Κυριακή, 11 Μαΐου 2014

Η μάνα στη ελληνική ποίηση (Βάρναλης - Ρίτσος)

Ο Κώστας Βάρναλης γράφει "Οι πόνοι της Παναγιάς" για τη μάνα του Χριστού και μετά το Νίκο Ξυλούρη το τραγουδά με τη μοναδική του φωνή ο Γιάννης Χαρούλης. Απολαύστε τον!!!

 

Που να σε κρύψω, γιόκα μου, να μη σε φτάνουν οι κακοί;

Σε ποιο νησί του Ωκεανού, σε ποια κορφήν ερημική;

Δε θα σε μάθω να μιλάς και τα άδικο φωνάξεις.

Ξέρω πως θάχεις την καρδιά τόσο καλή, τόσο γλυκιά

Που με τα βρόχια της οργής ταχιά θενα σπαράξεις.

Συ θάχεις μάτια γαλανά, θάχεις κορμάκι τρυφερό,

θα σε φυλάω από ματιά κακή κι από κακόν καιρό,

από το πρώτο ξάφνιασμα της ξυπνημένης νιότης.

Δεν είσαι συ για μάχητες, δεν είσαι συ για το σταυρό.

Εσύ νοικοκερόπουλο – όχι σκλάβος ή προδότης.

Τη νύχτα θα σηκώνομαι κι αγάλια θα νυχοπατώ

να σκύβω την ανάσα σου ν’ ακώ, πουλάκι μου ζεστό

να σου τοιμάζω στη φωτιά γάλα και χαμομήλι,

κι ύστερα απ το παράθυρο με καρδιοχτύπι να κοιτώ

που θα πηγαίνεις στο σκολιό με πλάκα και κοντήλι…

Κι αν κάποτε τα φρένα σου μ αλήθεια, φως της αστραπής,

χτυπήσει ο κύρης τα ουρανού, παιδάκι μου να μη την πεις!

Θεριά οι ανθρώποι, δεν μπορούν το φως να το σηκώσουν!

Δεν είναι αλήθεια πιο χρυσή σαν την αλήθεια της σιωπής.

Χίλιες φορές να γεννηθείς, τόσες θα σε σταυρώσουν!

  Και ο Γιάννης Ρίτσος γράφει στον "Επιτάφιο" για τη μάνα που έχασε το γιο της.. 

Γιε μου, σπλάχνο των σπλάχνων μου, καρδούλα της καρδιάς μου,

πουλάκι της φτωχιάς αυλής, ανθέ της ερημιάς μου.

Πως κλείσαν τα ματάκια σου και δε θωρείς που κλαίω

και δε σαλεύεις, δε σαλεύεις, δε γρικάς τα που πικρά σου λέω.

Στη στράτα εδώ καταμεσής τα άσπρα μαλλιά μου λύνω

και σου σκεπάζω της μορφής το μαραμένο κρίνο

Φιλώ το παγωμένο σου χειλάκι που σωπαίνει

κι είναι σα να μου θύμωσε και σφαλιγμένο μένει.

Δεν μου μιλείς κι η δόλια εγώ τον κόρφο, δες, ανοίγω

και στα βυζιά που βύζαξες τα νύχια, γιε μου, μπήγω.

Κορώνα μου αντιστύλι μου, χαρά των γηρατειών μου,

ήλιε της βαρυχειμωνιάς, λιγνοκυπάρισσό μου,

πως μ άφησες να σέρνομαι και να πονώ μονάχη

χωρίς γουλιά, σταλιά νερό και φως κι ανθό κ αστάχυ.

Με τα ματάκια σου έβλεπα της γης κάθε λουλούδι,

με τα χειλάκια σου έλεγα τα αυγερινό τραγούδι.

Με τα χεράκια σου τα δυο, τα χιλιοχαϊδεμένα,

όλη τη γης αγκάλιαζα κ όλ ήτανε για μένα.

Νιότη απ τη νιότη σου έπαιρνα κι ακόμα αχνογελούσα,

Τα γηρατειά δεν τρόμαζα, τον θάνατο αψηφούσα.

Και τώρα που θα κρατηθώ, που θα σταθώ, που θάμπω,

που απόμεινα ξερό δεντρί σε χιονισμένο κάμπο;

Γιε μου, αν δε σούναι βολετό ναρθείς ξανά σιμά μου,

Πάρε μαζί σου εμένανε, γλυκιά μου συντροφιά μου.

Κι αν είν τα πόδια σου λιγνά, μπορώ να περπατήσω

κι αν κουραστείς, στον κόρφο μου, γλυκά θα σε κρατήσω.


Η μητρική αγάπη απέραντη. ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ στις μαμάδες όλου του κόσμου!!!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου