Τετάρτη, 6 Ιουλίου 2016

Όταν τα παραμύθια γίνονται ποιήματα

Μια εξαιρετική έμμετρη... Μανιάτικη Σταχτοπούτα ανακάλυψα χθες στα βιβλία λογοτεχνίας για τη Μέση Εκπαίδευση της Κύπρου. Να πως έρχονται οι λέξεις στη δημιουργική γραφή!

Η ορφανή
Το παραμύθι προέρχεται από την περιοχή της Μάνης και είναι μια από τις πολλές παραλλαγές της γνωστής ιστορίας της Σταχτοπούτας, που αποτελεί ένα από τα πιο διαδεδομένα παραμύθια στον κόσμο. Το μοτίβο της κακιάς μητριάς και της βασανισμένης προγονής απαντάται ήδη στην αρχαία ελληνική μυθολογία με το μύθο της Τυρούς. Η συγκεκριμένη έμμετρη παραλλαγή έχει πολλά στοιχεία των παραλογών.
Μια μάνα είχε μιαν έμορφη, μια ακριβοδυχατέρα,
ο ήλιος δεν την έβλεπε ουδέ νύχτα κι ούδε μέρα.
Την έλουζε, τη χτένιζε με φιλντισένιο χτένι,
στα πούπουλα την κοίμιζε, τη μοσχαναθρεμμένη.
Λίγος καιρός δεν πέρασε κι η μάνα της πεθαίνει,
κι έμειν’ η κόρη έρημη, ερημαρφανεμένη.
Πολύς καιρός δεν πέρασε κι ο κύρης της παντρεύτη.
Πήρε γυναίκα μιαν οχιά: την έβαζε να γνέθει,
την έδων’ κρίθινο ψωμί και το νερό μετρούσε.
Δυο κόρες που ’χε η μητριά πολύ τις αγαπούσε.
Την παίρνει το παράπονο. με την καρδιά καμένη
τη νύχτα, τα μεσάνυχτα, στο κοιμητήριο μπαίνει,
κι από σιγά σιγά ’φευγε, στη μάνα της ζυγώνει,
το χέρι της το άπλωσε και το σταυρό τσακώνει
και με τα νύχια προσπαθεί την πλάκα να σηκώνει.
«Σήκω, μανούλα, από τη γης, σήκω και άκουσέ με,
που ξένη μάνα έκαμα, και παρηγόρησέ με!
Έκαμα ξένες αδερφές, και ξένη με φωνάζουν,
με δέρνουνε, τα λόγια της μες στην καρδιά με σφάζουν!


Κι απ’ τα πολλά τα κλάματα, κι απ’ την πολλή λαχτάρα
η πλάκα ανατάχτηκε3 κι ακούστηκε μι’ αντάρα,
μέσα βαθιά από τη γης σκληρή φωνή να βγαίνει.
Την άκουσε η ορφανή, στέκει, δεν ανασαίνει.
«Σύρε, παιδί μου, στο καλό, σύρε και στην ευχή μου!
Μη κλαις και μη βαρυγομάς,κι το ’χω στην ψυχή μου!
Σύρε, παιδί μου, στο καλό, και σύρε στον οντά σου,
κι αύριο βράδυ θα βρεθεί, ό,τι ποθεί η καρδιά σου!»
Κι όταν το σκότος σκόρπισε και χάραξε στα όρη,
η πλάση όλη έδωσε χαρίσματα στην κόρη:
Ο ήλιος έδωσε ομορφιά κι Αυγερινός τη χάρη
και το φεγγάρι χάρισε όλο του το καμάρι.
δροσούλα έδωσ’ η αυγή, ο κάμπος το φουστάνι,
τα διαμαντένια άστρια την Πούλια για στεφάνι.
Το βράδυ γίνετον χορός, ήταν χαρά στην πόλη.
είχε χορό ο βασιλιάς. Μικροί, μεγάλοι, όλοι
επήγανε, κι η μητριά μες στα χρυσά ντυμένη
είχε μαζί τις κόρες της. Η ορφανούλα μένει.
Την παίρνει το παράπονο. μπαίνει μες στον οντά της
και στο προσκεφαλάκι της βρίσκει τη φορεσιά της.
Λούστη, στολίστη κι άλλαξε κι έβαλε το στεφάνι,
κάνει το σύννεφο άλογο και στο παλάτι φτάνει.
Στη σκάλα σαν επάτησε, ρόδα και κρίνα αφήνει
και, σαν εμπήκε στο χορό, μεγάλη λάμψη χύνει.
Όλοι, μεγάλοι και μικροί, στέκουν και την κοιτάζουν.
«Ποια νά ’ναι,» λέει η μητριά, «που όλοι τη θαυμάζουν;»
Όταν την είδε ο βασιλιάς, χάνει τα λογικά του,
να την πλησιάσει ήθελε, μα χάθη από μπροστά του.
Κι από τη βια της την πολλή, μην τήνε δει ένα μάτι,
πέφτει το πασουμάκι της στο κάτω σκαλοπάτι.
Τρέχει, το παίρνει ο βασιλιάς, θαυμάζει τέτοια χάρη:
ποτές του δεν ξανά ’χε δει τέτοιας λογής ποδάρι.
Δούλους και σκλάβους πρόσταξε τόπο να μην αφήσουν,
όρη, λαγκάδια και βουνά, παντού να τη ζητήσουν.
Όλες το ’παλλαγιάστηνα, φτωχές κι αρχοντοπούλες,
κι η μητριά κι οι κόρες της – δεν ταίριαζε σε ούλες.
Τότε ρωτάνε τη μητριά: «Δεν έχεις κόρη άλλη
το πασουμάκι και αυτή στο πόδι της να βάλει;»
Και κείνη αποκρίθηκε: «Δεν έχω κόρη άλλη,
περί7 να φύγετε αποδώ σύντομα και τρεχάτοι.»
Και κείνοι το υποψιάστηνα, τη βρίσκουν κά’ στ’ αμπάρι,8
της το φορέσαν – ταιριαστό τής ήρθε στο ποδάρι.
Αμέσως την επήρανε, στο βασιλιά την πάνε,
κι η μητριά κι οι κόρες της απ’ το κακό τους σκάνε.
Στο θρόνο την καθίσανε, βασίλισσα την κάνουν,
κι η μητριά κι οι κόρες της επέσαν να πεθάνουν.

Το νεοελληνικό λαϊκό παραμύθι, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών-
Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη, Θεσσαλονίκη 2002

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου