Τρίτη, 23 Φεβρουαρίου 2021

"ΤΑ ΜΙΣΑΔΙΑ' του Παναγιώτη Χατζημωϋσιάδη

 1941, Μεσόβουνο,

επαρχία Εορδαίας, Κοζάνη

 

 Όμορφα που ’ναι το φθινόπωρο και ακόμα πιο καλά λέω το χειμώνα… Με το που πιάνει κρύο δω πάνω στις ράχες και στα ανηφόρια, δεν είναι παίξε γέλασε. Αγέρας και βροχή, βροχή και χιόνι. Οκτώβρη μήνα αρχι­νάνε και ίσαμε τον Απρίλη φτάνουν. Αραιώ­νουν οι δρόμοι. Που­θενά ψυχή. Κρεβάτι και καρέκλα, ξάπλα και πρέφα. Απ’ το πρωί ως το βράδυ και ύστερα ξανά απ’ την αρχή. «Καθένας σο σπίν ατ και ο λύκον σο τρυπίν ατ», που λένε. Πιο καλά που δεν τους βλέπω…

Άνοιξη και καλοκαίρι, να σου τους, σαν τα μυρμήγκια, σταματημό δεν έχουν, πάνω κάτω, πάνω κάτω… να τρέ­χουν αλαφια­σμένοι, άλλοι στα καπνά, άλλοι στα δέντρα, άλλοι στους μπαξέδες. Εγώ να τους κοιτώ. Ακούνητος. Πρωί, μεση­μέρι, απόγεμα, βράδυ… Εδώ… ξανά εδώ… πάντα εδώ… Ίδιος με κάδρο, περίγραμμα παρά­θυρο και εικόνα ανάπηρος σε καροτσάκι… Με πιάνει η στεναχώ­ρια. Αλλά μπορώ και αλλιώς; Στο κάτω κάτω, μια συνήθεια είναι όλα.

Πάλι καλά, έχω τη Μαρία να με νοιάζεται, είναι και η μάνα μου, περνάει η κακομοίρα πού και πού, τι να κάνει χαροκαμένη γυναίκα, πέντε μάς είχε και οι δυο της πεθάνανε, είναι και ο μονάκριβός μου. Στελάκης το όνομα, του πατέρα μου.

Φορές-φορές που τον κοιτάω, βρε τον μπαγάσα, φτυστός ο μακαρίτης, ίδιο σουλούπι, ίδιο μάτι, ίδιο κοίταγμα. Μωρό παιδί, σκέφτομαι με τον εαυτό μου, πού την ηύρε τέτοια συννεφιά; Σαν τότες, λες ακόμα χτες, κι ας πέρασαν - πότε άραγε πέρασαν; - είκοσι τόσα χρόνια, φορτωμένοι εμείς στον αραμπά, για δω ξεκινημένοι, κάτι λίγα νοικοκυρικά, τα μικρά ξεραμένα στον ύπνο, εγώ το μάτι μου γαρίδα, κάνει προς τα πίσω αυτός και τον βλέπω κόκκινο κόκκινο και συννεφια­σμένο, αστραπές και βροντές και χαλάζι και αγέρας κάτω απ’ τα φρύδια. Το ποτάμι να τρέχει, χείμαρρος ορμητικός. Άστα, και που τα θυμάμαι, συγκινούμαι. Βρε, τι τα θέλω τώρα αυτά;

Λέω, στο λαιμό μου τους πήρα, σακάτης άνθρω­πος, τα απάνω να δουλεύουν, τα κάτω να κρέ­μονται σαπισμένα και άχρηστα, από μι­σός σε όλα μου. Γιος, θέλεις… Σύζυγος… Στο κρεβάτι…. με το συμπά­θειο δηλα­δή… Πατέρας… Ντρέπομαι να τους κοιτάξω.

Μωρέ μπράβο λέω, υπομονή που την έχει η κοκόνα μου! Για κανονικό με προξενεύανε και μισάδι της εβγή­κα. Το Στελάκι μαθές να κουλαντρίζει, στη μάνα μου να τρέχει, εμένα να ξεσκατίζει. Παράπονο δε βγαίνει απ’ το στόμα της. Άγιος άνθρωπος. Αλλά μπορεί και αλλιώς; Το τυχερό της ήταν. Και γυναίκα στα σπιτικά της και άντρας στα χωράφια της. Και ’γω; Τι να σου κάνω εγώ, σακάτης άνθρωπος; 

 

Αλλά να ’τανε μονάχα αυτά; Τρεισήμισι η ώρα, αλάλη­τα ακόμα τα κοκόρια, κι αποβραδίς ξυπνητός. Γίνεται όμως ύπνος έτσι; Δυο μέρες έχει απ’ το κακό και ησυχία δε βρίσκω. Κάνω να κοιμηθώ, αλλά κει το μάτι τσιτω­μένο. Δεν πάνε καλά τα πράγματα, δεν πάνε καθόλου καλά. Ολόκληρο πρόεδρο καθαρίσανε. Λες λοιπόν εσύ η διοίκηση αυτόν εδώ θέλω, να ο άνθρωπος μου, και ύστερα έρχονται οι άλλοι και τον τρώνε στα καλά καθούμενα. Και τώρα σκέφτομαι εγώ με τον εαυτό μου, είναι να το αφήσουν έτσι; Και αν, λέω αν, τ’ αφήσουν, τότε τι παράδειγμα θα δώσουνε; Μπάτε σκύλοι αλέστε και αλεστικά μη δίνετε; Δε γίνονται αυτά. Θέλει σκληράδα να ’χεις την αρχή. Αλλιώς πού να σκύψουν το κεφάλι, αμά­θητοι για χρόνια στο σκύψιμο ανθρώποι;

Αλλά, όλα αυτός… αυτός τα φταίει. Και τι περίμενες, δηλαδή; Ντόπιος. Άτιμη ράτσα. Θες, κύριέ μου, να σώ­σεις τον κόσμο, κάτσε στο χωριό σου και ξεστρά­βωσε τους δικούς σου. Στα άλλα τα χωριά, τι δουλειά έχεις; Για δάσκαλο σε φέραμε και, να χαρώ εγώ, Κολοκοτρώνης καινούριος μάς εβγήκες. Αντί για μαθήματα στα παιδιά, τους μεγάλους μαθαίνω περνάς στην τάξη. Πώς, να δεις, το λένε; Πώς το λένε; Κατατόπιση, καθοδήγηση, θα σε γελάσω… Σάμπως τι ξέρω και εγώ απ’ αυτά, σακάτης άνθρωπος;

Και αυτοί, οι στούρνοι, δε βλέπουνε τι βαλτός είναι του λόγου του. «Καθέστεν ραχάτε. Α πέρτσας σο λαιμόν ατ», τους έλεγα. Πού; Για Θεό τους τον έχουνε. Το μπαϊράκι του αυτός, φυσάνε και οι ζουρλοί από πίσω. Μέχρι και ο Στελάκης μου, με το που φτάνει στην αφεντιά του η κουβέντα σα να φωτίζεται το πρόσωπό του. Και να σου τους ο ένας μετά τον άλλον να βγάζουν τις γαλότσες, να αφήνουν τις κατσίκες στην κυρά, να χρεώνουν το χωράφι στον πρωτότοκο, για να φορέσουν, παρακαλώ, τα φυσεκλίκια και στο βουνό να ανέβουν. Τέσσε­ρις, πέ­ντε στην αρχή…, τριάντα άτομα, μαθαίνω, τώρα απ’ το χωριό και καμιά δεκαριά από γύρω. Στήσανε το λημέρι τους, βγάλανε και σκοπιές και αρχίσαν τα κλεψίματα… Τι επανάσταση και άρες μάρες! Τι απελευθέ­ρωση μου λες! Τι κοινοκτημοσύνες μού θέλεις! Αληταρία ελόγου τους, κακοποιά στοι­χεία. Οι τεμπέληδες και οι άχρηστοι του χωριού.

Τέσσερις παρά δέκα. Τρεχαλητά μού φάνηκαν και βουητό σα να πήρε τ’ αυτί μου. Παραφυλάω. Μπα, θα παράκουσα…

… λέγαμε για τους τεμπέληδες… Πάρε τον έναν και χτύπα τον άλλο. Τέτοιας λογής επαναστάτες. Αχαΐρευτοι όλοι τους, αν είναι να περιμένουμε απ’ αυτούς προκοπή, πάει… καήκαμε…

Ξανά τρεχα­λητά… Κοιτάω έξω. Τίποτα. Ξανακοιτάω. Τίποτα. Στήνω αυτί. Ησυχία. Το πολύ-πολύ κάνας πρωινός στο ξύπνημα.

… σα δε μπόρεσαν να προκόψουν, το ρίξανε στις θεωρίες. Δικαιοσύνες σου λέει και ισότητες και λαοκρατίες. Ως τα εψές σου ’βγαζαν το μάτι για μια δεκάρα και τώρα, λέει, βάλανε σκοπό τους να τη μοιραστούνε. Σε ποιον τα λένε…

Όι μάνα ’μ. Πάναΐα ’μ και Χριστέ ’μ. Όι, όι. Εχπαράα. «Μαρία! Στελάκι!» φωνάζω «Μαρία, λέω. Κι ακούς; Το μωρόν! Α χάν’ μας ο Θεόν και συ κοιμάσαι; Σουκ, καλέ».

Αντάριασε ο τόπος στα καλά καθούμενα. Λες και ξύπνησαν τα σωθικά της γης και βγάζουνε μουγκρίσματα για να ξεδώσουν. Χαλασμός Κυρίου. Κόλαση κανονική. Τρεξίματα και γαβγίσματα και φωνές και κλάματα. Μηχανές και αυτοκίνητα και καμιόνια. Τρέχουν από δω, τρέχουν από κει. Πού πάνε; Μπρος θεριό ανήμερο, τρία μέτρα ύψος, ντυμένο στο σιδερικό, κανόνι απάνω κρεμασμένο, και από πίσω μαύρες σκιές, γέμισε ο τόπος, ίδιοι διαβόλοι, λες και καλικαντζαραίοι. Πυρο­βολισμοί. Ξανά πυροβολισμοί. Πολλοί πυροβο­λισμοί. Και φωτιές. Η νύχτα μέρα. Δεν μπορεί! Όχι, δε γίνεται! Οι Γερμανοί, λέω. Να τα μας... Όλα δω πληρώνονται. Να σας δω μωρέ, πού θα βρείτε να κρυφτείτε. Που σηκώσατε όπλο. Που νομίσατε ότι θα τα βάλετε με τη διοίκηση. Που πήρατε τον κόσμο στο λαιμό σας. Ρεμάλια του κερατά. Χαμένα κορμιά. Άχρηστοι ανθρώποι.

Τρεμάμενος ο Στελάκης, έρχεται αγουροξυπνημένος και πέφτει στα γόνατά μου. Η Μαρία από πάνω να με σφίγγει απ’ τους ώμους. Και εγώ να θέλω, αλλά τίποτε να μην μπορώ να κάνω. Αλλά και πάλι, λέω με τον εαυτό μου, γιατί; Ήσυχοι άνθρωποι εμείς. Ποιόνα, δηλαδή, πειράξαμε; Ξέρουν αυτοί. Σάματις δεν ξέρουν;

Ανοίγει η πόρτα. Πρώτα το πόδι, μετά το όπλο, ύστερα το κράνος, στο τέλος τα υπόλοιπα. «Raush», ουρλιάζει και μας σπρώ­χνει. Το όπλο σηκωμέ­νο, ίσια κατα­πάνω μας. Σε εμένα, παρακαλώ, που ούτε κουνούπι πείραξα –και σάματις να το ’θελα, μπορούσα; -, σε μένα και στην οικογένειά μου. Περίεργα πράματα… Μπα, κάποιο λάθος κάνουνε. Πού θα πάει; Θα καταλά­βουνε στο τέλος. Ξέρουν αυτοί. Σάματις δεν ξέρουν;

Μας πάνε εκκλησία. Σαράντα λεπτά τώρα φέρνουν και ξαναφέρνουν κόσμο. Μας χωρίζουν. Από τη μια γέροι, γυναίκες και παιδιά, απ’ την άλλη άντρες, μαζί τους και γω – σκέψου, λέω από μέσα μου να με είχανε με τους άλλους, τι θα ’λεγε ο έρμος ο Στελάκης. Στο ανά­μεσο οι αξιωματικοί, οι φαντάροι και ένας με το κεφάλι σκεπασμένο. Ψάχνω να δω. Δέκα μέτρα από­σταση, σκο­τάδι ακόμα, όσο και να πεις. Κοιτάω και ξανακοιτάω. Κάπου παίρνει το μάτι μου τη Μαρία και το Στε­λάκι. Άφαντη η μάνα.

Μας τραβάνε και από κει. Τα γυναικόπαιδα μένουν πίσω. Καμιά πεντακοσαριά μέτρα πορεία. Σταματάμε. Πλαγιά απ’ τη μια, ίσιωμα απ’ την άλλη. Μας βάζουνε τον ένα δίπλα στον άλλο. Παράταξη κατά μέτωπο. Απέναντι έτοιμοι τρίποδες στημένοι. Δε θέλω να πιστέψω. Να και τα πολυβόλα. Τρομάζω. Κρύος ιδρώτας με λούζει. Θέλω να πάω και προς νερού μου – πού ’σαι Μαρία! Ένας λυγμός ανεβαίνει. Κάνω να τον πνίξω. Δε βαστώ.

Έρχεται ο Γερμαναράς και με κοιτάει. Τον πιάνει η ψυχοπονιά, τρομάρα του. Κάτι λέει και γελάνε οι από πίσω του. Ύστερα με δείχνει με το χέρι και κουνάει το κεφάλι. Με βγάζουνε απ’ τη σειρά. Υπάρχει τελικά Θεός! Για μια στιγμή, το λέω το κρίμα μου, κόντεψα να χάσω την πίστη μου. Τώρα ξανάρθα στα λογικά μου. Υπάρχει τελικά Θεός.

Στέκομαι αντίκρυ.

Πρόσωπα δύσκολα να ξεκρίνω. Στην αρχή όλους μαζί, ένα μπούγιο τούς βλέπω. Μαλώματα και αγάπες και φιλίες, κόμπος δεμένος στο λαιμό και να καταπιώ δε γίνεται. Τριάντα πέντε χρόνια κοντά τους, ούτε ένας τους δε βρέθηκε να με πει σακάτη και τώρα έρχονται οι ξένοι να με χωρίσουν για σακάτη.

Πιο προσεκτικά κάνω τώρα να κοιτάξω. Ο Χρήστον και ο Πέτρον, ο Χριστό­φορον, τη Σοφίας ο Γιάννες, ο Κώστας τη κουτσού και ο Λάζαρον, τη Αγλαΐας ο άντρας… Αμούστακα ακόμα παλικαράκια, ψωμωμένοι άντρες, μεσήλικες και βάλε, γέροι. Φωνάζουν τα από μέσα μου και με πιάνει το παράπονο. Θολώνει το μάτι και άλλο δε βλέπω.

Και λέω, πώς θα αντικρίσει η μάνα μου τις άλλες τις μανάδες; πώς η Μαρία μου τις άλλες τις κυράδες; πώς ο Στελάκης μου τα άλλα τα παιδιά; Φοβετσέα εμένα δε θα με πουν. Ούτε σακάτη. Μια ζωή να κρύβω την αναπηρία και τώρα να κρύβομαι από πίσω της. Δε μου φαίνεται και για καλό.

Και ύστερα, σα δεν έχω εγώ το φταίξιμο, γιατί να ’ναι αυτοί τους φταίχτες; Τι άλλο κάνανε, όσοι κάνανε, γιατί πολλοί τους ούτε που κάνανε, απ’ το να μη θέλουνε, με τον τρόπο τους δηλαδή, να ’ναι σακατεμένοι; Γιατί δηλα­δή εγώ να κλαίω το σακάτεμα στο σώμα και αυτοί να τραβάνε το σακάτεμα στην ψυχή; Αντιδράσανε και με το δίκιο τους. Και μπράβο τους και ξανά μπράβο τους. Και αν το ’λεγε η καρδιά τους, ας το κάνανε και άλλοι. Ορίστε μας.

«ΕΑΜ-ΕΑΜ - Λαοκρατία» φωνάζω, αλλά δε μου βγαίνει φωνή κανονική.

«ΕΑΜ-ΕΑΜ - Λαοκρατία» ξαναφωνάζω και ακούγεται τώρα δυνατά.

«ΕΑΜ-ΕΑΜ - Λαοκρατία» απαντούν κάποιοι απ’ απέναντι.

Παγωμάρα.

 

https://www.paskedi.gr/to-olokaytoma-ton-kalavriton/

    Κάτι λέει αυτός με την κουκούλα και βλέπω τον έναν τους να πλησιάζει αγριεμένος. Με σπρώχνει με θυμό και με κλοτσάει. Πέφτω κάτω και σέρνομαι στη λάσπη. Κάνω να σηκωθώ στα χέρια. Δεν μπορώ. Με το όπλο με χτυπάει και με ξαναχτυπάει στην πλάτη. Σουβλίζει ο πόνος. Ποτάμι το αίμα. Κάτι ακούω να φωνάζουν. Γερμανικά και δεν κατα­λαβαίνω. Έρχονται δυο απ’ τους δικούς μας. Με σηκώνουνε και αργά-αργά με φτάνουν στη σειρά τους. Στ’ ανάμεσά τους, τώρα. Δένουν τα χέρια απάνω απ’ τους ώμους μου. Δένω και γω τα δικά μου στα μπράτσα τους. Πιάνομαι απάνω τους και στέκομαι στητός. Ναι, στητός!

Παράπονο που το ’χα από μικρός να χορέψω το κότσαρι. Μ’ έπιανε λιγοθυμιά σαν τους έβλεπα στις σχό­λες να τραντάζονται περήφανοι και αντρειωμένοι, χέρια τεντωμένα, κορμιά τσιτωμένα, πρόσωπα πετρωμέ­να. Και να που τώρα στα στερνά μου, γραφτό μου λέω είναι, στο θανατικό απάνω να χορέψω. Και τι δηλαδή που αντί για λύρα θα ’χω τα πολυβόλα να μου κρατούν το ίσο; Ας είναι και έτσι. Δεν παραπονιέμαι.

     Να, κείτουμαι εδώ, απεθαμένος. Δύο με βρήκανε στο στήθος, πάλι καλά, τη μια μόνο πρόλαβα να καταλάβω. Η τρίτη, η χαριστική, που λένε, στο κεφάλι. Ύστερα, φύ­γανε και έμεινα κρατημένος στο χέρι με τους διπλα­νούς. Ο ένας κοντά στον άλλο. Όπως ήμασταν παιδιά, στην πατρίδα, που πέφταμε όλοι μαζί στο αθέριστο σιτάρι, να νιώσουμε το Μάη. Αλλά τώρα είναι Οκτώ­βρης, το κρύο ξυρίζει, Μεσόβουνο εδώ. Και νιώθω που η Μαρία κρα­τάει απαλά το κεφάλι μου, ο Στελάκης, δεκα­τριών χρο­νών παλικαράκι, τα πόδια, και με απιθώνουνε κάτω. Ένα με το χώμα να γίνω, να μοιραστώ στα ίσα τα από δω και πέρα με τους άλλους. Όχι… όχι ξανά μισάδια.

 

από το βιβλίο "Τρεις μνήμες και δύο ζωές", Μεταίχμιο, 2005

1. Να παρακολουθήσετε τη συμπεριφορά του κεντρικού ήρωα από τη στιγμή της σύλληψής του μέχρι την εκτέλεσή του. Με ποιους κειμενικούς δείκτες υποστηρίζεται η αλλαγή σε αυτήν;

2.Το κείμενο θα ολοκληρωνόταν και χωρίς την τελευταία παράγραφο; Τι εξυπηρετεί η "μεταφυσική" αυτή αναφορά στο τέλος του διηγήματος;

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου