκλωβισμός μας μέσα σε αυτά τα στερεότυπα, που βασικό τους άλλοθι είναι η ευζωία, με αντίτιμό της την ολοσχερή καταστροφή της φύσης και τον αποκλεισμό κάθε εναλλακτικής επιλογής που κινείται έξω από το οργανωμένο σύστημα του σύγχρονου υπερπολιτισμένου κόσμου. Αρχίζει να διαφαίνεται ένα περιβάλλον απόκρυφης, και γι' αυτό πιο επικίνδυνης, ανελευθερίας, ίσως χειρότερης από αυτή που επέβαλαν οι παλαιότεροι φανεροί αυταρχισμοί. Πράγματα γνωστά.
Ο αιώνας που πέρασε ήταν στη βάση του ένας αιώνας όπου η ποίηση, άδηλα και σταδιακά, οδηγήθηκε στον ευνουχισμό και στην απενεργοποίηση. Το κίνημα του μοντερνισμού, ενώ εμφανίστηκε σαν ένα ρεύμα αναγεννητικό (και σε πολλά ήταν πράγματι) δεν κατόρθωσε να μεταβάλει την ποιητική ιδεολογία και έκφραση, όσο κι αν το ήθελε, σε κινητήρια δύναμη των κοινωνιών και των ατόμων. Εν τέλει κυριάρχησε η συντηρητική ηττοπάθεια, ο συμβιβασμός με το λαμπρό λόγιο περιθώριο. Η φρικαλεόητα των πολέμων ενοχοποίησε τον λυρισμό. Στο τέλος του αιώνα, παρά την εμφάνιση σε όλη του τη διάρκεια τόσων και τόσων δυνατών ποιητικών φωνών και κράσεων, με επαναστατικό κύταρρο και σθεναρή γλώσσα, η ποίηση έμοιασε ερημοποιημένη από την υπερμέτρη ανάπτυξη της διάνοιας, της θεωρίας, της ψυχολογίας και της στενής λογιοσύνης, σε βάρος της αίσθησης, της φαντασίας και του ενστίκτου. Φτάσαμε τελικά να αναρωτιόμαστε για τη χρησιμότητα της ποίησης σε αυτούς τους μικρόψυχους καιρούς, δίχως καθόλου να μας απασχολούν η μικροψυχία και ο ομφαλοσκοπισμός, που ίσως να χαρακτηρίζουν την ίδια τη σημερινή ποίηση και γενικότερα τη διανόηση, η οποία και ταυτίζεται -αλίμονο- μαζί της
.

Τι θα πει μικρόψυχος; Αυτός που αρνείται να δώσει και να δοθεί γενναιόδωρα, βρίσκοντας διάφορες δικαιολογίες και υπεκφυγές. Φταίει γι' αυτό η σκοτεινότητα της ποίησης; ο ερμητισμός της; Οχι, αν σκεφτούμε τον Ντίλαν Τόμας, ένα παράδειγμα σύγχρονου τροβαδούρου, που χωρίς να αλλάξει κάτι από τον πολύπλοκο και δυσνόητο χαρακτήρα της έκφρασής του, μίλησε στις καρδιές των ανθρώπων απλά, όπως τα πανάρχαια λυρικά άσματα. Χωρίς να χρειάζεται μεσολαβητές ειδήμονες, χωρίς να ζητάει συγχωροχάρτι από μεσάζοντες. Μόνον αφήνοντας τη φωνή του να μεταδώσει γενναιόδωρα τους παλμούς και τους ήχους της σιβυλλικής γλώσσας του.
Η μικροψυχία του καιρού δεν είναι έξω από μας. Αν η επιθυμία μας να μιλήσουμε στο διπλανό μας και να του μεταφέρουμε το πνεύμα αυτό που ονομάζουμε ποίηση είναι ισχυρή, τότε ίσως θα ήταν καλό να αναζητήσουμε μέσα μας τη μικροψυχία και να την κατανικήσουμε, ώστε να επιτύχουμε αυτόν τον σκοπό μας. Κάτι που δεν γίνεται ούτε χωρίς κόπους ούτε χωρίς θυσίες. Αυτό άλλωστε είναι και το στοίχημα των ημερών.
Κατά τα άλλα, το ερώτημα του Χέλντερλιν δεν θέλω να το βλέπω σαν μια απαισιόδοξη διερώτηση. Προτιμώ να το αντιμετωπίζω σαν μια ρητορική απορία. Στην οποία ο ποιητής απαντά με σαφήνεια.
Ερώτηση: «Μα, είναι δυνατόν να παρουσιάζονται ποιητές σ' έναν μικρόψυχο καιρό; Προς τι;»
Απάντηση: «Αυτό δεν τίθεται ως ζήτημα. Ανώφελοι ή αναγκαίοι, οι ποιητές πάντα θα εμφανίζονται, σαν τους ιερείς του Βάκχου, μες στο σκοτάδι και της πιο βαθιάς νύχτας. Κυρίως τότε». *

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου