Δευτέρα 1 Απριλίου 2013

Μια απόπειρα ορισμού του όρου "κάθαρσις"

Το αίνιγμα της αριστοτελικής "κάθαρσης"

του Γεράσιμου Μαρκαντωνάτου από το ΒΗΜΑ 31-3-13


Σε προηγούμενο άρθρο μας στο κυριακάτικο «Βήμα» κάναμε νύξη στον πολυσυζητημένο αριστοτελικό όρο «κάθαρση». Στο παρόν θα επιχειρήσουµε να προσεγγίσουµε ερµηνευτικά, όσο μας είναι δυνατόν, τον όρο αυτόν της «Ποιητικής» του Αριστοτέλη - ακροπατώντας σε μερικά από τα βασικότερα μελετήματα της διεθνούς βιβλιογραφίας. Ο όρος «κάθαρση» αποτελεί, όπως είναι γνωστό, την ακροτελεύτια λέξη του περίφημου ορισμού που δίνει ο Σταγιρίτης στην «Ποιητική» του για την τραγωδία.


Για να ξαναθυμηθούμε το νοηματικό πλαίσιο μέσα στο οποίο απαντά ο αινιγματικός αυτός όρος, παραθέτουμε τον ορισμό αυτόν σε ελεύθερη απόδοση στη νεοελληνική: η τραγωδία είναι μίμηση πράξεως σοβαρής και ολοκληρωμένης, που έχει αρχή, μέση και τέλος και κάποια σημαντική έκταση - μέγεθος ευσύνοπτο. Η μίμηση πραγματοποιείται με λόγο ηδυσμένο, εξωραϊσμένο, που έχει δηλαδή ρυθμό, αρμονία και μελωδία· τα ηδύσματα αυτά κοσμούν τα διάφορα μέρη της τραγωδίας, όπου βέβαια το καθένα ταιριάζει. Η πράξη παρουσιάζεται με δράση, κίνηση και δραματικό διάλογο - δηλαδή σαν ζωντανή πραγματικότητα - και όχι με τρόπο αφηγηματικό (όπως συμβαίνει στο έπος). Η τραγωδία διεγείρει στην ψυχή των θεατών τον έλεο και τον φόβο· οι θεατές, με άλλα λόγια, παρακολουθώντας τον ήρωα να πάσχει - που έχει κατά κανόνα υψηλά και ευγενή αισθήματα, αλλά συντρίβεται από κάποια κληρονομική ενοχή ή από κάποια ύβρη ή αμαρτία - νιώθουν ζωηρή συμπάθεια προς αυτόν και βαθιά ανησυχία για την τύχη του· τελικά όμως επέρχεται η κάθαρση.


Τι σημαίνει όμως ο όρος «κάθαρση» στην προκειμένη περίπτωση - αυτή η περίεργη λέξη που επισφραγίζει τον πολύκροτο αριστοτελικό ορισμό της τραγωδίας; Οι βασικές της έννοιες είναι γνωστές: αποβολή των βλαβερών στοιχείων του οργανισμού, καθαρισμός, εξαγνισμός. Τι είδος λοιπόν «καθαρισμού» επισυμβαίνει στις ψυχές των θεατών κατά την παρακολούθηση μιας τραγωδίας; Οι απαντήσεις που έχουν δοθεί έως τώρα στο ερώτημα αυτό θα μπορούσαν να υπαχθούν κατά τη γνώμη μας σε τρεις γενικότερες θεωρίες:


Σύμφωνα με την πρώτη θεωρία, η οποία έχει υποστηριχθεί από αρκετούς φιλολόγους, κριτικούς και αισθητικούς (πβ. Jacob Bernays, Humphrey House και Stephen Halliwell), η ψυχή των θεατών, καθώς βιώνει τα συγκλονιστικά συναισθήματα των τραγικών ηρώων, καθαίρεται, «αποτοξινώνεται» κατά κάποιον τρόπο από ό,τι υπερβολικό, φορτικό και δυσάρεστο τη βαραίνει και ανακουφίζεται, όπως συμβαίνει κατά την εκτέλεση μιας φυσιολογικής λειτουργίας του ανθρώπινου οργανισμού. Δηλαδή στην προκειμένη περίπτωση η τραγωδία επενεργεί ψυχοθεραπευτικά, αφού καθαρίζει σαν φάρμακο τα πάθη, που αποτελούν για την ψυχή ό,τι περίπου οι βλαβεροί χυμοί για το σώμα. Συνεπώς σύμφωνα με την άποψη αυτήν το τραγικό θέαμα ξαλαφρώνει την ψυχή των θεατών, γιατί με την επενέργειά του τα συναισθήματα του ελέου και του φόβου αποβάλλουν ό,τι επιβλαβές και καταθλιπτικό περιέχουν, και μετουσιώνονται σε διαθέσεις ήρεμες, ανώδυνες - δημιουργώντας ένα αίσθημα ανακούφισης και ευφορίας. Είναι προφανές ότι η θεωρία αυτή (ψυχοφυσιολογική ή ψυχοθεραπευτική) βρίσκεται πολύ κοντά στην κυριολεκτική έννοια του όρου «κάθαρση» (purgatio).


Μια δεύτερη θεωρία για το θέμα αυτό (ηθικοθρησκευτική και ηθικοπαιδαγωγική), που υποστηρίζεται από έναν σημαντικό αριθμό μελετητών της «Ποιητικής» με σημαντικές πάντως διαφοροποιήσεις στην ερμηνευτική στόχευση (πβ. Jonathan Lear και Richard Janko), διατείνεται ότι η τραγωδία με τον έλεο και τον φόβο, καθώς και με την ηθική και θρησκευτική ανάταση που προκαλεί στις ψυχές των θεατών, όχι μόνο συνεπιφέρει ηθικό καθαρμό και εξάγνιση, και κατ' ακολουθίαν ανύψωση του εσωτερικού τους κόσμου προς τη σφαίρα της θεότητας, αλλά επίσης εκγυμνάζει το πνεύμα και αρτιώνει τον συναισθηματικό κόσμο του ώριμου πολίτη. Ιδιαίτερα, όπως έχει ορθώς επισημανθεί, η αττική τραγωδία υποθάλπει κατ' εξοχήν δημοκρατικά αισθήματα, επειδή κυρίως η ηπιότητα και η επιείκεια αποτελούν τους ακρογωνιαίους λίθους του δημοκρατικού πολιτεύματος και γενικότερα του νομικού πολιτισμού, ενώ συνάμα ο φόβος συχνά ακονίζει την ανθρώπινη διάνοια. Εν τέλει θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι το φαινόμενο της τραγικής κάθαρσης σηματοδοτεί την ανακούφιση που αισθάνονται οι θεατές λόγω ακριβώς της βαθύτατης συνείδησης που έχουν ότι μπορούν να αποκαθάρουν τα έντονα συναισθήματά τους, του ελέου και του φόβου, μέσα σε ένα καθ' όλα ασφαλές περιβάλλον, όπως αυτό της δραματικής πράξης, όπου η πτώση του θνητού ήρωα επισυμβαίνει εντός ενός κόσμου που δεν προβάλλει αναγκαστικά ως χαοτικός και μάταιος. Ετσι ενισχύεται η διάθεση της ψυχής προς το αγαθό και διαπαιδαγωγείται ο άνθρωπος προς την αρετή. Η ελληνική τραγωδία, υπογραμμίζει ο Goethe, χαρίζει στην ψυχή μας γαλήνη· αφού πρώτα μας συνταράξει συθέμελα, μας αφήνει ύστερα ήρεμους και γαλήνιους μπροστά στο μυστήριο του θανάτου και της θεότητας.


Κατά την τρίτη θεωρία, σχετική με την προηγούμενη (ηθικοαισθητική) - που φαίνεται ότι είναι εγγύτερα στην αριστοτελική άποψη -, η ηδονή που χαρίζει η τραγωδία, επειδή πηγάζει από τη σύλληψη ενός ποιητικά εκπεφρασμένου υψηλού νοήματος της ανθρώπινης μοίρας, ανεβάζει τον θεατή σε μιαν ανώτερη ηθική και πνευματική σφαίρα. Τα συναισθήματα στην περίπτωση αυτή δεν συγκρούονται αλλά συμφιλιώνονται μέσα στην καθαρή ουσία μιας έλλογης και σύμμετρης συγκίνησης - που δεν διασπά αλλά, αντίθετα, αποκαθιστά την εσωτερική αρμονία του κόσμου της ψυχής· συναδελφώνει τον «λόγο» με τα πάθη του ανθρώπου (πβ. Ευάγγελος Παπανούτσος· επίσης Elizabeth Belfiore και Martha Nussbaum). Οι ήρωες της τραγωδίας με τη δράση και τον χαρακτήρα τους μας συνταράσσουν ως τα κατάβαθα του είναι μας, γιατί αναγνωρίζουμε μέσα σ' αυτούς κάτι από τον εαυτό μας, και γιατί η τραγική μοίρα τους συμβολίζει την τύχη που θα μπορούσε να είναι και δική μας - το πεπρωμένο που μπορεί να ενεδρεύει στη στροφή του δρόμου για τον καθένα μας.


Ετσι, με την κάθαρση και τα άλλα στοιχεία που προβάλλει ο Αριστοτέλης στην «Ποιητική» του, δίνει τρόπον τινά και απάντηςη στις δριμύτατες αιτιάσεις του Πλάτωνα για την τραγωδία και την τέχνη γενικότερα. Γιατί, κατά τον Σταγιρίτη, η τραγωδία δεν εξάπτει, όπως διατείνεται ο Πλάτων αλλά, αντίθετα, καθαίρει τα πάθη· ανεβάζει τον άνθρωπο σε ανώτερο επίπεδο συγκινήσεων και τον κάνει συνεπώς ηθικότερο και πνευματικότερο - δηλαδή περισσότερο Ανθρωπο.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Σάββατο 30 Μαρτίου 2013

ΠΟΛΙΤΙΚΑ - ενότητα 14η



ΕΝΟΤΗΤΑ 14  (από μετάφραση)

«ΧΩΡΙΣ ΑΡΕΤΗ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΑΓΡΙΟΤΕΡΟ ΖΩΟ»

 1. «Είναι φυσική λοιπόν η τάση του ανθρώπου να συνυπάρχει μαζί με άλλους σε μια τέτοια κοινωνία»

Η κοινωνία των ανθρώπων υφίσταται όχι μόνο λόγω της χρησιμότητάς της, αλλά και λόγω της έμφυτης επιθυμίας των ανθρώπων να συνυπάρχουν με άλλους ανθρώπους. Εκτός όμως από τη φυσική τάση, εκείνο που ωθεί τους ανθρώπους στη συμβίωση είναι το κοινό συμφέρον που εξαρτάται από το ποσοστό ευτυχίας, την οποία η συμβίωση εξασφαλίζει στον καθένα. Αυτός είναι ο πρωταρχικός σκοπός της πολιτικής κοινότητας κατά τον Αριστοτέλη: η ευτυχία του καθενός χωριστά και, ταυτόχρονα, όλων μαζί.

2. «Κι εκείνος όμως που πρώτος τη συγκρότησε»

--για την σύσταση της πόλης είναι απαραίτητη η σύμπραξη του ανθρώπου.
--ε­κείνος που πρώτος συγκρότησε την πολιτική κοινότητα προσέφερε τερά­στιες υπηρεσίες στο ανθρώπινο γένος, γιατί πραγματοποίησε μια κοσμοϊ­στορική αλλαγή που αποδείχτηκε ευεργετική για τους ανθρώπους, αφού τους προήγαγε σε ανώτερες σφαίρες κοινωνικής διαβίωσης.
--η αναφορά στον πρώτο ιδρυτή πολιτικής κοινότητας είναι ένας παραστατικός τρόπος να υπογραμμιστεί εμφατικά η ιστορική σημασία της πόλης.

 Η ερμηνεία αυτή δεν αναιρεί την αριστοτελική θέση ότι η πόλη υπάρχει εκ φύσεως. Είναι προφανές ότι η φύση έδωσε στον άνθρωπο την τάση να συμβιώνει με άλλους ανθρώπους και να οργανώνει κοινωνίες, όμως ο άνθρωπος ήταν αυτός που πρώτος έκανε πραγματικότητα αυτή την τάση. Γίνεται λοιπόν κατανοητό ότι η πρόταση συμπληρώνει τις απόψεις του φιλοσόφου για τη φυσική προέλευση της πόλης. Η οργάνωση, η συγκρότηση της πόλης δεν έγινε λοιπόν αυτόματα, αλλά προαπαιτούσε την ενέργεια του  ανθρώπου. Είναι λοιπόν κατανοητό ότι για την συγκρότηση της πόλης είναι απαραίτητη η συνεργασία της φύσης και της τέχνης των ανθρώπων.

3. «Γιατί όπως ο άνθρωπος … απολαύσεις του φαγητού»

--σειρά συλλογισμών όπου η ηθι­κή συσχετίζεται εμμέσως με την πολιτική.

--ο άνθρωπος έχει την προδιάθεση και τη ροπή για το αγαθό, για­τί γεννιέται προικισμένος με όπλα (η λογική, η συνείδηση και η γλώσσα) που θα του επιτρέψουν να υπηρετήσει τη φρόνηση και την αρετή. Αλλά η φυσική προδιάθεση του ανθρώπου για το αγαθό δεν προεξοφλεί ότι θα καταλήξει οπωσδήποτε σε αυτό!

--ενώ, λοιπόν, ο άνθρωπος που αξιοποίησε με επιτυχία τις φυσικές προδιαθέσεις του για το αγαθό και «τελειώθηκε» είναι το καλύτερο έμβιο ον, ο άνθρωπος που αποχωρίζεται το νόμο και τη δικαιοσύνη  είναι το χειρότερο από όλα τα έμβια όντα. Άρα ο φυσικός προορισμός του ανθρώπου δεν είναι αποτέλεσμα μιας αυτόματης αναγκαστικής διαδικασίας, αλλά εξαρτάται από τις ενέργειες και την προαίρεση του ανθρώπου που τον οδηγούν στους προσωπικούς του στόχους.

 --ο χωρίς αρετή άνθρωπος δεν υποβιβάζεται, απλώς, στο επίπεδο του αγριότερου ζώου αλλά  παραδίδεται και  στις χειρότερες μορφές ακολασίας. Γίνεται λοιπόν:

·       «το πιο ανόσιο ον» στις σχέσεις του με το θείο. Με το επίθετο «ανόσιος» ο Αριστοτέλης χαρακτηρίζει τον άνθρωπο που δεν ζει σύμφωνα με τη λογική, αλλά κυριαρχείται από τα πάθη και τις επιθυμίες και δεν έχει κανέναν ηθικό φραγμό

·       «το πιο άγριο» στις σχέσεις με τους άλλους ανθρώπους

·       «το χειρότερο από όλα τα όντα» στις ερωτικές απολαύσεις και στις απολαύσεις του φαγητού

--η τήρηση των νόμων και η εφαρμογή της δικαιοσύνης αποτελούν, για τον Αριστοτέλη, τον αναγκαίο περιορισμό για να τελειωθεί ο άνθρωπος, να ολοκληρώσει τον φυσικό του προορισμό.

--το υπόβαθρο για τη σύμπηξη της πολιτικής κοινωνίας δημιουργείται από την ενδιάθετη χρήση των «όπλων» του ανθρώπου, που αποβλέπει στην απόκτηση της φρόνησης και της αρετής μέσω της ανάπτυξης του κοινωνικού και πνευματικού πολιτισμού.


4. Η δικαιοσύνη είναι … στην πολιτική κοινωνία»

«Δίκη» είναι το περί δικαίου αίσθημα, εμπεδώνει την τάξη στην πολιτική κοινωνία

και είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την εύρυθμη λει­τουργία της.

«Δίκαιο» είναι η συγκεκριμενοποίηση, η πραγμάτωση και η εφαρμογή της «δίκης» στον κοινωνικό βίο.

 «Δικαιοσύνη» είναι η κο­ρυφαία αρετή, η συνισταμένη των αρετών, και ταυτόχρονα η ηθική εκείνη αξία, που χρησιμοποιείται ως κριτήριο για την επισήμανση και τη στάθμι­ση, κάθε φορά, του δικαίου

 η δικαιοσύνη:βασικό συστατικό στοιχείο της πόλης, επειδή είναι σε θέση να εξασφαλίσει την τάξη και την οργάνωση μέσα στην πολιτική κοινωνία.

Έτσι, λοιπόν, η δικαιοσύνη νοείται ως:

α) αρετή: είναι η ιδιότητα του ανθρώπου να πράττει με γνώμονα τους γραπτούς νόμους της πολιτείας και δείχνοντας τον απαιτούμενο σεβασμό στους άγραφους νόμους
β) θεσμός της πολιτείας: είναι το σύνολο των κανόνων που εξασφαλίζουν την τάξη και την αρμονική συμβίωση μέσα στην πόλη,

γ) κοινωνική αρετή: η ιδιότητα του ατόμου να ζει σύμφωνα με την κοινωνική ηθική της πόλης. Η ύπαρξη της δικαιοσύνης αποτελεί την προϋπόθεση για την ύπαρξη και όλων των άλλων αρετών.

ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΗΣ 14ης ΕΝΟΤΗΤΑΣ

Η σειρά των σκέψεων του Αριστοτέλη, η οποία υπολανθάνει στις γραμμές του φαινομενικά τουλάχιστον ελλειπτικού και πυκνού αυτού κειμένου πρέπει να είναι η ακόλουθη: η πόλη είναι ο χώρος όπου πραγματώνεται η αρετή, γενικά, και ειδικότερα η κατ' εξοχήν αρετή, η δικαιοσύνη. Η αρετή εξανθρωπίζει τον άνθρωπο, που χωρίς αυτήν καταντά το αγριότερο και το πιο ακόλαστο ζώο. Κατά συνέπεια, η τελείωση του ανθρώπου επιτυγχάνε­ται στους κόλπους της πόλης, που αν δεν είναι «επαρκής αιτία», είναι τουλάχιστον απαραί­τητη προϋπόθεση για την προαγωγή και την ηθι­κή διάπλαση του πολίτη. Το ότι όμως: α) Μόνο μέσα στην πολιτική κοινό­τητα εδραιώνεται και καρποφορεί η δικαιοσύνη, β) Μόνο η δικαιοσύνη εγ­γυάται την εύρυθμη λειτουργία της πολιτικής κοινότητας γ) Μόνο με τη δικαιοσύνη επιτυγχάνεται η τε­λείωση του ανθρώπου, είναι ένα πρόσθετο επιχείρημα υπέρ της ιδιότητας του ανθρώπου ως όντος πολιτικού και μια έμμεση αλλά ουσιαστική επιβε­βαίωση της αρχαιοελληνικής πεποίθησης ότι ηθική και πολιτική συνυπάρ­χουν, συνυφαίνονται και επηρεάζονται αμοιβαία. (ΚΑΤΣΙΜΑΝΗΣ)

Δευτέρα 18 Μαρτίου 2013

ΣΤΡΑΤΗΣ ΜΥΡΙΒΗΛΗΣ

Ο στιχουργός Λευτέρης Παπαδόπουλος και άλλοι μιλάνε από καρδιάς για το Στρατή Μυριβήλη, τις πηγές της έμπνευσής του και την επίδραση της γενέθλιας γης του στη λογοτεχνική του παραγωγή. πηγή:youtube

ΠΟΛΙΤΙΚΑ - ενότητα 13η


ΕΝΟΤΗΤΑ 13η  (από μετάφραση)

«Ο ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΣ ΛΟΓΟΣ, Η ΠΙΟ ΜΕΓΑΛΗ ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΟΤΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟ ΤΗ ΦΥΣΗ ΤΟΥ ΖΩΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ»

 
Ο ΛΟΓΟΣ ΩΣ ΓΝΩΡΙΣΜΑ  ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ

 Ο Αριστοτέλης διακρίνει δύο ειδών κοινωνίες: την κοινωνία των ζώων και την πολιτική κοινωνία των ανθρώπων. Καθεμία από αυτές είναι εφοδιασμένη από τη φύση, με τα εργαλεία εκείνα που της είναι απαραίτητα για να φτάσει στον τελικό της στόχο και προορισμό.

«ο άνθρωπος είναι πολιτικό ον περισσότερο απ’ ό,τι οι μέλισσες ή τ΄άλλα αγελαία ζώα»



  • Οι μέλισσες και τα αγελαία ζώα είναι φυσικά όντα, όπως βέβαια και ο άνθρωπος. Αν λοιπόν α­ποδειχτεί πως ο άνθρωπος υπερέχει σε πολιτικότητα έναντι αυτών, είναι λογικό να δεχτούμε ότι τότε θα πρόκειται για «ζωον πολιτικόν» σε μεγά­λο βαθμό, και μάλιστα για το κατ' εξοχήν «πολιτικόν ζωον».
  • Βέβαια, πρέπει να παρατηρήσουμε ότι ο Αριστοτέλης αναγνωρίζει την ιδιότητα του «πολιτικού» και σε κάποια αγελαία ζώα, με την έννοια ότι αναλαμβάνουν και διεκπεραιώνουν όλα μαζί μια κοινή δραστηριότητα, χωρίς όμως να διαθέτουν έναρθρο λόγο και λογική σκέψη. Έτσι, στο έργο του «Περ τ ζα στορίαι» (488 a 7) μνημονεύει ως «πολιτικά» ζώα, εκτός από τον άνθρωπο, τη μέλισσα, τη σφήκα, το μυρμήγκι και τον γερανό. Στην περίπτωση αυτών των ζώων, το επίθετο «πολιτικός» χρησιμοποιείται για να δηλώσει μια απλούστερη διαδικασία συμμετοχής σε κοινές δραστηριότητες.



 

      

Ο Αριστοτέλης επιχειρεί να κατοχυρώσει τις θέσεις του επικαλούμενος την υπέρτατη αυθεντία, τη «φύση», που είναι αλάνθαστο κριτήριο γνησιότητας και αλήθειας,  «η φύση δεν κάνει τίποτα ματαίως»

Η φύση, λοιπόν, που ενεργεί με αλάνθαστη σκοπιμότητα, έδωσε τη φωνή σε όλα τα ζώα, αλλά προίκισε κατ' εξαίρεση τον άνθρωπο με το λόγο.

    Εκτός από τον άνθρωπο, φωνή έχουν και όλα τα άλλα ζώα, γιατί αυτή εξυπηρετεί τη βιολογική ανάγκη τους να εκφράζουν και να δηλώνουν το ένα στο άλλο την ευχαρίστηση και τη λύπη.
  • Εφοδίασε τον άνθρωπο με τον λόγο, με τη μορφή τόσο του έναρθρου λόγου όσο και της λογικής σκέψης. Ο έναρθρος λόγος απο­τελεί σταδιακή πολιτιστική κατάκτηση σε συνάρτηση με την ανάπτυξη του ανθρώπινου είδους και αντικατέστησε με τον καιρό αρ­χέγονες μορφές επικοινωνίας (κραυγές, μορφασμούς, χειρονομίες). Πρόκειται για μια σύνθετη και ανώτερη ικανότητα που αποτελεί την ειδοποιό διαφορά του ανθρώπου από τα άλλα ζώα. Η ουσία, πάντως, είναι ότι ο λόγος ως έκφραση της σκέψης έδωσε στον άνθρωπο τη δυνατό­τητα, κατά τον Αριστοτέλη, να δηλώνει συνθετότερες καταστάσεις, που ξε­περνούν το βιολογικό επίπεδο και προϋποθέτουν είτε νοητική επεξεργασία δεδομένων της πραγματικότητας, όπως το τι είναι γι' αυτόν ωφέλιμο ή βλα­βερό, είτε τη σύλληψη των αξιών και των αντιθέτων τους, όπως του δι­καίου και του αδίκου.Χάρη σ’ αυτές ο άνθρωπος δεν καταφέρνει μόνο να επιβιώσει, αλλά και να επιτύχει ανώτερους στόχους, όπως να συγκροτήσει κοινωνίες (οικογένεια και πόλη) και να δημιουργήσει πολιτισμό (να αναπτύξει τα γράμματα, τις τέχνες, να θεσπίσει νόμους κ.λπ).
  • Οι έννοιες αυτές, που μας θυμίζουν την «αδ» και τη «δίκη» του Πρωταγόρα («ν’ εεν πόλεων κόσμοι τε κα δεσμο φιλίας συναγωγοί»), αποτελούν τις απαραίτητες προϋποθέσεις για να μπορεί ο άνθρωπος να συμβιώνει αρμονικά με άλλους ανθρώπους.


Η «συμμετοχή» σε όλα αυτά ή, καλύτερα, η από κοινού αίσθηση αυτών των αξιολογικών διαφοροποιήσεων δημιουργεί, ακριβώς, την οικογένεια και την πόλη, η ύπαρξη της οποίας στηρίζεται σε αυτή τη βαθύτερη επικοινωνία και «μέθεξη» μεταξύ των ατόμων.

 
Ο ΣΥΛΛΟΓΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ ΠΟΥ ΑΠΟΔΕΙΚΝΥΕΙ ΟΤΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΙΝΑΙ «φύσει ζον πολιτικν»

 1η προκείμενη:η φύση δεν κάνει τίποτε δίχως λόγο και αιτία.

2η προκείμενη:η φύση έδωσε στον άνθρωπο ως εργαλείο τον λόγο που είναι βασικό στοιχείο για τη συνοχή των μελών της  πολιτικής κοινωνίας.

Συμπέρασμα: ο άνθρωπος είναι εκ φύσεως προορισμένος να ζει σε πολιτική κοινωνία

 

ΑΞΙΟΛΟΓΙΚΗ ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΑ ΣΥΣΤΑΤΙΚΑ ΜΕΡΗ ΤΗΣ

 Στην τάξη της φύσης το όλον προηγείται του μέρους. Το ρήμα «προηγείται» δεν έχει εδώ χρονική σημασία αλλά:

α) οντολογική: απαραίτητη προϋπόθεση για να υπάρξει το μέρος είναι να υπάρχει το όλον, δηλαδή η πόλις, γιατί μόνο μέσα σε αυτή τα μέρη (η οικογένεια, το χωριό και το κάθε επιμέρους άτομο) πραγματώνουν τον σκοπό της ύπαρξής τους, το «τέλος» τους, ενώ έξω απ’ αυτήν τα μέρη μένουν ανολοκλήρωτα και
β) αξιολογική: ιεραρχικά, το όλον, δηλαδή η πόλη, ως ολοκληρωμένο σύνολο, βρίσκεται πιο ψηλά από το μέρος, δηλαδή την οικογένεια, το χωριό και το κάθε επιμέρους άτομο, υπερέχει ως προς τη φυσική τάξη λόγω του ενυπάρχοντος σκοπού σε αυτή

 
Με βάση τις παρατηρήσεις αυτές, δε θα είχε νόημα, κατά τη γνώμη μας, ο συσχετισμός όσων γράφει εδώ ο Αριστοτέλης για την προτεραιότητα της πόλης έναντι του ατόμου με τα αναφερόμενα στο μύθο του Πρωταγόρα σχετικά με τη δημιουργία της πολιτικής κοινότητας. Επιπλέον, θα ήταν μάλλον επιφανειακή η επισήμανση του ότι κατά τον Πρωταγόρα οι άνθρωποι ζούσαν μεμονωμένα πριν συγκροτήσουν τις πολιτικά οργανωμένες κοινωνίες, ενώ, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, τα άτομα ήταν ανέκαθεν εντεταγμένα στην πόλη, αφού αυτή προηγείται των ατόμων. Ας το επαναλάβουμε: η κυρίαρχη σημασία του «πρότερον» δεν είναι χρονική, είναι μεταφυσική και αξιολογική. «Πρότερον... τη φύσει» είναι η πόλη όχι επειδή «προηγείται χρονικά», αλλά επειδή υπερέχει ως προς τη φυσική τάξη λόγω του ενυπάρχοντος σκοπού σε αυτήν και, ακόμη, επειδή από κάθε άποψη είναι κάτι το πιο σημαντικό και το πιο πολύτιμο από ό,τι τα επιμέρους άτομα που τη συναποτελούν. Άλλωστε, αν προκύπτει κάτι από το μύθο του Πρωταγόρα ως προς τη σχέση ατόμου-πολιτικής κοινότητας, - και ανεξάρτητα από τις όποιες αμφισημίες δημιουργεί η μυθική αφήγη­ση -, είναι το ότι, ακριβώς:

 α) Η εκτός πολιτικής κοινότητας διαβίωση των ατόμων είναι αδύνατη, αφού αυτή θα οδηγούσε στην εξαφάνιση του αν­θρώπινου γένους.

β) Η ύπαρξη εντός της πολιτικής κοινότητας ατό­μων που δεν ενστερνίζονται τους γενεσιουργούς παράγοντες και τους όρους ύπαρξης της πολιτικής κοινότητας - την «αιδώ» και τη «δίκη» -θεωρείται ανεπίτρεπτη και αποκλείεται ασυζητητί. (ΚΑΤΣΙΜΑΝΗΣ)

 
Για να στηρίξει τη θέση αυτή θα παραθέσει ένα παράδειγμα που προέρχεται από εμπειρική παρατήρηση: το παράδειγμα με το σώμα και τα μέλη του.

Απόδειξη της υπεροχής του όλου έναντι του μέρους είναι το ότι, όταν κα­ταστραφεί το όλο, τότε το μέρος - το χέρι ή το πόδι, για παράδειγμα - δεν υπάρχει πραγματικά, υπάρχει μόνο κατ' όνομα. Όταν το σύνολο αποδομηθεί και καταστραφεί, τα μέρη αποσυντονίζονται, αποκόπτονται από τον κορμό, του οποίου αποτελούσαν ενεργά όργανα, και αχρηστεύονται, οπότε στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν, γιατί δεν εκπληρώνουν πια καμιά λειτουργία και δεν υπηρετούν κανένα σκοπό. Το κομμένο από το σώμα χέρι ή το χέρι ενός πτώματος, για παρά­δειγμα, δεν μπορεί να πιάσει ένα αντικείμενο ή να εκτελέσει μια εργασία, όπως και το κομμένο από το σώμα πόδι ή το πόδι ενός πτώματος δεν μπο­ρεί να βοηθήσει στο βάδισμα.

Επομένως, το σώμα είναι η προϋπόθεση για να υπάρχουν τα μέλη, ή, διαφορετικά, το σώμα ως όλον προηγείται του μέρους.

 Ό­πως το κομμένο χέρι δεν έχει λειτουργικότητα και αυτοτέλεια, έτσι και ο άνθρωπος, εφόσον αποκοπεί από την κοινότητα, δεν μπορεί να λειτουργή­σει ως άνθρωπος. Όποιος αποκόπτεται από την κοινότητα, ένα από τα δύο: ή δεν μπορεί να ζει μέσα σε αυτήν, ή είναι τόσο αυτάρκης, ώστε δεν τη χρειάζεται,. Στην πρώτη περίπτωση, είναι ένα ζώο. Στη δεύτερη, είναι θεός. Αντίθετα, ο άνθρωπος μπορεί να επιβιώσει και να πραγματώσει την ανθρώπινη ουσία του μόνο εφόσον παραμένει ε­ντεταγμένος στο εσωτερικό της πολιτικής κοινότητας. Έτσι εξάγεται το συμπέρασμα ότι η πόλη ήρθε στην ύπαρξη εκ φύσεως και ότι προηγείται από το κάθε επιμέρους άτομο.

Αν συσχετιστούν τα δύο αυτά συμπεράσματα, τότε οδηγούμαστε στην πίστη του Αριστοτέλη ότι η πόλη είναι το όλον προς το οποίο τείνουν τα άτομα για να πραγματώσουν τον σκοπό της ύπαρξής τους και ότι η αυτάρκεια της πόλης μπορεί να διασφαλίσει την αυτάρκεια των μερών.

Τα παραπάνω μπορούν να διατυπωθούν συνοπτικά με τον εξής παραγωγικό συλλογισμό:

1η προκείμενη: στην τάξη της φύσης το όλον προηγείται του μέρους.

2η προκείμενη: η πόλη, βαθμίδα ιεραρχικά ανώτερη στην τάξη της φύσης, είναι ένα όλον και τα μέρη της είναι η οικογένεια, το χωριό και το κάθε επιμέρους άτομο.

Συμπέρασμα: στην τάξη της φύσης η πόλη προηγείται από τα μέρη της, την οικογένεια, το χωριό και το κάθε επιμέρους άτομο.

 ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΗΣ 13ΗΣ ΕΝΟΤΗΤΑΣ

Αξίζει να παρατηρήσουμε ότι στο απόσπασμα που ερμηνεύουμε ο Αρι­στοτέλης ξεκινά από την πολιτικότητα του ανθρώπου και καταλήγει σε αυτήν περνώντας μέσα από συλλογισμούς και επιχειρήματα, με τα οποία προσπαθεί να θεμελιώσει τις βασικές του θέσεις. Η σειρά των σκέψεων του είναι η ακόλουθη. Ενώ όλα τα ζώα έχουν απλώς φωνή, ο άνθρωπος έ­χει το αποκλειστικό προνόμιο του λόγου. Χάρη στο λόγο, κοινολογεί το ω­φέλιμο και το βλαβερό, το αγαθό και το κακό, το δίκαιο και το άδικο. Αλ­λά η ικανότητα της κατανόησης, της κοινολόγησης και της αποδοχής αυ­τών των διαφοροποιήσεων συγκροτεί τις οικογένειες και τις πόλεις, άρα ο άνθρωπος είναι προικισμένος με το προνόμιο της δημιουργίας μορφών συμβίωσης που κορυφώνονται στην πόλη. Εξάλλου η πόλη ανταποκρίνε­ται στη φυσική τάξη και αξιολογικά υπερέχει έναντι της οικογένειας και του ατόμου. Ταυτόχρονα, είναι το όλο, δηλαδή το μόνο ικανό να επιτελέ­σει έργο και να πραγματώσει σκοπό. Το άτομο έξω από την πόλη χάνει την ανθρώπινη ιδιότητα του και μοιάζει με το κομμένο και νεκρό μέλος ε­νός σώματος. Αν, επομένως, ο άνθρωπος έχει το προνόμιο να συγκροτεί πόλεις και, ταυτόχρονα, του είναι αδύνατον να ζήσει και να δραστηριο­ποιηθεί έξω από αυτές, είναι φανερό ότι αποτελεί οργανικό και αναπό­σπαστο μέλος τους. Άρα είναι ζώο πολιτικό περισσότερο από οποιοδήπο­τε άλλο ον.(ΚΑΤΣΙΜΑΝΗΣ)

Πέμπτη 14 Μαρτίου 2013

Η...ανακύκλωση του ρατσισμού

Τι είναι, τελικά, ρατσιστικό;
Πέραν από το προφανές επιστημονικό λάθος που εμπεριέχει (πρόκειται απλά για μολυσμένα Ελληνικά κουνούπια!), το κατά πόσον το σχόλιο είναι ή όχι ρατσιστικό είναι θέμα συζήτησης. Το πρόβλημα είναι κατά κύριο λόγο εννοιολογικό: η διαφορετικότητα στην αξιολόγηση μιας πράξης ως ρατσιστικής ή όχι, οφείλεται στη μη-οικουμενικότητα της αντίληψης του πρωτογενούς όρου «ρατσισμός». Σε παλιότερα άρθρα μας, στο «Βήμα» (http://www.tovima.gr/opinions/useropinions/article/?aid=441671) και την «Ελευθεροτυπία»(*), είχαμε επιχειρήσει να διατυπώσουμε έναν κατά το δυνατόν γενικό και λειτουργικό ορισμό της έννοιας. Τον θυμίζουμε:
«Ρατσισμός είναι κάθε ιδεολογία ή πρακτική που στοχεύει στον επιλεκτικό διαχωρισμό σε βάρος μιας ομάδας ανθρώπων, μελών μιας κοινωνίας, με βάση ένα σύνολο κοινών χαρακτηριστικών τα οποία τα μέλη της ομάδας φέρουν ακούσια και τα οποία, αντικειμενικά, δεν επηρεάζουν την δυνατότητα συμμετοχής των μελών της ομάδας στις θεμελιώδεις λειτουργίες της κοινωνίας.» (Ως «θεμελιώδεις λειτουργίες» εννοούμε το σύνολο των δράσεων που απαιτούνται για την αυτοσυντήρηση της κοινωνίας και την πρόοδό της στην κατεύθυνση των κοινά αποδεκτών στόχων της.)

Προσέξτε τρεις βασικές προϋποθέσεις που θέτει ο ορισμός:
(1) Ο διαχωρισμός θέτει την ομάδα σε μειονεκτική θέση σε σχέση με την υπόλοιπη κοινωνία (είναι, δηλαδή, αρνητικός).
(2) Τα χαρακτηριστικά λόγω των οποίων η ομάδα υφίσταται διάκριση δεν είναι αποτέλεσμα εκούσιας επιλογής των μελών της (είναι μη-επιλεγμένα).
(3) Τα εν λόγω χαρακτηριστικά δεν αποτελούν ανασταλτικούς υπαρξιακούς παράγοντες για την κοινωνία. Σύμφωνα με τον ορισμό, ο διαχωρισμός εις βάρος κοινωνικών ομάδων αποκλειστικά και μόνο με βάση τη φυλή, το φύλο ή τις σεξουαλικές ιδιαιτερότητες, είναι ρατσιστικός.
Από την άλλη, ο αποκλεισμός, π.χ., ενός παίκτη με ύψος 1.60μ από μια ομάδα μπάσκετ δεν είναι ρατσιστικός: μπορεί το ύψος να είναι μια μη-επιλεγμένη ιδιότητα, επηρεάζει, εν τούτοις, την δυνατότητα του παίκτη να συμβάλει θετικά στην λειτουργία της ομάδας. Τέλος, τα μέτρα περιορισμού του καπνίσματος δεν αποτελούν «ρατσιστική» πράξη κατά των καπνιστών, αφού το κάπνισμα είναι συνήθεια όχι μόνο επιλεγμένη, αλλά και εν δυνάμει επιβλαβής για τους «παθητικούς» καπνιστές. Θα επιχειρήσουμε, τώρα, να αξιολογήσουμε το επίμαχο σχόλιο της αθλήτριας επί τη βάσει του ορισμού που δώσαμε (χωρίς να ισχυριζόμαστε, ασφαλώς, ότι ο ορισμός αυτός είναι οικουμενικά αποδεκτός).
Ξεκινούμε με την δεύτερη προϋπόθεση ρατσισμού, η οποία προφανώς ικανοποιείται: η ιδιότητα του «Αφρικανού» είναι μη-επιλεγμένη (κανείς δεν φέρει ευθύνη για τον τόπο καταγωγής του). Η εξέταση της τρίτης προϋπόθεσης είναι πολύ πιο δύσκολη: Είναι η ιδιότητα του «Αφρικανού» καθοριστικά απαγορευτική για την ένταξη ενός ατόμου στην ελληνική κοινωνία; A priori, σαφώς όχι!
Από την άλλη, είναι θέμα στατιστικής (ή, απλούστερα, καταγραφής αναρίθμητων προσωπικών μαρτυριών) η διαπίστωση ότι, η –σε μεγάλο βαθμό παράνομη– παρουσία εξαιρετικά μεγάλου αριθμού Αφρικανών στη χώρα έχει αλλοιώσει την ποιότητα ζωής των πολιτών, κυρίως λόγω κατακόρυφης αύξησης της εγκληματικότητας (για την οποία, ασφαλώς, οι Αφρικανοί δεν είναι αποκλειστικά υπεύθυνοι). Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την a posteriori προσάρτηση αρνητικών χαρακτηριστικών στην ιδιότητα του «Αφρικανού», έτσι όπως την αντιλαμβάνεται, τουλάχιστον, ένα μέρος της ελληνικής κοινωνίας, το οποίο (δικαίως ή αδίκως) αδυνατεί να θεωρήσει τους εξ Αφρικής μετανάστες ως υγιές τμήμα του.
Η ανάπτυξη αισθημάτων ξενοφοβίας, λοιπόν, θα πρέπει να αντιμετωπίζεται με περισσότερο πραγματισμό και μεγαλύτερο βαθμό κατανόησης, και να μην αποδίδεται αβασάνιστα σε ενσυνείδητα ρατσιστικές αντιλήψεις! (Σημείωση: Η ξενοφοβία ορίζεται εδώ ως παθητική έννοια. Δεν αποτελούν ξενοφοβικές συμπεριφορές, ούτε δικαιούνται οποιασδήποτε «κατανόησης», απρόκλητες πράξεις βίας κατά μεταναστών – νομίμων ή μη!) Αφήσαμε για το τέλος την εξέταση της πρώτης –και, εν προκειμένω, σημαντικότερης– προϋπόθεσης που θέτει ο ορισμός μας:
Παρεμφαίνει το σχόλιο της αθλήτριας απαξιωτική διάθεση απέναντι στην ιδέα του «Αφρικανού»; Αντί απάντησης, θα αναφερθώ σε μια πολύ έξυπνη παρατήρηση αναγνώστη του «Βήματος», την οποία διάβασα πρόσφατα: Ας κάνουμε την φανταστική υπόθεση ότι έκανε την εμφάνισή του στη χώρα το «κουνούπι του Δυτικού Ρήνου», και ότι κάποιος αναρτούσε στο Twitter το σχόλιο: «Με τόσους Γερμανούς τουρίστες στην Ελλάδα, τουλάχιστον τα κουνούπια του Δυτικού Ρήνου θα τρώνε σπιτικό φαγητό!» Πόσοι αναγνώστες θα εύρισκαν το εν λόγω σχόλιο απεχθές, απαράδεκτο, ακραία υποτιμητικό και, εν τέλει, «ρατσιστικό»; Απ’ όσους δεν θα το εύρισκαν (υποπτεύομαι, η συντριπτική πλειοψηφία), θα ζητούσα να μου εξηγήσουν σε τι διαφέρει, καταρχήν, από το αντίστοιχο σχόλιο της αθλήτριας.
Αν η ιδιότητα «Αφρικανός» εξ ορισμού ευαισθητοποιεί περισσότερο από την (εξίσου μη-επιλεγμένη από τους φορείς της) ιδιότητα «Γερμανός», τότε θα πρέπει να εξετάσουμε μήπως αυτή η «αλά καρτ» ευαισθησία εμπίπτει στις προϋποθέσεις που θέσαμε για υποκρυπτόμενο ρατσισμό! Αποφεύγω σκόπιμα να κλείσω αεροστεγώς το «δια ταύτα» του άρθρου, αφήνοντας τα τελικά συμπεράσματα στην διακριτική ευχέρεια του αναγνώστη. Θεωρώ όμως χρήσιμη μια ξεκάθαρη προσωπική τοποθέτηση: Νιώθω απέραντη απέχθεια για τον ρατσισμό και όσους τον προάγουν ως ιδεολογία ή (ακόμα χειρότερα) ως πρακτική.
Είχα και έχω Αφρικανούς φοιτητές, για τους οποίους μόνο καλά λόγια έχω να πω! Και, δεν θα συγχωρήσω ποτέ τους Γερμανούς για την μαζική δολοφονία των έξι εκατομμυρίων του Ολοκαυτώματος (πράγμα στο οποίο, περιέργως, όλο και λιγότερο αναφέρονται οι επιλεκτικά ευαίσθητοι αντιρατσιστές στη χώρα μας...). Τούτων λεχθέντων, επαναστατώ εξίσου απέναντι στην ευκολία με την οποία τείνουμε οι σύγχρονοι Έλληνες να τοποθετούμε την ετικέτα του ρατσισμού σε συνανθρώπους μας που έχουν, π.χ., διαφορετική άποψη πάνω σε ζητήματα μετανάστευσης.
Άθελά μας, γινόμαστε το ίδιο «ρατσιστές» με κάποιους που δικαίως λοιδορούμε!

δημοσίευση στο "ΒΗΜΑ" γνώμες την 30/07/2012