Πέμπτη, 9 Ιουνίου 2016

Αποφυλάκιση


Ξημέρωσε επιτέλους. Μετά από είκοσι χρόνια στη φυλακή ήρθε η μέρα της ελευθερίας. Μερικά πράγματα, όταν τα ΄χεις τα θεωρείς δεδομένα, όταν τα χάσεις όμως αντιλαμβάνεσαι πόσο σημαντικό είναι να μπορείς να πας ΜΟΝΟΣ ΣΟΥ, ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΣΕ ΕΜΠΟΔΙΖΕΙ ΚΑΝΕΙΣ  για την πρωινή εφημερίδα και τα τσιγάρα σου.
Μπήκε μέσα για μια υπόθεση κατάχρησης πολλών εκατομμυρίων που ποτέ δεν έκανε. Του τη φορτώσανε και βγήκαν οι άλλοι λάδι. Σε δημόσια υπηρεσία. Μέχρι να γίνουν τα δικαστήρια και να ξεκαθαρίσει το τοπίο πέρασαν δυο τρία χρόνια και τα υπόλοιπα κάθειρξη, πιάσαμε κοντά στα είκοσι. Λίγο μετά τα 40 του και τώρα με τα μαλλιά άσπρα, εξηντάρης πια, περίμενε το αποφυλακιστήριο.
Όπως τότε που περίμενα με αγωνία να ξημερώσει, εκείνο το πρωινό του Ιούνη, για να πάω να πάρω το απολυτήριο του Δημοτικού. Ήθελα τόσο να πάω στο Γυμνάσιο αλλά ήταν κοντά μια ώρα δρόμο από το χωριό. Ο πατέρας μου είπε πως, αν το έπαιρνα με 10, θα μου νοίκιαζε σπίτι στην πόλη, αν και από μέσα του ευχόταν να μη συμβεί κάτι τέτοιο, για να με κρατήσει κοντά του στα χωράφια. Σηκώθηκα αξημέρωτα εκείνο το πρωί, πλύθηκα, έβαλα το καρό πουκάμισο που μου ετοίμασε η μάνα αποβραδίς και το γκρι μου παντελόνι. Η περίσταση απαιτούσε επισημότητα. Κοτζάμ απολυτήριο θα έπαιρνα! Έτρεξα με λαχτάρα στο σχολείο. Η δασκάλα μόλις είχε πάει:
-Πρωί, πρωί βλέπω Παυλή! Τόση αγωνία;
Άνοιξε ένα μπλε φάκελο που έγραφε απ’ έξω με ωραία καλλιγραφικά γράμματα «Απολυτήρια Έκτης Δημοτικού» κι έψαξε  το δικό μου.
-Συγχαρητήρια, παιδί μου. Καθαρό δεκάρι. Θα είναι κρίμα να μη συνεχίσει τις σπουδές του στο Γυμνάσιο ένα τέτοιο μυαλό.
Και τις συνέχισε. Ο πατέρας του δε μπορούσε να κάνει αλλιώς. Το έταξε και το τάξιμο θέλει δόσιμο, που λέει και η παροιμία. Και στο εξατάξιο τότε Γυμνάσιο και στο Πανεπιστήμιο. Οικονομικά σπούδασε. Πήγε και στην Αγγλία με υποτροφία για μεταπτυχιακό. Μόλις γύρισε, στρατό και δουλειά. Στο υπουργείο… προϊστάμενος… καλά λεφτά.
Ο φρουρός ήρθε κατά τις δέκα. Αιώνας του φάνηκε από τις πέντε το πρωί, που είχε ξυπνήσει. Τον οδήγησε στο διευθυντή των φυλακών, με το οποίο είχε πολύ καλή σχέση, αφού ποτέ δε δημιουργούσε καυγάδες. Του ευχήθηκε, πήρε το χαρτί, διέσχισε για τελευταία φορά το στενόμακρο διάδρομο με τα κελιά και βγήκε στο πλατύσκαλο. Δεν τον περίμενε κανείς. Ούτε η γυναίκα, ούτε οι κόρες του. Τον πήρε το παράπονο.
Κανείς δε με περίμενε και τότε στο σπίτι, όταν γύρισα με το απολυτήριο στο χέρι μες τη χαρά για το δεκάρι. Ο πατέρας είχε πάει στο στάβλο για τα ζωντανά και η μάνα… Που ήταν η μάνα; Έψαξα στο μαγειριό, στο φούρνο, στη βρύση, στην αποθήκη. Πουθενά. Γύρισα στο σπίτι απελπισμένος. Κανείς δεν ήταν εκεί να μοιραστεί τη χαρά μου.

Ήμουν έτοιμος να βάλω τα κλάματα, όταν άκουσα τον ήχο ενός κουδουνιού. Πάλι η τρελο-κατσίκα του γείτονα άφησε το κοπάδι, σκέφτηκα. Δεν έδωσα σημασία. Σε λίγο το κουδούνισμα ακούστηκε ξανά πιο παρατεταμένο και πιο έντονο. Βγήκα στην αυλή να δω τι συμβαίνει.
Έξω σε έναν κύκλο ήταν η γιαγιά, ο παππούς, η θεία Βασίλω, τα ξαδέλφια μου, μερικοί γείτονες και η μάνα.
-Ο πατέρας; είπα στη μάνα. Ξέρω πως δε χάρηκε δα και με το δεκάρι μου. Με ήθελε στα χωράφια και τα ζωντανά.
Ξανά το κουδούνισμα. Παραμέρισαν όλοι και στη μέση του κύκλου φάνηκε ο πατέρας με ένα καινούριο, καλογυαλισμένο ποδήλατο.
-Εγώ δε χάρηκα ρε μπαγασάκο; Ορίστε και το δώρο σου!
Η αλήθεια είναι πως μια μέρα που είχανε πάει μαζί στην πόλη και ο πατέρας σταμάτησε στην τράπεζα, ο Παύλος κατέβηκε από το τρακτέρ και χάζευε στη βιτρίνα του διπλανού ποδηλατάδικου. Από τότε το είχε βάλει στο μάτι αυτό το πράσινο ποδήλατο με τη μπλε σέλα και τα κόκκινα φώτα μπρος πίσω.
Είχα μείνει άφωνος. Δεν ήξερα τι να πω. Που κατάλαβε ποιο ποδήλατο μου άρεσε. Δεν του είχα πει τίποτα. Άδικα τον είχα κατηγορήσει τον καημένο τον πατέρα. Έτρεξα και τον αγκάλισα κλαίγοντας.
Κατέβηκε τις σκάλες της φυλακής σα να του είχαν βαρίδια στα πόδια, όμοια με τους θανατοποινίτες. Ένα ταξί περίμενε στην αυλόπορτα. Μπήκε μέσα.
-Που πάμε; τον ρώτησε ο ταξιτζής.
-Όπου να ΄ναι.

Αγγελική Τανίδου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου